Χαλίκι κάτω τρίζει όπως γεμίζει σιγά σιγά κόσμο. Εδώ δεν έχει πολυκατοικίες να χαζεύουν την ταινία από το μπαλκόνι, αλλά περαστικούς που βολτάρουν από πάνω ψηλά στο μπεντένι. Κιτρινωποί κύβοι γύρω, τα ενετικά τείχη, προσδίδουν μια ατμόσφαιρα κινηματογραφικής λέσχης. Είναι όμορφα. Το αεράκι, ζεστό και υγρό, έρχεται από τη θάλασσα που δεν είναι μακριά. Οι πυρωμένες πέτρες χρειάζονται κάποιον χρόνο για να δροσίσουν. Οι θαμώνες συναντιούνται με τη χαρά της ανάπαυλας. Πολλοί γνωρίζονται αλλά κι όποιος πάει μόνος πάντα βρίσκει κάποιον γνωστό. Στην επαρχία είμαστε.

Η συγγραφέας Ιωάννα Πασιδέρη
Κάτω από το καινούργιο φεγγάρι σβήνουν τα φώτα, καταλαγιάζει η κουβέντα και προσηλωνόμαστε στη μεγάλη οθόνη. Απόψε παίζει «Το παιδί και το δελφίνι», ταινία του 1957 με τη θεσπέσια Σοφία Λόρεν να υποδύεται την Ελληνίδα. Τεχνικολόρ έντονα χρωματισμένες οι εικόνες μάς μεταφέρουν σ’ ένα ελληνικό νησί τις αθώες εποχές όπου απλοί δύτες με τη μάσκα έβρισκαν αρχαία αγάλματα στον βυθό. Η φτώχεια, έκδηλη παντού, οδηγεί την όμορφη «Ελληνίδα» δύτρια να προσπαθήσει να εμπορευτεί ένα ολόχρυσο άγαλμα μ’ ένα παιδί καβάλα πάνω σ’ ένα δελφίνι που βρήκε. Οι χαριτωμένες φάρσες ακολουθούν, καθώς όλοι ευελπιστούν να πετύχουν κάτι από το λάφυρο: ξένοι αρχαιοκάπηλοι και άλλοι απλώς αρχαιολάτρες, ο τυχοδιώκτης σύντροφος της Σοφίας Λόρεν, αλλά και η ίδια προκειμένου να σπουδάσει τον μικρό αδελφό της, όλοι μηχανεύονται τρόπους ν’ αποκτήσουν τον θησαυρό. Και στο φόντο, κάποιος με καπέλο παρακολουθεί τα πάντα διακριτικά σαν ντετέκτιβ. Πρόκειται για εκπρόσωπο του ελληνικού κράτους. Μόνο εκείνη όμως γνωρίζει την ακριβή θέση του ευρήματος. Οπότε παραπλανεί τον κάθε επίδοξο ιδιοκτήτη ανάλογα με το πόσα της προσφέρει. Παράλληλα πρέπει ν’ αντικρούει τις δόλιες παγίδες του συντρόφου της. Μια ωδή στην ομορφιά της φύσης και της πρωταγωνίστριας. Η θηλυκότητα της Σοφίας Λόρεν υπερθεματίζεται, δικαίως, καθώς τη βλέπουμε να χορεύει και να τραγουδά και, φυσικά, να κολυμπά στα κρυστάλλινα νερά της Υδρας. Χωρίς ιδιαίτερες ενδυμασίες αλλά με τα φτωχικά ρούχα της νησιωτοπούλας άγεται και φέρεται μαγνητίζοντας, χωρίς υπερβολή, όλα τα βλέμματα. Μια ομορφιά που έλαμπε χωρίς φτιασίδια. Ισως, κυρίως χωρίς φτιασίδια. Ενα χάρμα οφθαλμών που μάγεψε τους θεατές. Ολοι γι’ αυτό μιλούσαν μετά.
Εκτός αυτού η ταινία είχε την αγνότητα της εποχής. Μας μετέφερε στο θερινό σινεμά αλλοτινών καιρών. Τότε που ο κόσμος γελούσε με απλούστερα πράγματα και, κυρίως, τότε που η ανθρώπινη συναναστροφή ήταν συχνότερη κι η διασκέδαση ήταν ταυτόσημη με τη συνάθροιση. Κι αν έλειπε το γιασεμί σήμερα, η ευωδιά του ήταν διάχυτη στο μαζί. Πλατιά χαμόγελα παντού και μια γλυκιά κούραση που έβρισκε απάγκιο κι, επιτέλους, έγερνε να ξαποστάσει.

Είμαι σίγουρη πως οι θαμώνες, εκείνο το βράδυ, ξεκουράστηκαν σαν μικρά παιδιά χωρίς σκοτούρες. Για δυο ώρες βούτηξαν με τη Σοφία Λόρεν στη θάλασσα της Υδρας και σκαρφίστηκαν μαζί της αφελείς δολοπλοκίες προκειμένου ν’ αποκτήσουν το αρχαίο άγαλμα. Η εξωστρέφεια και μόνο που δημιουργήθηκε απ’ αυτή την υπαίθρια οθόνη γαλήνεψε τις ψυχές, έδιωξε τις μοναξιές κι έδωσε την ψευδαίσθηση, έστω, μιας διευρυμένης οικογένειας όπου όλοι χωρούσαν, όλοι γελούσαν καλόκαρδα. Η ένταση είχε κάνει φτερά. Μήπως δεν είναι η έννοια της ψυχαγωγίας;
Πηγή:
