Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Άντρη Επιφανίου, «Το σώμα ξέρει», Εκδόσεις Ρώμη, 2025
Στην πρώτη συλλογή διηγημάτων της η Άντρη Επιφανίου αποκαλύπτει τη δύναμη μιας αυθεντικής πειστικής γραφής, που δεν συναρθρώνει απλώς την πλοκή ιστοριών σκιαγραφώντας μυθοπλαστικούς είτε υπαρκτούς κοινότοπους χαρακτήρες. Αποτυπώνει, κατ’ εξοχήν, έναν αληθινό κόσμο μακρόπνοης νοηματοδότησης με τα επιδέξια σύνεργα επιμελημένης προφορικότητας, συνυφαίνοντας το νήμα της επικοινωνιακής της αφήγησης στον ιστό της ανατομικής ψυχογράφησης και της αισθαντικής μέθεξης.
Καθημερινές σκηνές οικογενειακού βίου ή ανατρεπτικά δρώμενα φιλικών προσώπων, παραστατικά επεισόδια συζυγικών σχέσεων, ερωτικών φευγαλέων συναντήσεων, καταπιεσμένων ή ανεκπλήρωτων ερώτων, περιγραφικές αναδιηγήσεις και συνειρμικά στιγμιότυπα συγκινησιακών αναπολήσεων, που ζωντανεύοντας αγαπημένους ανθρώπους χαρτογραφούν νοερά τοπία, οικείους χώρους και γνώριμες τοποθεσίες ακατάπαυστων διαδρομών είτε ξαναζώντας τα παιδικά σκιρτήματα των αλλοτινών χαρούμενων χρόνων στη θαλασσοφίλητη πόλη.
Θραύσματα μνήμης και σπαράγματα νου, θλιβερά απομεινάρια καρδιάς και αποστάγματα ψυχικής ενατένισης, διακυμάνσεις και μετεωρισμοί σκέψεων, συναισθημάτων και προβληματισμών μέσα από τις ρωγμές της λύπης και τα χαράγματα του πόνου έως την κατάρρευση των ονείρων και τη συντριβή της απώλειας, που πυροδοτούν το άλγος και αναξέουν το ανεπούλωτο τραύμα.
Από τα 27 διηγήματα οι τρεις πρώτες αυτοτελείς διηγήσεις συνιστούν το τρίπτυχο της εκτενέστερης ενότητας, που επιγράφεται «Το σώμα ξέρει – Σε τρεις χρόνους» και που δανείζει κατά το ήμισυ τον τίτλο στο βιβλίο. Ευστόχως ενδεικτικοί οι χρωματισμοί της θαλασσογραφίας στο εξώφυλλο, για να προϊδεάζουν όχι μόνο το υπόβαθρο των τριών ιστοριών, αλλά και αρκετών άλλων εξιστορήσεων την εντοπιογραφική σκηνογραφία. Στο προσκήνιο κατ’ αρχήν, της χαρακτηρολογικής φιλοτέχνησης δεσπόζει η ηρωίδα, ακριβολογικά και μεταφορικά.
Η παιδίατρος Μαρίνα, αφοσιωμένη στο ανθρωποκεντρικό της λειτούργημα, θέτει υπεράνω όλων την άμεση ανταπόκριση στο καθήκον. Ωστόσο, το έκτακτο περιστατικό με το αγοράκι των πληγιασμένων ποδιών από την καυτή άμμο, αφυπνίζει έντονες τις αναμνήσεις της παιδικής της ηλικίας επαναφέροντας τις εικόνες της ξανθής ζεστής αμμουδιάς της δικής τους ολόδροσης θάλασσας. Επώδυνος ο αποχωρισμός και επίπονη η στέρηση μακριά από την αξέχαστη εκείνη παραλία, όπου φύτρωναν τα μυρωμένα κρινάκια κάτω από τα εμβληματικά ξενοδοχεία. Καταφύγιο παραμυθίας και δύναμη αγωνιστικής πάλης η θάλασσα, ύστερα από μια δύσκολη ιατρική διάγνωση για τη Σοφία του επόμενου διηγήματος.
Τα τοπωνυμικά παραθαλάσσια ορόσημα «Ναυτικός Όμιλος» και «Λουλουδιές» παραπέμπουν στη γενέτειρα της συγγραφέως, που στήνει και πάλι με αισθήματα υποβλητικής συγκίνησης το σκηνικό της στην πολυφίλητη θάλασσα. Εκεί όπου η ανώνυμή της ηρωίδα θα γνωρίσει τον ευγενικό αξιωματικό των Ηνωμένων Εθνών με τη φιλία τους να διακόπτεται την αποφράδα μέρα της 20ής Ιουλίου μέχρι τη μοιραία επανασυνάντησή τους σε μια πορεία διαμαρτυρίας για την πόλη της. Τότε που η φύση υπαγόρευσε στα σώματά τους τούς δικούς της απαρέγκλιτους νόμους.
Αλλά και μετά την τραγωδία του 1974 η προσφυγιά της επιβίωσης και της μετατόπισης ενίοτε από χώρα σε χώρα επεφύλασσε άλλες συμπτώσεις συγκυριακών γνωριμιών. Η Αμμοχωστιανή πρόσφυγας που θα βρεθεί με την οικογένειά της στην Αθήνα και θα ακολουθήσει νιόπαντρη τον άντρα της στη Γερμανία, ύστερα από τον χωρισμό τους θα πάρει το τραίνο της επιστροφής για την Κύπρο. Συνταξιδεύοντας στο ίδιο βαγόνι με τον φωτογράφο Ντενίζ, με το όχι τυχαίο όνομα που σημαίνει θάλασσα στα Τουρκικά, θα αναγνωρίσει ευθύς στις καλλιτεχνικές του φωτογραφίες τα θαλασσινά μέρη της πόλης της.
Όσο όμως κι αν τον κατέστησε κοινωνό των νοσταλγικών της βιωμάτων, εκείνος δεν της αποκάλυψε ότι ο πατέρας του είχε λάβει μέρος στην «ειρηνευτική επιχείρηση» και ούτε ότι έμενε στην ίδια πόλη, όταν οι νόμιμοι κάτοικοί της πήραν τους κοντινούς ή μακρινούς δρόμους της προσφυγιάς. Εύγλωττη η ακροτελεύτια αλληγορική αμφισημία, όταν «δεν ευχήθηκαν “στο επανιδείν”», ακολουθώντας ο καθένας τον προορισμό του, καθώς «ήξεραν και οι δύο ότι κάποια ποιήματα δεν γράφονται ποτέ.».
Ποικιλόθεμα τα εναύσματα που πυροδοτούν την έμπνευση της διηγηματικής γραφίδας και πολλαπλά τα μηνύματα της σημειολογίας που εκπέμπουν, μεταξύ των οποίων η συμβολική ευρηματικότητα στο ολιγοσέλιδο αριστοτεχνικό διήγημα «Ένα σκιάχτρο μόνο». Εύληπτος ο παραλληλισμός ανάμεσα στην πυρπολημένη Σμύρνη του 1922 και στη δορυάλωτη Αμμόχωστο του 1974 από τους ίδιους βάρβαρους κατακτητές. Συνεκδοχικό σημείο αναφοράς ο κηπουρός Ερμόλαος από τα βόρεια Κυπριακά παράλια, προφανώς, από την άλλη τουρκοκατεχόμενη πόλη μας, την Κερύνεια, που ήλθε «μισταρκός» στο Μικρασιάτικο αρχοντόσπιτο.
Αν το Ελληνικό άνθος της Ιωνίας τούρκεψε, της Κύπρου το ενδοξότατο καύχημα και της πάλαι ποτέ κοσμοπολίτικης άνθησης, έμεινε σκιάχτρο να τρομάζει τα εφιαλτικά όνειρα των οχτρών. Μια άδεια πολιτεία μοναξιάς και εγκατάλειψης, όπως με άφωνο σπαραγμό διαμηνύει το επίσης σημαντικό μικροδιήγημα αλληγορικού ανθρωπομορφισμού «Αδέσποτος στην Αμμόχωστο». Ο μόνος της κάτοικος ένας ορφανός σκύλος μετά τον θάνατο της μάνας του, που «τα πόδια του είναι κολλημένα στη γη». Αποκωδικοποιούμε τη σημασιολογία του βαθύτερου φραστικού νοήματος.
Τα διηγήματα της Άντρης Επιφανίου στην πλειονότητά τους σφραγίζει το Αμμοχώστειο ήθος των ακατάλυτων γενέθλιων δεσμών και ο άσβεστος πόθος του νόστου στην πατρογονική εστία. Εξ ου και η εκπλήρωση του τάματος από τον πρωτοπρόσωπο αφηγητή του διηγήματος «Μέσα στην πόλη φάντασμα», που συνηχεί με τη δική της ενδόμυχη επιθυμία. Ριψοκινδυνεύοντας ένα σούρουπο να επιστρέψει με τον συνοδοιπόρο Τουρκοκύπριο Σερντάρ στο σπίτι της παίρνει τέσσερα ιερά κειμήλια: τη γαμήλια φωτογραφία του παππού και της γιαγιάς, ένα βιβλίο ιστορίας, το τετράδιο της αδελφής της και έναν παιδικό κουμπαρά, ευρήματα που υποβάλλουν την άρρηκτη σχέση της προγονικής γενιάς και των ιστορικών της παραδόσεων με τους απογόνους των αξιοσέβαστων αξιών τους.
Αλλού μοιράζεται τον ενθουσιασμό της φίλης στο τηλέφωνο να της περιγράφει το μοναδικό στον κόσμο τουρκουάζ της Βαρωσιώτικης θάλασσας, αλλού μάς μεταφέρει στους μοσχομύριστους πορτοκαλεώνες, στις γειτονιές και τις εκκλησιές μας, θυμίζοντάς μας ακόμη τις μαστόρισσες Βαρωσιώτισσες ράφταινες στο σπίτι. Με τον αποφθεγματικό τίτλο του αντίστοιχου διηγήματος «Ράψιμο και Ξήλωμα» να προσομοιάζει στη ζωή μας πριν και μετά τον Αύγουστο του 1974.

Live
