Με αφορμή τις σημερινές προσπάθειες για έναρξη διαπραγματεύσεων στο Κυπριακό με στόχο την επίτευξη μιας βιώσιμης, λειτουργικής και υπό τις συνθήκες, δίκαιης λύσης, το ΚΥΠΕ προβαίνει σε μια αναδρομή στις σημαντικότερες πρωτοβουλίες επίλυσης του Κυπριακού από το 1974 μέχρι την εποχή μας. Καταθέτουν εκτιμήσεις και απόψεις δυο βαθείς γνώστες του κυπριακού, ο τέως διαπραγματευτής Ανδρέας Μαυρογιάννης και ο πρώην Πρόεδρος της Βουλής Γιαννάκης Ομήρου, αναφορικά με τις επιλογές της ελληνοκυπριακής πλευράς, τις λεγόμενες χαμένες ευκαιρίες, το Σχέδιο Ανάν, το Κραν Μοντανά και τις προϋποθέσεις για μια μελλοντική συμφωνία.
Η δικοινοτική ομοσπονδία η μέγιστη παραχώρηση της ε/κ πλευράς, λέει στο ΚΥΠΕ ο Ανδρέας Μαυρογιάννης
Η δικοινοτική ομοσπονδία ήταν η «μέγιστη παραχώρηση» που έκανε η ελληνοκυπριακή πλευρά, ανέφερε στο ΚΥΠΕ ο Ανδρέας Μαυρογιάννης, διαπραγματευτής της Ε/κ πλευράς μεταξύ 2013 και 2022, και μέλος της διαπραγματευτικής ομάδας υπό τους Προέδρους Γλαύκο Κληρίδη και Τάσσο Παπαδόπουλο, σχετικά με τα σχέδια επίλυσης του Κυπριακού μετά το 1974.
Επεσήμανε επίσης ότι η ιδέα του «μακροχρόνιου αγώνα», όχι μόνο δεν επιβεβαιώθηκε, αλλά οδήγησε σε πολύ πιο δύσκολα δεδομένα, διότι τα τετελεσμένα επί εδάφους επιδεινώνονται.
Ερωτηθείς από το ΚΥΠΕ αν πιστεύει ότι θα μπορούσε να γινόταν κάτι διαφορετικό μετά το 1974 που ίσως θα βοηθούσε προς την εξεύρεση μιας λύσης, ο κ. Μαυρογιάννης εξέφρασε την άποψη ότι «μας διαπερνούσε πάντα φόβος και ατολμία και συνήθως περνούσε καιρός για να καταλάβουμε τα πράγματα και να είμαστε σε θέση να προχωρήσουμε». Μετά την τουρκική εισβολή του 1974, είπε, η Ε/κ πλευρά «μέσα στην τραγωδία της εισβολής και της κατοχής και της απελπισίας, είχε προβεί σε μια πάρα πολύ σημαντική παραχώρηση που ήταν η ιδέα της ομοσπονδοποίησης του τόπου».
Σημείωσε ότι το 1977, με τα τέσσερα σημεία Μακαρίου-Ντενκτάς η ελληνοκυπριακή πλευρά αποδέχτηκε την ιδέα της δικοινοτικής ομοσπονδίας και σιγά σιγά με τα χρόνια αργότερα, μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1980, μπήκε και η ιδέα της διζωνικότητας που σημαίνει δύο μόνο περιοχές. «Αυτή ήταν η μέγιστη παραχώρηση που έκανε η ε/κ πλευρά. Την έκανε όμως μέσα στα πλαίσια μιας αντίληψης ότι κάνω εγώ αυτή την παραχώρηση αλλά αναμένω την αποχώρηση των στρατευμάτων, αναμένω την εδαφική αναπροσαρμογή, αναμένω την επιστροφή των προσφύγων, αναμένω την ρύθμιση του περιουσιακού και ούτω καθεξής». «Όλα αυτά που πήγαν;», διερωτήθηκε.
«Και έτσι μπήκαμε όμως για τόσα πολλά χρόνια στη συζήτηση όλων των άλλων διαστάσεων εκτός από αυτές τις δύο – την αποχώρηση των στρατευμάτων και την κατάργηση των εγγυήσεων» είπε, σημειώνοντας ότι γι’ αυτό ήταν πολύ σημαντικό ότι για πρώτη φορά μετά το 1974, στο Κράν Μοντανά και μερικούς μήνες πριν, και στη Γενεύη, «συζητήσαμε για πρώτη φορά όλο το πακέτο περιλαμβανομένου και του εδαφικού και του ζητήματος των εγγυήσεων και του ζητήματος της αποχώρησης των στρατευμάτων».
«Και είναι μόνο έτσι που μπορεί να λυθεί το Κυπριακό, να είναι ένα ολοκληρωμένο πακέτο που να κερδίζει κάθε πλευρά, τουλάχιστον την ικανοποίηση των βασικών ανησυχιών της», επεσήμανε. Σημείωσε ότι η ανησυχία των Ελληνοκυπρίων είναι το εδαφικό/περιουσιακό, και τα στρατεύματα εγγύησης, και των Τουρκοκυπρίων, είναι περισσότερο η ουσιαστική συμμετοχή στην διακυβέρνηση και να μην καταπατούνται τα δικαιώματα τους στο πλαίσιο μιας λύσης επειδή είναι η μικρότερη κοινότητα.
Ερωτηθείς σχετικά με το Αμερικάνο-Βρετανο-Καναδικό Σχέδιο του 1978, και στο που προσκρούσαμε, είπε ότι «δεν υπήρξε πραγματική διάθεση ούτε από δική μας πλευράς, ούτε από τουρκικής πλευράς για να γίνει περαιτέρω διαπραγμάτευση και φάνηκε ότι ήταν και λίγο βεβιασμένο».
«Αλλά ίσως η κριτική που μπορεί να ασκήσει κάποιος και στη δική μας ηγεσία τότε και στην ηγεσία των Τουρκοκυπρίων είναι ότι ένα σχέδιο πρέπει να τύχει διαπραγμάτευσης. Δηλαδή το να λες ένα όχι από την αρχή δεν είναι ιδιαίτερα εποικοδομητικό», πρόσθεσε.
Αναφέρθηκε σε αυτό που έλεγε ο Αμερικανός Πρόεδρος Τζον Κένεντι, ότι «δεν πρέπει να διαπραγματεύεσαι υπό το κράτος φόβου, αλλά δεν πρέπει να φοβάσαι και να διαπραγματεύεσαι».
Το Σχέδιο, σημείωσε ο κ. Μαυρογιάννης, έδινε προτεραιότητα στην επιστροφή της Αμμοχώστου εκφράζοντας την άποψη ότι, επειδή ήταν κοντά στην εισβολή, το να μπορούσε να προωθηθεί, «θα απάμβλυνε κάπως τα προβλήματα». «Δυστυχώς, το ότι δεν δεχτήκαμε καν να το συζητήσουμε, έδωσε περισσότερο χώρο στην ιδέα του μακροχρόνιου αγώνα», είπε, σημειώνοντας ότι ο μακροχρόνιος αγώνας, όπως το είπε ο Μακάριος, «δεν σήμαινε ότι δεν θέλουμε και δεν βιαζόμαστε. Σήμαινε ότι αν δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι καλό, δεν μπορούμε να πάμε πέρα από τα όριά μας. Και αυτό θόλωσε λίγο τις γραμμές».
Σημείωσε ότι, η βασική επιδίωξη των Ε/κ το 1977 «ήταν να κάνουμε παραχωρήσεις στην διακυβέρνηση για να κερδίσουμε στις εγγυήσεις, στα στρατεύματα, στο εδαφικό και στο περιουσιακό. Αυτή ήταν η λογική».
«Σήμερα ξεχάστηκε εντελώς. Μιλούμε για τη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία, ξεχνούμε όμως ότι αυτή ήταν η μέγιστη μας παραχώρηση για να μπορέσουμε να διασφαλίσουμε τα άλλα. Γι’ αυτό χρειάζεται μια καθαρότητα στο μυαλό μας», επεσήμανε, σημειώνοντας ότι το Σχέδιο αυτό «ήταν μια βάση προς διαπραγμάτευση».
Ο κ. Μαυρογιάννης σημείωσε ακόμη, ότι εκείνη την εποχή, «σε όρους πολιτικής ανάπτυξης», η ε/κ πλευρά ήταν στα πολύ πρώιμα στάδια. «Επειδή ήμασταν και στην αποικιοκρατία, δεν είχαμε θεσμούς, δεν είχαμε την πολιτική εμπειρία μέσα από τους αιώνες και μέσα από τα χρόνια που να μας επιτρέπει να αναλύουμε σωστά το τι γίνεται γύρω μας και να μπαίνουμε στην λογική που ισχύει κυρίως στις διεθνείς σχέσεις, ότι πρέπει να βρεις τους τρόπους να μεγιστοποιήσεις τα εθνικά σου συμφέροντα μέσα από τους υφιστάμενους μηχανισμούς», πρόσθεσε.
Κληθείς να σχολιάσει ότι αυτό το σχέδιο θεωρήθηκε ως προσπάθεια της Αμερικής για άρση του εμπάργκο όπλων κατά της Τουρκίας, είπε, «όντως», αλλά διερωτήθηκε αν ήταν αυτός λόγος να το απορρίψουμε. «Διότι, ως αποτέλεσμα της απόρριψης, και παρά το ότι είχαμε τον επόμενο χρόνο τα 10 σημεία Κυπριανού-Ντενκτάς και ούτω καθεξής, τελικά οδηγηθήκαμε στο ότι το εμπάργκο ήρθη χωρίς να έχουμε πάρει απολύτως τίποτα», πρόσθεσε.
Ο κ. Μαυρογιάννης ανέφερε ότι τα Σημεία Κουεγιάρ και η Δέσμη Γκάλι δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως σχέδια. Ανέφερε ότι ο κ. Κουεγιάρ, «ο οποίος ήταν πολύ καλός γνώστης του Κυπριακού», πριν γίνει Γενικός Γραμματέας ήταν εκπρόσωπος των ΕΕ στην Κύπρο. Ήξερε από μέσα το Κυπριακό, «είχε προτείνει μια σειρά από δείχτες, οι οποίοι θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια πολύ καλή βάση για διαπραγμάτευση». «Και την τότε εποχή δεν έγιναν αποδεκτοί οι Δείκτες Κουεγιάρ και δεν προχώρησε η υπόθεση», πρόσθεσε.
Σε σχέση με την Δέσμη Ιδεών Γκάλι, ο κ. Μαυρογιάννης σημείωσε ότι ήταν κάτι πολύ πιο προχωρημένο από τους Δείκτες Κουεγιάρ, αλλά ούτε και αυτό ήταν πλήρες σχέδιο. «Είχε όμως την βασική δομή της λύσης και επιδεχόταν περαιτέρω διαπραγμάτευσης. Δεν ήταν όπως ήταν το Σχέδιο Ανάν που ήταν κάτι που ήταν έτοιμο να πάει σε δημοψήφισμα», πρόσθεσε.
«Πλήρες σχέδιο, είχαμε μόνο το σχέδιο Ανάν και εκεί όπου φτάσαμε στο Κράν Μοντανά το 2017» σημείωσε ο κ. Μαυρογιάννης.
Σημείωσε ότι το Σχέδιο Ανάν τέθηκε σε δημοψήφισμα, και ήταν απόφαση του κόσμου να μην το δεχτεί.
Ερωτηθείς αν ήταν μια καλή βάση το Σχέδιο Ανάν, ο κ. Μαυρογιάννης ανέφερε ότι ο ίδιος προσωπικά δεν ήταν υπέρ του σχεδίου. «Παρά το ότι ήμουν ένας από τους βασικούς ανθρώπους στη διαπραγμάτευση, συνεργάτης τότε του Πρόεδρου Παπαδόπουλου στις διαπραγματεύσεις και μετά στο Μπούργκενστοκ, αλλά προσωπικά πιστεύω ότι ένα σχέδιο λύσης που είναι αποτέλεσμα επιδιαιτησίας, εξ’ ορισμού δεν είναι καλό, γιατί δεν είναι κάτι που έχει τύχει ελεύθερης διαπραγμάτευσης και αποφασίζει κάποιος τρίτος για σένα. Οπότε δεν πιστεύω ότι είναι ο τρόπος για να λυθεί το Κυπριακό», είπε.
Το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης μέχρι το Κραν Μοντανά ήταν εντελώς διαφορετικό γιατί ήταν αποτέλεσμα ελεύθερης διαπραγμάτευσης, σημείωσε. «Λάμβανε υπόψη και το ότι περιείχε το Σχέδιο Ανάν, που δεν πρέπει να πούμε ότι όλα ήταν κακά» πρόσθεσε.
«Οπότε κάποια από τα στοιχεία του Σχεδίου Ανάν σε συνάρτηση και με τα όσα είχαν συμφωνηθεί στη συνέχεια, είτε ήταν η Κοινή Δήλωση των Ηγετών του 2006 μαζί με τον (τότε Αναπληρωτή ΓΓ του ΟΗΕ, Ιμπραήμ) Γκαμπάρι και μετά όλες οι συγκλίσεις που έγιναν την εποχή του Πρόεδρου Χριστόφια μαζί με τον κ. Ταλάτ, μετά η Κοινή Διακήρυξη της 11ης Φεβρουαρίου του 2014, η οποία έλεγε σαφώς ότι μόνο το αποτέλεσμα ελεύθερης διαπραγμάτευσης μπορεί να είναι κάτι που να πάει σε δημοψηφίσματα, δημιουργήσαν τέτοιες συνθήκες που είχαμε από το 2015 μέχρι το 2017 ελεύθερες διαπραγματεύσεις» ανέφερε ο κ. Μαυρογιάννης. Σε αυτό, συνέχισε, συνέβαλε και το γεγονός ότι η Κύπρος ήταν πλέον μέλος της ΕΕ, «και προχωρήσαμε σε κάτι το οποίο εγώ προσωπικά χαρακτηρίζω ως πολύ καλύτερο από το σχέδιο Ανάν και το οποίο όμως δεν κατάφερε να ολοκληρωθεί διότι στο Κραν Μοντανά αποτύχαμε».
Ερωτηθείς αν η αποτυχία ήταν λόγω δισταγμού της Ε/κ πλευράς, είπε, «όχι καθόλου». «Ο λόγος που αποτύχαμε είναι ότι την τελευταία στιγμή η τουρκική πλευρά, ο κ. Τσαβούσογλου, δεν δέχτηκε δύο από τα έξι σημεία που είχε προτείνει ο Γενικός Γραμματέας». Σημείωσε ότι ο Γενικός Γραμματέας είχε προτείνει προς διαπραγμάτευση έξι σημεία, δύο από τα οποία ήταν για τις εγγυήσεις και για την αποχώρηση των στρατευμάτων τα οποία ο τότε Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Μεβλούτ Τσαβούσογλου «δεν αποδέχτηκε».
Ερωτηθείς, είπε ότι στο Κραν Μοντανά, «είχαμε φτάσει πολύ κοντύτερα παρά ποτέ».
Ερωτηθείς για αυτό που λέγεται από αρκετούς ότι χάθηκε μια ευκαιρία, ο κ. Μαυρογιάννης σημείωσε ότι «βεβαίως χάθηκε μια ευκαιρία. Αλλά είναι ένα να λέμε ότι χάθηκε μια ευκαιρία και είναι άλλο να λέμε ότι χάθηκε διότι φταίμε εμείς».
«Υπήρξε την τελευταία στιγμή αδυναμία από μέρους του κ. Τσαβούσογλου να δεχτεί, για παράδειγμα, ότι καταργούνται άμεσα οι εγγυήσεις όπως είχε ζητήσει ο Γενικός Γραμματέας και μπαίνουμε σε μια διαδικασία δραστικής μείωσης του αριθμού των στρατευμάτων αλλά από μια οπτική γωνία πλήρους αποχώρησης» ανέφερε. «Έμεινε ανοικτό και το πώς ακριβώς θα φύγουν τα τελευταία αποσπάσματα και για αυτό είχε πει ο Γενικός Γραμματέας να καλέσουμε και τις εγγυήτριες δυνάμεις για να συζητήσουμε και τον τρόπο που θα αποχωρήσουν τα τελευταία αγήματα. Αλλά τελικά ο κ. Τσαβουσόγλου μας είπε στο Κραν Μοντανά ότι όχι, θα μειωθούν δραστικά, αλλά εκείνα τα οποία θα μείνουν, τα τελευταία αποσπάσματα, θα μείνουν για πάντα», πρόσθεσε.
«Μακροχρόνιος αγώνας»
Ο κ. Μαυρογιάννης αναφέρθηκε στην ιδέα του «μακροχρόνιου αγώνα», η οποία όπως είπε, στηρίζεται στο να υπάρξουν καλύτερες συνθήκες.
«Η οποία, βέβαια, ως ιδέα, όχι μόνο δεν επιβεβαιώθηκε, αλλά περάσαμε σε πολύ πιο δύσκολα, διότι τα τετελεσμένα του εδάφους επιδεινώνονται», πρόσθεσε. Οπότε, συνέχισε, «αφ’ ενός τούτη η ιδέα δεν λειτουργεί, αλλά, από την άλλη, είναι γεγονός ότι είχαμε μία μοναδική ευκαιρία, το ότι μπήκαμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004 και είναι ένας από τους κύριους λόγους που βεβιασμένα φτάσαμε στα δημοψηφίσματα του 2004 για να αποτραπεί η ένταξη της Κύπρου χωρίς λύση».
«Και ευτυχώς η Κύπρος μπήκε ως κανονικό μέλος το 2004. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να έχουμε μία ευκαιρία, που ήταν αυτή του 2017, όπου, ακριβώς λόγω της ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ, αυτό που είχαμε στο τραπέζι ήταν πολύ καλύτερο από αυτό που είχαμε το 2004. Οπότε, ναι, κάθε πέρσι και καλύτερα, αλλά υπήρχε αυτή η εξαίρεση», είπε ο κ. Μαυρογιάννης.
Τέλος, ερωτηθείς σχετικά με τον δρόμο προς τα εμπρός, ο κ. Μαυρογιάννης επεσήμανε ότι «πρέπει να διαφυλάξουμε το κεκτημένο της διαδικασίας, και δεν πρέπει να χάσουμε και τα έξι σημεία του Γενικού Γραμματέα, του κ. Γκουτέρες».
Οι συμφωνίες υψηλού επιπέδου «η πλέον καθοριστική εξέλιξη» για μετέπειτα πορεία προσπαθειών για λύση Κυπριακού, ανέφερε στο ΚΥΠΕ ο πρώην Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, Γιαννάκης Ομήρου
Κληθείς από το ΚΥΠΕ να σχολιάσει τα σχέδια επίλυσης του Κυπριακού, ο κ. Ομήρου σημείωσε ότι, μετά την τραγωδία του 1974, «η πλέον καθοριστική εξέλιξη» για τη μετέπειτα πορεία των προσπαθειών για λύση του Κυπριακού προβλήματος, υπήρξε η συνομολόγηση των συμφωνιών υψηλού επιπέδου Μακαρίου – Ντενκτάς και Κυπριανού – Ντενκτάς του 1977, και του 1979. «Με αυτές τις συμφωνίες γινόταν δεκτή από την Ελληνική Κυπριακή πλευρά, η ομοσπονδιακή μορφή λύσης του Κυπριακού, με ισχυρή αναφορά στις «ελευθερίες διακίνησης, εγκατάστασης και στο δικαίωμα ιδιοκτησίας» (συμφωνία Μακαρίου – Ντενκτάς 1977) και «σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των βασικών ελευθεριών όλων των πολιτών σε ολόκληρη την Κυπριακή Δημοκρατία» (Συμφωνία Κυπριανού – Ντενκτάς 1979)», σημείωσε.
Σύμφωνα με τον κ. Ομήρου, σχέδια επίλυσης του Κυπριακού στο πλαίσιο των πρωτοβουλιών του ΟΗΕ, «που ωστόσο δεν τελεσφόρησαν, αφού δεν οδήγησαν σε συμφωνία, ήταν οι «ιδέες Γκάλι» το 1992 και το «πλαίσιο Γκουτέρες» το 2017, το οποίο επίσης δεν οδήγησε σε συμφωνία, λόγω άρνησης της Τουρκίας να αποδεχθεί την κατάργηση των εγγυήσεων, του μονομερούς επεμβατικού δικαιώματος και την συνολική αποχώρηση των στρατευμάτων της από την Κύπρο».
Κάνοντας αναφορά στο αποκαλούμενο «Αμερικανοβρετανοκαναδικό σχέδιο λύσης» το οποίο υποβλήθηκε το 1978 μετά την άνοδο Τζίμι Κάρτερ στην προεδρία των ΗΠΑ το 1977 και το οποίο κοινοποιήθηκε στον τότε Γ.Γ του ΟΗΕ Κούρτ Βαλντχαϊμ και στους Νίκο Ρολάνδη, Υπουργό Εξωτερικών της Κύπρου και στον Ραούφ Ντενκτάς στις 10 Νοεμβρίου του 1978, στη Νέα Υόρκη, ο κ. Ομήρου σημείωσε ότι, «παρά τις πολλές συζητήσεις που υπήρξαν για την απόρριψη του σχεδίου από την πλειοψηφία της τότε Κυπριακής πολιτικής ηγεσίας, εν τούτοις δεν υπάρχει τεκμηριωμένη μαρτυρία ότι αυτό το σχέδιο έγινε δεκτό από την τουρκική πλευρά, προκειμένου να συζητηθεί επίσημα με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας».
«Αξιοσημείωτες», σημείωσε ο κ. Ομήρου είναι και οι προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού μετά την επίσκεψη του Αμερικανού απεσταλμένου στην Κύπρο Κλάρκ Κλίφορτ το 1977 και την αποδοχή από τον Πρόεδρο Μακάριο της υποβολής «προτάσεων επί χάρτου» για το εδαφικό. «Η προσπάθεια κατέρρευσε σε συνομιλίες στη Βιέννη, όταν η τουρκική πλευρά αρνήθηκε να υποβάλει αντίστοιχη πρόταση ή αντιπρόταση, αντίθετα από τις διαβεβαιώσεις Κλίφορτ προς τον Μακάριο», πρόσθεσε.
Το μοναδικό ολοκληρωμένο σχέδιο επίλυσης του Κυπριακού, σημείωσε, αποτέλεσε το σχέδιο Ανάν για ένα πολύπλοκο «συνεταιρισμό δύο συνιστώντων κρατιδίων», το οποίο «απορρίφθηκε από την συντριπτική πλειοψηφία του Κυπριακού Ελληνισμού σε ταυτόχρονα δημοψηφίσματα της Ελληνικής και Τουρκικής κοινότητας τον Απρίλιο του 2004», ενώ οι Τουρκοκύπριοι απάντησαν θετικά υπέρ της αποδοχής του σχεδίου.
«Οι προσδοκίες και τα αιτήματα της ελληνικής κυπριακής πλευράς δεν ικανοποιήθηκαν και οι ανησυχίες του κυπριακού Ελληνισμού δεν αντιμετωπίστηκαν», ανέφερε ο κ. Ομήρου, κάνοντας αναφορά σε, «κορυφαία θέματα όπως οι μόνιμες αποκλίσεις από το κοινοτικό κεκτημένο, όπως ο περιορισμός της ελευθερίας εγκατάστασης, η εσαεί παραμονή τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο, η επέκταση των εγγυητικών δικαιωμάτων της Τουρκίας στη διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας και της συνταγματικής τάξης των κρατιδίων και η ουσιαστική παραμονή του συνόλου των παρανόμως εισαχθέντων στην Κύπρο εποίκων».
Αναφέρθηκε ακόμη στην αβεβαιότητα επιστροφής των εδαφών υπό ε/κ Διοίκηση, «αφού τα Ηνωμένα Έθνη δεν ανέλαβαν πλήρη ευθύνη και εγγύηση για κάτι τέτοιο», στην «για πέντε χρόνια νεφελώδη συμπροεδρία», στην κατάργηση του περιορισμού 5% σε ότι αφορά την συνεχή ροή Τούρκων από την Τουρκία, στη μόνιμη παρέκκλιση σε ό,τι αφορά το δικαίωμα εγκατάστασης και στις «πολυδαίδαλες και πολύπλοκες ρυθμίσεις στα θέματα αποζημιώσεων και στην οικονομία».
«Ο Κυπριακός Ελληνισμός προσβλέπει σταθερά και επιθυμεί διακαώς την επίτευξη λύσης, η οποία θα τερματίζει την κατοχή, θα προβλέπει την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων, την κατάργηση των αναχρονιστικών εγγυήσεων και του μονομερούς δικαιώματος επέμβασης», είπε ο κ. Ομήρου καταλήγοντας. «Μια λύση που θα διασφαλίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες με εφαρμογή των αρχών του Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου» και που δεν θα είναι ετεροβαρής, με αβεβαιότητες, «εποικοδομητικές ασάφειες», εκκρεμότητες και κινδύνους. «Λύση δημοκρατική, λειτουργική και βιώσιμη. Που να διασφαλίζει την αρμονική συμβίωση Ε/Κ και Τ/Κ σε ένα ομοσπονδιακό μεν αλλά κοινό και ενωμένο κράτος με μια διεθνή νομική προσωπικότητα, μία κυριαρχία και μία ιθαγένεια», είπε.
Το ΚΥΠΕ ζήτησε απόψεις και από μια σειρά άλλων επιφανών πολιτικών και τεχνοκρατών που είχαν παρατεταμένη και ουσιαστική εμπλοκή στο Κυπριακό, ωστόσο για διάφορους λόγους, αρκετοί από αυτούς επιφυλάχθηκαν ή δεν ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση.
Live
