Ξεσηκώθηκε ο ακροδεξιός εσμός με αφορμή το γεγονός ότι η ηθοποιός που υποδύεται την Πηνελόπη στην Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν είναι μαύρη και όχι λευκή ως όφειλε να απεικονίζεται ως Αρχαία Ελληνίδα. Θεωρήθηκε ανοσιούργημα ο υπαινισμός ότι οι Αρχαίοι Έλληνες δεν ήταν κατάλευκοι. Βεβαίως, όπως συχνά συμβαίνει με την ελληνική Ακροδεξιά, ο ρατσισμός συνάντησε την άγνοια και τη βλακεία. Στην αρχαία Ελλάδα η έννοια της φυλετικής λευκότητας δεν υπάρχει. Υπάρχουν μόνο κάποιες θετικές αναφορές στο ανοιχτόχρωμο χρώμα του προσώπου, πρωτίστως γιατί δηλώνει άνθρωπο (συνήθως γυναίκα) που δεν εργάζεται χειρωνακτικά στο ύπαιθρο.Ούτε έχουμε κάποια ένδειξη ότι οι Αρχαίοι Έλληνες αυτοπροσδιορίζονταν ως «λευκοί» ή ακόμη και ότι απεικόνιζαν εαυτούς ως λευκούς. Ούτε τα αρχαία αγάλματα και ανάγλυφα απεικόνιζαν τα σώματα σε κάποια λευκότητα. Τα αγάλματα ήταν βαμμένα και δη σε έντονα χρώματα και η ταύτιση της κλασικής αρχαιοελληνικής αισθητικής με το απέριττο λευκό του μάρμαρου είναι κατά βάση μια παρερμηνεία επειδή τα χρώματα ξεπλύθηκαν με τους αιώνες. Άλλωστε, μια ματιά στις σωζόμενες μινωικές τοιχογραφίες δεν αποτυπώνει ακριβώς μια «λευκή» αισθητική ως προς τα ανθρώπινα σώματα. Ούτε βέβαια οι αρχαίοι Έλληνες σκέφτονταν με όρους φυλετικούς και δη ότι από τη μια ήταν οι λευκοί και από την άλλοι οι μη λευκοί βάρβαροι. Εξ ου και οι ιστορικά καταγεγραμμένες επιρροές από άλλους λαούς και πολιτισμούς (π.χ. τον Αιγυπτιακό). Άλλωστε, τα ομηρικά έπη δεν ορίζουν καν την αντίθεση Ελλήνων και Τρώων με φυλετικούς όρους, αντιθέτως αμφότεροι μοιράζονται κοινές πολιτισμικές αναφορές – καθόλου τυχαία η Ρώμη στον Αινεία ανάγει την καταγωγή της.Κα
Ξεσηκώθηκε ο ακροδεξιός εσμός με αφορμή το γεγονός ότι η ηθοποιός που υποδύεται την Πηνελόπη στην Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν είναι μαύρη και όχι λευκή ως όφειλε να απεικονίζεται ως Αρχαία Ελληνίδα. Θεωρήθηκε ανοσιούργημα ο υπαινισμός ότι οι Αρχαίοι Έλληνες δεν ήταν κατάλευκοι. Βεβαίως, όπως συχνά συμβαίνει με την ελληνική Ακροδεξιά, ο ρατσισμός συνάντησε την άγνοια και τη βλακεία. Στην αρχαία Ελλάδα η έννοια της φυλετικής λευκότητας δεν υπάρχει. Υπάρχουν μόνο κάποιες θετικές αναφορές στο ανοιχτόχρωμο χρώμα του προσώπου, πρωτίστως γιατί δηλώνει άνθρωπο (συνήθως γυναίκα) που δεν εργάζεται χειρωνακτικά στο ύπαιθρο.
Ούτε έχουμε κάποια ένδειξη ότι οι Αρχαίοι Έλληνες αυτοπροσδιορίζονταν ως «λευκοί» ή ακόμη και ότι απεικόνιζαν εαυτούς ως λευκούς. Ούτε τα αρχαία αγάλματα και ανάγλυφα απεικόνιζαν τα σώματα σε κάποια λευκότητα. Τα αγάλματα ήταν βαμμένα και δη σε έντονα χρώματα και η ταύτιση της κλασικής αρχαιοελληνικής αισθητικής με το απέριττο λευκό του μάρμαρου είναι κατά βάση μια παρερμηνεία επειδή τα χρώματα ξεπλύθηκαν με τους αιώνες. Άλλωστε, μια ματιά στις σωζόμενες μινωικές τοιχογραφίες δεν αποτυπώνει ακριβώς μια «λευκή» αισθητική ως προς τα ανθρώπινα σώματα. Ούτε βέβαια οι αρχαίοι Έλληνες σκέφτονταν με όρους φυλετικούς και δη ότι από τη μια ήταν οι λευκοί και από την άλλοι οι μη λευκοί βάρβαροι. Εξ ου και οι ιστορικά καταγεγραμμένες επιρροές από άλλους λαούς και πολιτισμούς (π.χ. τον Αιγυπτιακό). Άλλωστε, τα ομηρικά έπη δεν ορίζουν καν την αντίθεση Ελλήνων και Τρώων με φυλετικούς όρους, αντιθέτως αμφότεροι μοιράζονται κοινές πολιτισμικές αναφορές – καθόλου τυχαία η Ρώμη στον Αινεία ανάγει την καταγωγή της.
Κατά συνέπεια, μια χαρά θα μπορούσε η Πηνελόπη να απεικονίζεται ως μη λευκή και αυτό να είναι ούτε ανοσιούργημα ούτε ιστορική ανακρίβεια.
Άλλωστε, η ίδια η έννοια της λευκής φυλής δεν υπάρχει πριν τον 18ο αιώνα, όταν ο Λινναίος αποφασίζει να ταξινομήσει όχι μόνο τα ζωικά είδη, αλλά και τις ανθρώπινες «φυλές», αφήνοντάς μας ως «κληρονομιά», μια «χρωματική» παλέτα που ακόμη και σήμερα αποτελεί την αφετηρία του ρατσισμού: λευκό, ερυθρό, κίτρινο, μαύρο.
Και η στιγμή που εμφανίζεται και κωδικοποιείται η «λευκότητα» δεν είναι τυχαία. Είναι η εποχή της αποικιοκρατίας. Οι Ευρωπαίοι κατακτούν βίαια και εξανδραποδίζουν περιοχές, ενώ εγκαινιάζουν και την βαρβαρότητα του ατλαντικού δουλεμπορίου. Έχουν προηγηθεί οι Ισπανοί που έχουν καθιερώσει κανόνες «καθαρότητας αίματος», για να κατοχυρώσουν τις διακρίσεις σε βάρος των Εβραίων και των Αράβων.
Η «λευκή» φυλή έπρεπε να οριστεί πρωτίστως γιατί έπρεπε να οριστούν οι άλλες φυλές και δη ως κατώτερες. Γιατί εάν κάποιες φυλές ήταν κατώτερες από κάποιες άλλες, τότε μπορούσαν να υποστούν εξανδραποδισμό και ακραία εκμετάλλευση, ή ακόμη και γενοκτονία (και όταν η αποικιοκρατική τεχνική της γενοκτονίας μεταφέρθηκε στο εσωτερικό της Ευρώπης, είχαμε τη Shoah).
Η αρχαία Ελλάδα εντάχθηκε στον κανόνα της «λευκότητας» με καθυστέρηση και κυρίως επειδή στον 19ο αιώνα είχε αναχθεί σε συμβολική συμπύκνωση της αφετηρίας του ευρωπαϊκού και ευρύτερου «δυτικού πολιτισμού». Και έτσι οι Αρχαίοι Έλληνες, που πιθανώς δεν θα μας φαίνονταν και τόσο λευκοί και που σίγουρα δεν είχαν μια αντίληψη της λευκότητας, θεωρήθηκαν και αυτοί «λευκοί».
Έσπευσε και το νεαρό νεοελληνικό κράτος, να εκμεταλλευτεί την αναδυόμενη διαίρεση «λευκών» και «μη λευκών», να καπαρώσει μια θέση με τη μεριά των «λευκών» – αυτό που αργότερα θα ονομαστεί «Δύση» (και ακόμη πιο πρόσφατα, «σωστή πλευρά της ιστορίας») και να διεκδικήσει μια συνέχεια από του Αρχαίους Έλληνες. Άλλο τώρα, που στην περασμένη δεκαετία θα διαπιστώσει ότι τα ρατσιστικά στερεότυπα, περί «τεμπελιάς» κ.λπ., μια χαρά επιβίωναν ακόμη και απέναντι σε ένα «κράτος-μέλος».
Άλλωστε, στο μεταξύ η Ελλάδα από χώρα που έστελνε μετανάστες (που δεν αντιμετωπίζονταν πάντα ως ακριβώς «λευκοί»), είχε γίνει χώρα υποδοχής μεταναστών και προσφύγων και ο ρατσισμός είχε γίνει στοιχειό της καθημερινότητας.
Για όλους αυτούς τους λόγους καλό είναι να θυμόμαστε ότι η ιστορία της λευκότητας είναι μια ιστορία ρατσισμού και αποικιοκρατίας. Και όσοι σήμερα «εξανίστανται» γιατί μια φιγούρα από την αρχαία ελληνική επική ποίηση δεν απεικονίζεται όσο «λευκή» πρέπει να είναι, απλώς αποδεικνύουν το ρατσισμό τους. Σε τελική ανάλυση είναι και οι ίδιοι που επιχαίρουν όποτε βουλιάζει μια βάρκα στο Αιγαίο…
