Εννέα στις δέκα γυναίκες θα μιλούσαν στον γιατρό τους για τη βία που βιώνουν αν κάποιος τις ρωτούσε…

Εννέα στις δέκα γυναίκες θα μιλούσαν στον γιατρό τους για τη βία που βιώνουν αν κάποιος τις ρωτούσε…

​ Read More ​

Η βία δεν αφήνει μόνο ψυχολογικά τραύματα. Σύμφωνα με την καθηγήτρια Magdalena Simonis, οι επιπτώσεις της συχνά εκδηλώνονται μέσα από ένα ευρύ φάσμα προβλημάτων υγείας, τα οποία οδηγούν τις γυναίκες στα ιατρεία και στα νοσοκομεία χωρίς να αποκαλύπτεται η πραγματική αιτία.

Χρόνιοι πονοκέφαλοι, κοιλιακό και πυελικό άλγος, άγχος, κατάθλιψη, διαταραχή μετατραυματικού στρες, προβλήματα ύπνου, κατάχρηση ουσιών, σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες αποτελούν μερικές μόνο από τις πιθανές συνέπειες της κακοποίησης.

Για τον λόγο αυτό, οι επαγγελματίες υγείας βρίσκονται σε μια ειδική θέση ώστε να αναγνωρίσουν έγκαιρα τα προειδοποιητικά σημάδια. Συχνά είναι οι πρώτοι που έρχονται σε επαφή με τις γυναίκες όταν αυτές αναζητούν βοήθεια για συμπτώματα που δεν φαίνεται να εξηγούνται επαρκώς από κάποια οργανική νόσο.

Η βία κατά των γυναικών εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις σοβαρότερες αλλά και πιο υποτιμημένες απειλές για τη δημόσια υγεία παγκοσμίως. Πίσω από περιστατικά σωματικής κακοποίησης, που συχνά απασχολούν τη δημοσιότητα, κρύβεται ένα πολύ ευρύτερο φαινόμενο που περιλαμβάνει ψυχολογική, οικονομική, σεξουαλική και κοινωνική βία, με βαθιές επιπτώσεις στη σωματική και ψυχική υγεία εκατομμυρίων γυναικών.

Η ανάγκη αναγνώρισης και αντιμετώπισης του φαινομένου από τους επαγγελματίες υγείας βρέθηκε στο επίκεντρο συνέντευξης που παραχώρησε στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων και στη δημοσιογράφο Σοφία Παπαδοπούλου η ομογενής αναπληρώτρια καθηγήτρια Magdalena Simonis, γενική γιατρός, σύμβουλος υγείας στην αυστραλιανή κυβέρνηση, μέλος Διοικητικών Συμβουλίων οργανισμών υγείας και ερευνήτρια πρωτοβάθμιας περίθαλψης στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης.

Όπως επισημαίνει η Δρ Simonis, η υγεία των γυναικών δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στις ασθένειες ή στην αναπαραγωγική υγεία. Πρόκειται για μια σύνθετη πραγματικότητα που επηρεάζεται από κοινωνικούς, οικονομικούς και πολιτικούς παράγοντες, ενώ η βία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που υπονομεύουν την ευημερία και την ποιότητα ζωής των γυναικών.

Σύμφωνα με την ίδια, η οικογενειακή βία και η βία από στενό σύντροφο αποτελούν ενδημικά φαινόμενα στις σύγχρονες κοινωνίες. Στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι περίπου μία στις έξι γυναίκες ηλικίας άνω των 15 ετών θα βιώσει κάποια μορφή βίας στη διάρκεια της ζωής της.

Παρά την έκταση του προβλήματος, πολλές μορφές κακοποίησης παραμένουν αόρατες. Η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται συνήθως στη σωματική βία. Ωστόσο, οι γυναίκες συχνά υφίστανται οικονομικό έλεγχο, εκφοβισμό, ταπείνωση, απομόνωση από φίλους και συγγενείς, διαρκή υποτίμηση ή απειλές. Αυτές οι μορφές βίας μπορεί να μην αφήνουν εμφανή τραύματα, όμως έχουν εξίσου σοβαρές συνέπειες.

Όπως εξηγεί η Δρ Simonis, η βία αφορά πρωτίστως την άσκηση εξουσίας και ελέγχου. Οι δράστες επιχειρούν να επιβληθούν στις γυναίκες μέσα από συμπεριφορές που σταδιακά διαβρώνουν την αυτοπεποίθηση και την αίσθηση ασφάλειάς τους. Πολλά θύματα εγκλωβίζονται σε έναν φαύλο κύκλο φόβου, ενοχών και αυτοαμφισβήτησης, με αποτέλεσμα να δυσκολεύονται να αναζητήσουν βοήθεια.

Η οικογενειακή και έμφυλη βία παραμένει μια «αόρατη» κρίση δημόσιας υγείας

Ένα από τα πιο ανησυχητικά στοιχεία που παραθέτει η Δρ Simonis αφορά την επικοινωνία ανάμεσα στους γιατρούς και τις γυναίκες που βιώνουν βία.

Έρευνες του Safer Families Centre of Research Excellence στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης δείχνουν ότι εννέα στις δέκα γυναίκες θα μιλούσαν στον οικογενειακό ή γενικό γιατρό τους για περιστατικά οικογενειακής βίας, εφόσον ερωτηθούν σχετικά. Ωστόσο, μόλις ένας στους δέκα επαγγελματίες υγείας θέτει το συγκεκριμένο ερώτημα.

Το χάσμα αυτό αποδίδεται σε πολλούς παράγοντες. Ορισμένοι επαγγελματίες θεωρούν ότι η οικογενειακή βία αποτελεί προσωπικό ή κοινωνικό ζήτημα και όχι θέμα υγείας. Άλλοι φοβούνται ότι δεν διαθέτουν τα κατάλληλα εργαλεία για να διαχειριστούν μια αποκάλυψη κακοποίησης, ενώ σημαντικό ρόλο παίζουν και οι περιορισμοί χρόνου στις ιατρικές επισκέψεις.

Παρά τα εμπόδια, η Δρ Simonis υπογραμμίζει ότι η αναγνώριση της βίας μπορεί να ξεκινήσει με μια απλή, αλλά ουσιαστική, ερώτηση.

Όταν μια γυναίκα εμφανίζεται επανειλημμένα με συμπτώματα άγχους, κατάθλιψης ή χρόνιου πόνου, που δεν ανταποκρίνονται στις θεραπείες, οι επαγγελματίες υγείας καλούνται να διερευνήσουν βαθύτερα την καθημερινότητά της.

Η ερώτηση «Πώς είναι τα πράγματα στο σπίτι;» μπορεί να αποτελέσει το πρώτο βήμα για να ανοίξει ένας ασφαλής διάλογος. Εάν η γυναίκα δείξει δισταγμό ή αναφέρει δυσκολίες, ο γιατρός μπορεί να συνεχίσει με πιο στοχευμένες ερωτήσεις, όπως αν αισθάνεται φόβο ή ανασφάλεια στη σχέση της.

Η σημασία αυτής της προσέγγισης είναι τεράστια. Πολλές γυναίκες δεν θα μιλήσουν αυθόρμητα για την κακοποίηση που βιώνουν. Όταν, όμως, αισθανθούν ότι βρίσκονται σε ένα ασφαλές περιβάλλον, όπου θα ακουστούν χωρίς να κριθούν, είναι πολύ πιθανότερο να αποκαλύψουν όσα συμβαίνουν.

Η αναγνώριση της βίας είναι μόνο η αρχή. Εξίσου σημαντική είναι η αξιολόγηση του κινδύνου που αντιμετωπίζει η γυναίκα.

Σύμφωνα με τη Δρα Simonis, υπάρχουν συγκεκριμένοι παράγοντες που συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο σοβαρού τραυματισμού ή ανθρωποκτονίας. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι απειλές θανάτου, η εγκυμοσύνη, η κατοχή όπλου από τον δράστη, η απόπειρα στραγγαλισμού και η κατάχρηση αλκοόλ ή άλλων ουσιών.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι ο κίνδυνος για μια γυναίκα δεν εξαφανίζεται όταν αποφασίσει να εγκαταλείψει μια κακοποιητική σχέση. Αντίθετα, οι πρώτοι μήνες μετά τον χωρισμό θεωρούνται συχνά η πιο επικίνδυνη περίοδος, καθώς ο δράστης ενδέχεται να κλιμακώσει τη βία προκειμένου να ανακτήσει τον έλεγχο.

Για τον λόγο αυτό, η παρέμβαση των επαγγελματιών υγείας πρέπει να συνοδεύεται από σχέδιο ασφάλειας και διασύνδεση με εξειδικευμένες υπηρεσίες υποστήριξης.

Η Δρ Simonis αναφέρεται στο μοντέλο LIVES του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, το οποίο καθοδηγεί τους επαγγελματίες υγείας στην αντιμετώπιση περιστατικών βίας. Το μοντέλο δίνει έμφαση στην προσεκτική ακρόαση, στη διερεύνηση της ασφάλειας της γυναίκας, στην αναγνώριση της εμπειρίας της, στην ενίσχυση της προστασίας της και στη σύνδεσή της με κατάλληλες υπηρεσίες.

Καθοριστικής σημασίας είναι η επιβεβαίωση προς τη γυναίκα ότι δεν φέρει καμία ευθύνη για την κακοποίηση που υφίσταται. Για πολλά θύματα η αναγνώριση αυτή αποτελεί το πρώτο βήμα προς την ανάκτηση της αυτοπεποίθησης και την αναζήτηση βοήθειας.

Το κεντρικό μήνυμα της δρος Simonis είναι ότι η βία κατά των γυναικών δεν αποτελεί ιδιωτική υπόθεση, αλλά ένα κρίσιμο ζήτημα δημόσιας υγείας. Οι συνέπειές της επηρεάζουν όχι μόνο τα θύματα, αλλά και τα παιδιά, τις οικογένειες, τις κοινότητες και συνολικά τα συστήματα υγείας.

Η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί ευρύτερη κοινωνική ευαισθητοποίηση, εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας και ανάπτυξη μηχανισμών έγκαιρης παρέμβασης. Σχολεία, χώροι εργασίας, δημόσιες υπηρεσίες και δομές υγείας καλούνται να συμβάλουν στη δημιουργία μιας κουλτούρας μηδενικής ανοχής απέναντι στη βία.

Όπως προκύπτει από τη συνέντευξη της ομογενούς επιστήμονα στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, η πρόκληση δεν είναι μόνο να ανταποκρινόμαστε όταν η βία έχει ήδη εκδηλωθεί, αλλά να δημιουργούμε συστήματα που μπορούν να την αναγνωρίζουν έγκαιρα και να προστατεύουν τις γυναίκες πριν η κατάσταση γίνει μη αναστρέψιμη. Και πολλές φορές, η αρχή μπορεί να γίνει με κάτι εξαιρετικά απλό: μια ερώτηση, έναν ασφαλή χώρο και τη διάθεση να ακούσουμε πραγματικά.

Δείτε τα θέμα:

Φάκελος Γυναικοκτονίες : Οι ζωές που χάθηκαν, οι φωνές που ζητούν δικαιοσύνη

Συνέντευξη – Φωτεινή Σιάνου: «Δεν αρκεί να μετράμε τα θύματα, πρέπει να αλλάξουμε την κοινωνία»

Εννέα στις δέκα γυναίκες θα μιλούσαν στον γιατρό τους για τη βία που βιώνουν αν κάποιος τις ρωτούσε…

Γυναικοκτονία: Η ανάγκη για ουσιαστική προστασία – 137 γυναίκες χάνουν καθημερινά τη ζωή τους

 ​Η βία δεν αφήνει μόνο ψυχολογικά τραύματα. Σύμφωνα με την καθηγήτρια Magdalena Simonis, οι επιπτώσεις της συχνά εκδηλώνονται μέσα από ένα ευρύ φάσμα  

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *