ViralΜιχάλης Παούρης: Όταν το μπουζούκι συναντά τον Μότσαρτ και ο Ταύρος τα GRAMMY
Από τον Ταύρο και τα πρώτα λαϊκά ακούσματα στο σπίτι, μέχρι τις μεγάλες διεθνείς σκηνές, τα φεστιβάλ, τα πανεπιστήμια, το Carnegie Hall, το Σπίτι του Μότσαρτ, την Όπερα της Δαμασκού και, πλέον,…
29 Σεπτεμβρίου 2026 · 00:48
Από τον Ταύρο και τα πρώτα λαϊκά ακούσματα στο σπίτι, μέχρι τις μεγάλες διεθνείς σκηνές, τα φεστιβάλ, τα πανεπιστήμια, το Carnegie Hall, το Σπίτι του Μότσαρτ, την Όπερα της Δαμασκού και, πλέον, την ένταξή του στην Recording Academy, την Ακαδημία που απονέμει τα GRAMMY Awards, η διαδρομή του μοιάζει περισσότερο με επίμονο προσωπικό στοίχημα παρά με μια συμβατική καλλιτεχνική καριέρα.

Μιχάλης Παούρης
Ο Έλληνας σολίστ που έκανε το Μπουζούκι διεθνή μουσική γλώσσα μιλά στον «Ε.Τ.»
Τον Ιούλιο του 2026 έγινε ο πρώτος διεθνούς φήμης Έλληνας σολίστ του μπουζουκιού που εντάχθηκε επίσημα στη Recording Academy ως Voting Member, με δικαίωμα συμμετοχής στις διαδικασίες ψηφοφορίας των GRAMMY, ενώ έγινε μέλος και της Latin Recording Academy, της Ακαδημίας των Latin GRAMMY.
Η εξέλιξη αυτή τον τοποθετεί μέσα στη διεθνή κοινότητα δημιουργών και επαγγελματιών της μουσικής που συμμετέχουν στον θεσμό. Για τον ίδιο, όμως, η ουσία δεν βρίσκεται μόνο στον τίτλο. Βρίσκεται στο μπουζούκι.
Στην προσπάθεια να αποδείξει ότι ένα όργανο που ο κόσμος έχει συνδέσει κυρίως με το ελληνικό λαϊκό τραγούδι μπορεί να συνομιλήσει με την τζαζ, την κλασική μουσική, τη σύγχρονη σύνθεση και τη διεθνή μουσική δημιουργία. Και αυτή η προσπάθεια, όπως λέει, δεν αφορά μόνο τον ίδιο. Αφορά την Ελλάδα.

Από τον Ταύρο, με ένα μπουζούκι στο χέρι
Η ιστορία ξεκινά στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Στο σπίτι της οικογένειας Παούρη στον Ταύρο, το ραδιόφωνο και το πικάπ έπαιζαν Καζαντζίδη, Διονυσίου, Ζαμπέτα και Χιώτη. Οι γονείς του δεν ήταν μουσικοί. Ήταν όμως άνθρωποι που αγαπούσαν βαθιά τη μουσική. Ο μικρός Μιχάλης γοητεύτηκε από τον ήχο. Στα πέντε του ζήτησε μπουζούκι. Οι γονείς του γέλασαν. Ήταν, άλλωστε, τόσο μικρός που το όργανο έμοιαζε σχεδόν μεγαλύτερο από εκείνον.
Δύο χρόνια αργότερα, το μπουζούκι ήρθε στα χέρια του. Και τότε άρχισε να συμβαίνει κάτι που ούτε ο ίδιος μπορούσε να εξηγήσει. Άκουγε ένα τραγούδι και μπορούσε πολύ γρήγορα να το αναπαράγει. Ο δάσκαλός του κατάλαβε νωρίς ότι είχε απέναντί του ένα παιδί με εξαιρετική μουσική αντίληψη. «Δεν τα καταλάβαινα όλα αυτά εγώ τότε. Αυτό που θυμάμαι όμως είναι πως είχα πολύ μεγάλη χαρά όταν έπαιζα μπουζούκι», έχει πει.

Ο Μιχάλης Παούρης 8 ετών
Οι συμμαθητές του έπαιζαν μπάλα και ποδήλατο. Εκείνος είχε το τρίχορδο. «Με φώναζαν τα παιδιά και δεν πήγαινα. Τους έλεγα “δεν γίνεται, θέλω να παίξω Μπουζούκι”». Στα δέκα του χρόνια άρχισε να εμφανίζεται σε νυχτερινό κέντρο στο Μοσχάτο. Ένα παιδί ανάμεσα σε ενήλικες μουσικούς και θαμώνες, που σύντομα έγινε η μικρή «ατραξιόν» του μαγαζιού.
Οι γονείς του ήταν πάντα δίπλα του. Ο πατέρας του τον πήγαινε, τον περίμενε, τον επέστρεφε σπίτι. Ως έφηβος συνέχισε να παίζει στα νυχτερινά κέντρα και κάθε πρωί ο Μιχάλης πήγαινε σχολείο. Ήταν μια παιδική και εφηβική ηλικία διαφορετική από τις συνηθισμένες. Αλλά ήταν η αρχή.

Ο Χιώτης, ο Θεοδωράκης και η πρώτη μεγάλη αναγνώριση
Ο Μανώλης Χιώτης έγινε από νωρίς το πρότυπό του. Όχι μόνο επειδή ήταν ένας από τους μεγάλους δεξιοτέχνες του μπουζουκιού, αλλά επειδή είχε ήδη επιχειρήσει να διευρύνει τα όρια του οργάνου, να το βγάλει από τα στενά όρια μιας συγκεκριμένης μουσικής χρήσης.
Αυτό ακριβώς θα επιχειρούσε αργότερα και ο Παούρης. Σε ηλικία 15 ετών συναντά τον Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος τον ακούει να παίζει «Δραπετσώνα» και «Χαρταετούς» με έναν δικό του τρόπο πιο πολύπλοκο και πιο ευρύ. Ο Θεοδωράκης τον χαρακτηρίζει «Φαινόμενο» και λέει συγκεκριμένα «Πιτσιρίκο είσαι Φαινόμενο. Μου θυμίζεις τον Χιώτη!» και αυτό σε ηλικία 15 ετών.
Η εντύπωση που του αφήνει είναι ισχυρή. Χρόνια αργότερα, οι δύο άνδρες συναντιούνται στο σπίτι του Μίκη μετά από μια εμφάνιση στο Ηρώδειο, σε εκδήλωση προς τιμήν του μεγάλου συνθέτη.

Μικής Θεοδωράκης και ο έφηβος (15 ετών) Μιχάλης Παούρης

Μίκης Θεοδωράκης και Μιχάλης Παούρης (2017)
Ο Παούρης θυμάται ακόμη τα λόγια του:
«Εγώ θυμάμαι πολύ καλά σε ποιον είπα ότι μου θυμίζει τον Χιώτη. Δεν το λέω παντού».
Για έναν νέο μουσικό, τέτοιες στιγμές δεν είναι απλώς φιλοφρονήσεις. Είναι σταθμοί.
Και ο Παούρης είχε ήδη αρχίσει να αντιλαμβάνεται ότι η διαδρομή του δεν θα ήταν συνηθισμένη.

Όταν αποφάσισε να βγάλει το μπουζούκι από τα όριά του
Μέχρι τα 20 του είχε παίξει σχεδόν παντού. Φεστιβάλ, μουσικές σκηνές, μεγάλες πίστες της Αθήνας, ακόμη και τα Αστέρια της Γλυφάδας. Κάποια στιγμή, όμως, αποφασίζει να αφήσει πίσω του τη νύχτα. Όχι επειδή δεν αγαπούσε τη μουσική που έπαιζε. Αλλά επειδή αισθανόταν ότι δεν υπήρχε η επικοινωνία που αναζητούσε μεταξύ των μουσικών πάνω στη σκηνή. Ήθελε τη μουσική ως διάλογο. Ως παιχνίδι. Ως ζωντανή επικοινωνία. Και τότε πήρε μία από τις σημαντικότερες αποφάσεις της ζωής του: να γίνει σολίστ.
Να δοκιμάσει το μπουζούκι εκεί όπου μέχρι τότε δεν το περίμεναν. Στην τζαζ και στην κλασική μουσική με πιο επίσημο αλλά και καινοτόμο τρόπο. Στη σύγχρονη σύνθεση. Σε αίθουσες και σκηνές όπου κυριαρχούσαν το πιάνο, το βιολί, η κιθάρα, τα πνευστά.
Η επιλογή δεν ήταν εύκολη. Και δεν έγινε χωρίς αντιδράσεις. «Μου έλεγαν πως αυτό δεν είναι μπουζούκι», θυμάται. «Ακόμα και σήμερα με κυνηγούν εδώ. Δεν αντέχουν ότι το κατάφερα. Ποτέ δεν είπα ακολουθήστε τον τρόπο μου και μόνο. Απέδειξα πως το Μπουζούκι δεν έχει όρια και περίμενα τουλάχιστον την αποδοχή των συναδέλφων μου. Διότι το υποκριτικό είναι να εξυμνείς τον Χιώτη για την ταχύτητα και τις σύγχρονες ιδέες που έφερε εκείνη τη χρυσή εποχή, αλλά να κυνηγάς εμένα για την εξέλιξη αυτών των δύο χαρακτηριστικών που θαύμασες στον Χιώτη.

Επίσης, οι ίδιοι άνθρωποι είναι αυτοί που σήμερα προσπαθούν να αποδομήσουν τον Χιώτη κι αυτό γιατί έπαιξαν τα κομμάτια του και ένιωσαν «κάποιοι». Για εμένα ο Μανώλης Χιώτης υπήρξε το πρότυπό μου. Όχι μόνο για τον τρόπο παιξίματος, αλλά γιατί όταν ένιωσε ότι πρέπει να υπάρξει εξέλιξη, το έπραξε. Κυνηγήθηκε, αλλά δεν σταμάτησε. Για μένα ο Χιώτης θα είναι πάντα ίδιας βαρύτητας και ιστορικής σημασίας πρόσωπο.
Αν δεν ήταν αυτός, δεν θα είχα εμπνευστεί και δεν θα είχα φτάσει το Μπουζούκι τόσο μακριά.» Η απάντησή του λοιπόν ήταν ουσιαστικά μία: Αν ο Χιώτης κατάφερε να βγάλει το μπουζούκι από τα στερεότυπα της εποχής του, γιατί να μην μπορεί το ίδιο όργανο να σταθεί σήμερα μέσα στα θέατρα και στις μεγάλες αίθουσες;
Η συνάντηση με τον Al Di Meola που άνοιξε τις πόρτες του κόσμου
Το 2011 αποτελεί κομβικό σημείο. Ο Παούρης θέλει να παρουσιάσει το μπουζούκι διαφορετικά. Και κάνει μια πρόταση που θα αλλάξει τη διαδρομή του. Θέλει να παίξει με τον θρύλο της κιθάρας Al Di Meola.
Είπε ο Al Di Meola: “Ο Μιχάλης Παούρης είναι Φαινόμενο. Είναι ο πιο γρήγορος παίχτης στον πλανήτη Γη. Είναι μια Ταπεινή Ιδιοφυία.”

Al Di Meola & Μιχάλης Παούρης στο εμβληματικό Bela Bartok Theatre στη Βουδαπέστη σε περιοδεία.
Η συνεργασία γίνεται στη Γαλλία, μπροστά σε περίπου 20.000 θεατές. Ο Di Meola δεν αντιμετωπίζει το μπουζούκι ως μια εξωτική πινελιά. Το αντιμετωπίζει ως ένα όργανο που μπορεί να σταθεί ισότιμα μέσα σε μια απαιτητική διεθνή μουσική σκηνή.
Από εκεί και μετά ανοίγουν πόρτες. Συναυλίες, φεστιβάλ, σεμινάρια, συνεργασίες και ταξίδια σε Ευρώπη, Αμερική και άλλες χώρες. Ο ίδιος δεν ήθελε να παρουσιάζει αυτό που έκανε ως «πειραματισμό». Ήθελε να αποδείξει ότι το μπουζούκι μπορεί να μιλήσει μια διαφορετική μουσική γλώσσα. Και το έκανε.
Από το Carnegie Hall μέχρι το Σπίτι του Μότσαρτ
Η διεθνής πορεία του Παούρη περιλαμβάνει εμφανίσεις και παρουσιάσεις έργου σε σημαντικούς χώρους και διοργανώσεις. Ανάμεσά τους το Carnegie Hall στη Νέα Υόρκη, το Σπίτι του Μότσαρτ στη Βιέννη και η Όπερα της Δαμασκού, αλλά και διεθνή φεστιβάλ και μουσικές διοργανώσεις. Στο Σάλτσμπουργκ, σε διαγωνισμό κλασικής μουσικής, παρουσιάζει το «Message for Mozart» με μπουζούκι και κατακτά πρώτο βραβείο.
Στο Σπίτι του Μότσαρτ στη Βιέννη, στην πλατεία του Αγίου Στεφάνου, θα συνδέσει ξανά το ελληνικό όργανο με το έργο «Virtuosonata No. 1» και κανείς από τους διαγωνιζόμενους δεν πίστευε ότι το έγραψε ο Παούρης σε 15 μέρες…
Και στην πορεία του θα φτάσει ακόμη και στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ωστόσο, όταν τον ρωτάς για τις μεγάλες αίθουσες, δεν στέκεται μόνο στα ονόματα. «Τη σημασία δεν την καθορίζει ο χώρος αλλά οι άνθρωποι που βρίσκονται μέσα σε αυτόν», λέει. Γιατί για εκείνον η μουσική δεν είναι επίδειξη. Είναι επικοινωνία.
Η Ελλάδα μέσα από έξι χορδές
Ο Μιχάλης Παούρης ταξιδεύει πολύ. Αμερική, Ρωσία, Ευρώπη, Μέση Ανατολή. Ένα ιρακινό μέσο έχει του έκανε αφιέρωμα για το έργο του. Σε χώρες όπως το Ιράκ, το Αζερμπαϊτζάν, το Ιράν, την Ινδία και την Τουρκία υπάρχουν άνθρωποι που γνωρίζουν το έργο του.
Τα βιβλία του χρησιμοποιούνται, σύμφωνα με τον ίδιο, σε εκπαιδευτικές δραστηριότητες και έχουν αποτελέσει αντικείμενο εργασιών και μελετών. Η δουλειά του φτάνει μέχρι πανεπιστημιακούς χώρους του δυτικού κόσμου.
Έχει ασχοληθεί με τη σχέση μουσικής και μαθηματικών, ενώ σε ακαδημαϊκό επίπεδο έχει παρουσιαστεί έρευνα που διενεργήθει από το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής με επικεφαλής τον κύριο Δημήτριο Νικολόπουλο.

Στο έργο του ΔΙΑΦΩΝΙΕΣ βρέθηκαν μοτίβα φράκταλ και η έρευνα δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό MATHEMATICS. Χαρακτηρίζεται βιβλιογραφικά ως μία από τις ευρύτερες έρευνες που έγινα ποτέ σε εν ζωή συνθέτη.
Για τον ίδιο, η μουσική και η μαθηματική σκέψη δεν είναι δύο ξένοι κόσμοι. Είναι δύο διαφορετικοί τρόποι να αντιλαμβάνεται κανείς την τάξη, την αρμονία και τη δημιουργία.

Κάπως έτσι εξηγεί και την ιδιαίτερη τεχνική του. Μιλά για την πολυμελωδική τεχνική του, με την οποία επιχειρεί να δημιουργεί ταυτόχρονα διαφορετικές μελωδικές γραμμές πάνω στο ίδιο όργανο. Ρυθμό – συγχορδίες, Μπάσο και μελωδία, μόνο με μια Πένα!
Μια καινοτομία που συζητιέται αυτή τη στιγμή παγκοσμίως. Μια προσέγγιση που δεν είχε γίνει ποτέ στην Κιθάρα και στο Μπουζούκι αλλά και σε άλλα έγχορδα με πένα. Και κάπου εδώ το μπουζούκι παύει να είναι απλώς ένα σύμβολο της ελληνικής μουσικής. Γίνεται εργαλείο σύγχρονης καλλιτεχνικής έκφρασης.
«Δεν με έχει βοηθήσει η Πολιτεία μέχρι σήμερα. Δεν ξέρω αν με γνωρίζει…»
Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά της ιστορίας. Η διεθνής πορεία του δεν συνοδεύτηκε, όπως λέει ο ίδιος, από κρατική χρηματοδότηση ή ουσιαστική στήριξη από την Πολιτεία.
Τον ρωτήσαμε ευθέως:
– Είχες ποτέ κάποια βοήθεια από την Πολιτεία; Για παράδειγμα από το Υπουργείο Πολιτισμού;
«Όχι. Η πορεία μου χτίστηκε χωρίς κρατική χρηματοδότηση ή κάποια ουσιαστική στήριξη από την Πολιτεία. Ό,τι έχω καταφέρει μέχρι σήμερα είναι αποτέλεσμα αμέτρητων ωρών μελέτης, προσωπικών θυσιών και της εμπιστοσύνης του κόσμου που ακολουθεί τη δουλειά μου».
Ο ίδιος λέει ότι είχε απευθυνθεί με email στο Υπουργείο Πολιτισμού χωρίς να λάβει απάντηση.
Δεν το κρύβει ότι το θεωρεί απογοητευτικό. «Είμαι σίγουρος ότι το email μου δεν έφτασε ποτέ εκεί που πρέπει. Δεν μπορώ να κατηγορήσω την Υπουργό ή τον Πρωθυπουργό που δεν έφτασαν στα χέρια τους οι επιστολές μου. Είμαι σίγουρος ότι αν είχαν φτάσει στα χέρια τους, θα υπήρχε άμεση κινητοποίηση και ευαισθητοποίηση. Όμως δυστυχώς, οι άνθρωποι που επιλέγουν τι αξίζει και τι όχι, φέρουν την ευθύνη αν πέταξαν το email μου.
Αν εσύ που είσαι ο υποδοχέας αυτών των email και διαβάζοντας την επιστολή ενός ανθρώπου με 69 Πρώτα Παγκόσμια Βραβεία την πετάς στα σκουπίδια, τότε δεν θα έπρεπε να εργάζεσαι σε καμία δομή που υπάρχει η λέξη Πολιτισμός.»
Την ίδια στιγμή, όμως, κάνει μια σαφή διάκριση. Το 2025 η Ακαδημία Αθηνών τον τίμησε με «Οίκοθεν Βραβείο», μία διάκριση που, σύμφωνα με την Ακαδημία, απονέμεται με δική της πρωτοβουλία.
«Αυτή η βράβευση όμως δεν ήταν από το κράτος, αλλά από τους επιφανείς ανθρώπους που με κοπιώδη εργασία έφτασαν στο υψηλότερο σημείο της Τέχνης ή της Επιστήμης τους», λέει. Και αυτή η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία για την πορεία του. Η Ακαδημία Αθηνών τον τίμησε για τη συνολική προσφορά του στη μουσική, ενώ η βράβευση παρουσιάστηκε ως ιδιαίτερη αναγνώριση της καλλιτεχνικής και συνθετικής του πορείας.
Η Ακαδημία Αθηνών και μια ιστορική αναγνώριση
Για τον Παούρη, το «Οίκοθεν Βραβείο» δεν είναι απλώς άλλη μία διάκριση σε μια μεγάλη συλλογή βραβείων.
Ο ίδιος το αντιμετωπίζει ως επιβεβαίωση μιας πορείας που ξεκίνησε από πολύ νωρίς και στηρίχθηκε στη μελέτη, στη σύνθεση και στην προσπάθεια να διευρύνει τα όρια του οργάνου.
Η διαδρομή του, όπως την περιγράφει, περιλαμβάνει περισσότερα από 2.000 πρωτότυπα έργα, 50 προσωπικά άλμπουμ και 12 βιβλία, ενώ αναφέρεται σε 69 πρώτα διεθνή βραβεία. Το «Οίκοθεν Βραβείο» της Ακαδημίας Αθηνών ήρθε τον Δεκέμβριο του 2025 και αποτέλεσε για τον ίδιο έναν σταθμό. «Είναι το τέλος του πρώτου μέρους και η δυναμική αρχή του δεύτερου», λέει χαρακτηριστικά. Και πράγματι, λίγους μήνες αργότερα ήρθε μία ακόμη διεθνής εξέλιξη.


Ο Μιχάλης Παούρης παραλαμβάνει το «Οίκοθεν Βραβείο» από τον πρόεδρο της Ακαδημίας κύριο Μιχαήλ Τιβέριο. 18 Δεκεμβρίου 2025 στην Πανηγυρική Συνεδρία της Ακαδημίας.
Ο πρώτος Έλληνας σολίστ του μπουζουκιού με ψήφο στα GRAMMY
Τον Ιούλιο του 2026 ο Μιχάλης Παούρης γίνεται μέλος της Recording Academy, της Ακαδημίας πίσω από τα GRAMMY Awards, ως Voting Member. Παράλληλα εντάσσεται στη Latin Recording Academy, τον οργανισμό πίσω από τα Latin GRAMMY.
Η ιδιότητα του Voting Member σημαίνει ότι συμμετέχει στις διαδικασίες ψηφοφορίας του θεσμού, μαζί με μέλη της διεθνούς μουσικής κοινότητας. Για τον ίδιο, όμως, η σημασία είναι μεγαλύτερη από μια προσωπική διάκριση. Είναι, όπως λέει, ένα ακόμη βήμα για τη διεθνή παρουσία του μπουζουκιού. Και εδώ βρίσκεται ίσως η πιο ενδιαφέρουσα διάσταση της πορείας του.
Ο Παούρης δεν θέλει απλώς να είναι ένας Έλληνας μουσικός που ταξιδεύει στο εξωτερικό.
Θέλει το ίδιο το μπουζούκι να ταξιδεύει μαζί του. Να ακούγεται σε χώρους όπου μέχρι χθες δεν ακουγόταν. Να διδάσκεται. Να μελετάται. Να εντάσσεται σε διαφορετικά μουσικά περιβάλλοντα. Να αντιμετωπίζεται ως όργανο με δυνατότητες πολύ πέρα από τα στερεότυπα που το συνοδεύουν.

Οι άνθρωποι που στάθηκαν δίπλα του
Καμία μεγάλη διαδρομή δεν γίνεται χωρίς ανθρώπους. Ο Παούρης δεν ξεχνά εκείνους που τον στήριξαν.
Αναφέρεται με ιδιαίτερη αγάπη και ευγνωμοσύνη πάντα στον Μανώλη Μιχαλάκη τον δάσκαλό του.
Κομβική συνεργασία όπως λέει ήταν με τον παραγωγό Άκη Γκολφίδη ο οποίος στήριξε τον Παούρη από την πρώτη στιγμή. Όπως και η Ελένη Δήμου.
Όταν τον ρωτήσαμε ποιους μουσικούς εκτιμάει είπε: Τον Παναγιώτη Λαλέζα, τον οποίο χαρακτηρίζει πυλώνα της παράδοσης και της διατήρησής της στον ελληνικό σύγχρονο νου, τον Βασίλη Κώστα, σημαντικό δεξιοτέχνη του λαούτου, αλλά και για τον, τον οποίο ξεχωρίζει για τους ανοιχτούς ορίζοντες και την ταπεινότητά του, τον εκπληκτικό κιθαριστή όπως λέει Παναγιώτη Μάργαρη, ο οποίος από την πρώτη στιγμή στηρίζει το έργο του Παούρη, τον σπουδαίο τζαζ κιθαρίστα Σπύρο Εξάρα, τον Δημήτρη Κεραμιδάκη, έναν σπουδαίο πιανίστα της τζαζ, κλασικής και της contemporary μουσικής.
Υπάρχουν είπε πολλοί Έλληνες εξαιρετικοί μουσικοί και έχει συνεργαστεί όπως ο Πέτρος Κούρτης αυτός ο μαγικός κρουστός, η Ζωή Τηγανούρια η εξαιρετική σολίστ του ακορντεόν όπως χαρακτηριστικά μας είπε. Μας έκανε ειδική αναφορά για τον ποιητή Διονύσιο Χριστοφοράτο, βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών για το έργο του «Μαγικός Οπτίλος» όπου μελοποιεί ο Παούρης αυτή την περίοδο. Σημαντικοί πολιτισμικά για εμάς, λέει ο Παούρης, είναι επίσης ο μοναδικός Δαυίδ Ναχμίας και ο απίστευτος σολίστ του Πιάνου Χρίστος Παπαγεωργίου.

Και φυσικά μιλά για τον Μίκη Θεοδωράκη. Για τον άνθρωπο που τον άκουσε έφηβο και αντιλήφθηκε πολύ νωρίς ότι μπροστά του υπήρχε κάτι ιδιαίτερο. Στη διαδρομή του υπάρχουν επίσης οι αναφορές σε προσωπικότητες όπως ο Μίμης Πλέσσας, ο οποίος έπαιξε στον δεύτερο δίσκο του Παούρη, ενώ για το έργο του έχουν μιλήσει θετικά ο Διονύσης Σαββόπουλος και η Μαρία Φαραντούρη, μεταξύ άλλων.
Ο Διονύσης Σαββόπουλος είπε: «Ο Παούρης κυνηγάει έναν εαυτό ο οποίος συνεχώς προπορεύεται!». Ο Παούρης δεν κρύβει τη συγκίνησή του όταν αναφέρεται σε αυτούς. Για έναν μουσικό που ξεκίνησε από ένα σπίτι στον Ταύρο, η αναγνώριση από σημαντικούς ανθρώπους της ελληνικής μουσικής ιστορίας έχει τη δική της βαρύτητα.
Από τον Al Di Meola στον Billy Sheehan
Η διεθνής λίστα συνεργασιών του δεν σταματά στον Al Di Meola. Ο Παούρης έχει συνεργαστεί με τον Stochelo Rosenberg, ενώ στο 50ό προσωπικό του άλμπουμ, «Sobre el Puente del Mañana», συνεργάζεται με σημαντικούς μουσικούς της διεθνούς σκηνής.
Ανάμεσά τους ο Billy Sheehan, ένας από τους πλέον αναγνωρισμένους μπασίστες της rock, ο ντράμερ Gergo Borlai, ο Gumbi Ortiz, γνωστός και από τη μακρόχρονη συνεργασία του με τον Al Di Meola, ο βιμπραφωνίστας Richard Szaniszlo, καθώς και οι σαξοφωνίστες Sandy Gabriel και Edgar Abraham.
Ο Billy Sheehan είπε σε συνέντευξή του «Έπαιξα στον δίσκο ενός σπουδαίου μουσικού. Ο Μιχάλης Παούρης αναγκάζεται να βάζει ρολόι όταν παίζει γιατί δεν πιστεύουν ότι όντως παίζει έτσι.» Το γεγονός ότι ένα ελληνικό μπουζούκι βρίσκεται στο ίδιο μουσικό περιβάλλον με τέτοιους διεθνείς μουσικούς λέει από μόνο του πολλά για το πεδίο στο οποίο επέλεξε να κινηθεί. Δεν θέλησε να περιορίσει το όργανο. Θέλησε να το δοκιμάσει.
«Η μουσική μου έχει γίνει αντικείμενο μελέτης»
Η συζήτησή μας κάποια στιγμή ξεφεύγει από τα βραβεία και τις συναυλίες. Πηγαίνει στη σχέση μουσικής και μαθηματικών. Ο Παούρης έχει γράψει και διδάξει πάνω στη μουσική, αλλά και πάνω σε ζητήματα που αγγίζουν τη φιλοσοφία της δημιουργίας. Έχει συγγράψει 12 βιβλία, μουσικά και φιλοσοφικά. Μιλά για τη σύνθεση, την αρμονία, τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα και την ιδέα ότι το χάος μπορεί να αυτοοργανώνεται.
Αναφέρεται στον Πυθαγόρα και στη σχέση αριθμού, λογικής και μουσικής. Και υποστηρίζει ότι ορισμένες από τις ιδέες που υπάρχουν μέσα στη μουσική του έχουν οδηγήσει σε ακαδημαϊκή έρευνα. «Στην αρχή δεν το περίμενα ότι θα καταλάβει κάποιος πως κάτι συμβαίνει στη μουσική μου», λέει. Για τον ίδιο, η μουσική δεν είναι μόνο ήχος. Είναι ένας τρόπος σκέψης.
Η παράδοση δεν είναι φυλακή
Υπάρχει ένα ακόμη στοιχείο που χαρακτηρίζει τη σκέψη του. Δεν απορρίπτει την παράδοση. Αντίθετα, λέει ότι έχει μελετήσει την παραδοσιακή μουσική, έχει παίξει ταμπουρά και έχει αναζητήσει τις ρίζες της ελληνικής μουσικής. Ταυτόχρονα, θεωρεί ότι η παράδοση δεν μπορεί να αποτελεί περιορισμό.
Η Ελλάδα, για εκείνον, δεν είναι ένα μουσείο. Είναι μια ζωντανή πολιτιστική ταυτότητα που μπορεί να συνομιλεί με το σύγχρονο. Αυτός είναι και ο λόγος που επιμένει τόσο πολύ στην αυθεντικότητα. «Το θέμα είναι να μην αλλοιώσεις την ταυτότητά σου», λέει. Να εξελίσσεσαι χωρίς να χάνεις το ποιος είσαι. Και ίσως αυτή να είναι η κεντρική ιδέα ολόκληρης της πορείας του.
«Είμαι περήφανος Έλληνας»
Τον ρωτάμε τι σημαίνει για εκείνον Ελλάδα; Η απάντησή του δεν είναι μια τουριστική εικόνα. Η Ελλάδα είναι η γλώσσα, η μουσική, η παράδοση, οι άνθρωποι, αλλά και η δυνατότητα να πάρεις κάτι που γεννήθηκε εδώ και να το κάνεις κατανοητό σε ολόκληρο τον κόσμο. Έχει ταξιδέψει σε χώρες όπου το μπουζούκι δεν αποτελούσε μέρος της καθημερινής μουσικής κουλτούρας.
Κι όμως, το πήρε μαζί του. Στη σκηνή. Στα πανεπιστήμια. Στα σεμινάρια. Στα φεστιβάλ. Στις διεθνείς συνεργασίες. Στις αίθουσες συναυλιών. Και πλέον σε έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς της παγκόσμιας μουσικής βιομηχανίας. Η Ελλάδα, λοιπόν, ταξιδεύει μαζί του μέσα από ένα όργανο που είναι βαθιά συνδεδεμένο με την ελληνική μουσική ταυτότητα.
Όταν κέρδισε το Πρώτο Παγκόσμιο Βραβείο στο Σπίτι του Μότσαρτ το κοινό φώναζε «Ο Μότσαρτ επέστρεψε σπίτι του!» κι εκείνος τους έλεγε: «Σας ευχαριστώ πολύ αλλά με λένε Μιχάλη Παούρη και είμαι από τον Ταύρο της Αθήνας.»
Υπάρχει μοναξιά πίσω από τη σκηνή;
Όμως η διαδρομή δεν ήταν μόνο επιτυχίες. Ο Παούρης μιλά για πόρτες που δεν άνοιξαν. Για προτάσεις που δεν έφτασαν ποτέ στους ανθρώπους στους οποίους απευθύνονταν. Για μια ελληνική μουσική πραγματικότητα στην οποία, όπως λέει, συχνά αισθάνθηκε ότι δεν υπήρχε χώρος για αυτό που προσπαθούσε να κάνει. Αναφέρεται ακόμη και σε απειλές που, όπως λέει, έχει δεχθεί από ανθρώπους που δεν αποδέχονταν τη μουσική του.
Κι όμως, δεν εγκατέλειψε. «Έχω φάει τόσο πόρτα που δεν θα έκανα την προσπάθεια», λέει με έναν τρόπο που μοιάζει περισσότερο με απολογισμό παρά με παράπονο. Στο εξωτερικό, αντίθετα, βρήκε ανθρώπους που του άνοιξαν δρόμους.
Στον «E.T.» δεν θέλαμε να μιλήσουμε μόνο με τον άνθρωπο των ρεκόρ, των βραβείων και των μεγάλων σκηνών. Θέλαμε να γνωρίσουμε τον άνθρωπο πίσω από αυτά. Τον ρωτήσαμε για την Πολιτεία, για τους ανθρώπους που τον βοήθησαν, για την Ελλάδα, για τη μοναξιά, για την πίστη, για το πεπρωμένο, για το μέλλον. Και κάποια στιγμή η κουβέντα πήγε εκεί όπου ίσως βρίσκεται η πιο καθαρή απάντηση για το ποιος είναι.
– Τι ρόλο παίζει το πεπρωμένο για σένα;
«Έχω καλή σχέση με την αρχή, τη μέση και το τέλος. Όλα έρχονται από κάπου, αν το πιστεύεις. Δεν ψάχνω να βρω τι θα γίνει. Έχω απόλυτη εμπιστοσύνη στον Θεό. Ξέρω μόνο ότι στο παρόν κάνω καλά τη δουλειά μου. Υπηρέτησε το τώρα και θα φτάνεις όσο γίνεται πιο κοντά στον στόχο». Η απάντηση είναι χαρακτηριστική. Δεν μιλά για τύχη. Μιλά για εργασία. Για πειθαρχία. Για πίστη. Για καθημερινή μελέτη.
«Ξυπνάω, μελετάω και συνεχίζω»
Η καθημερινότητα του Παούρη είναι σχεδόν μοναστική. Μουσική, μελέτη, σύνθεση, διδασκαλία. Κάνει μαθήματα μέσω διαδικτύου σε ανθρώπους από διαφορετικές χώρες, από βιολιστές και πιανίστες μέχρι μουσικούς που θέλουν να διευρύνουν τις γνώσεις τους.

Ο Μιχάλης Παούρης στο στούντιο του στον Ταύρο.
Λέει ότι η έμπνευση δεν μπορείς να τη σταματήσεις. Αλλά η έμπνευση από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται δουλειά. Πρόγραμμα. Πειθαρχία. Και ίσως γι’ αυτό δεν έχει πολλούς ανθρώπους γύρω του. «Δεν έχω φίλους όπως όταν ήμασταν παιδιά. Η καθημερινότητα μας απομάκρυνε.
Έχω όμως ανθρώπους που ξέρω πως αν ζητήσω βοήθεια θα είναι εκεί κι εγώ εκεί για αυτούς.», λέει. Δεν το παρουσιάζει ως δράμα. Οι προτεραιότητές του είναι διαφορετικές. Η μουσική έχει καταλάβει μεγάλο μέρος της ζωής του. Και το μπουζούκι παραμένει το κέντρο.
50 άλμπουμ και ακόμη δεν έχει τελειώσει
Ο αριθμός προκαλεί από μόνος του εντύπωση. 50 προσωπικά άλμπουμ. Περισσότερα από 2.600 πρωτότυπα έργα.
12 βιβλία. 69 πρώτα διεθνή βραβεία, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο ίδιος. Κι όμως, ο Παούρης δεν μιλά σαν άνθρωπος που θεωρεί ότι ολοκλήρωσε τον κύκλο του.
Το αντίθετο. Μιλά για το επόμενο βήμα. Για νέα έργα. Για νέες ανακαλύψεις στη μουσική. Για τους Ορφικούς Ύμνους, τους οποίους έχει μελοποιήσει και θέλει να παρουσιάσει. Για ένα μεγάλο κλασικό έργο αφιερωμένο στον Θεό. Για συναυλίες που θα ήθελε κάποτε να είναι δωρεάν για τον κόσμο.
Και το σημαντικό για έναν άνθρωπο που λίγοι το βιώνουν:
Δεν θεωρεί, πάντως, ότι τα όνειρά του δεν έχουν ήδη πραγματοποιηθεί. Ήθελε να καταφέρει πολλά πράγματα με το μπουζούκι. Και θεωρεί ότι τα κατάφερε. Τώρα θέλει να ανακαλύψει καινούρια.

Το μπουζούκι ως ελληνική υπογραφή
Αν υπάρχει ένα νήμα που ενώνει ολόκληρη τη διαδρομή του Μιχάλη Παούρη, είναι αυτό:
Δεν προσπάθησε να φύγει από το μπουζούκι. Προσπάθησε να το πάει όσο πιο μακριά μπορούσε. Από τα λαϊκά ακούσματα του Ταύρου στην τζαζ. Από τον Χιώτη στον Al Di Meola. Από τη «Δραπετσώνα» του Θεοδωράκη στον Μότσαρτ. Από τα νυχτερινά κέντρα της Αθήνας στο Carnegie Hall.
Από το ελληνικό πάλκο στα πανεπιστήμια. Και από την προσωπική μελέτη στη διεθνή ακαδημαϊκή και μουσική κοινότητα. Η ένταξή του στη Recording Academy και στη Latin Recording Academy τον Ιούλιο του 2026 προσθέτει ένα ακόμη κεφάλαιο σε αυτή τη διαδρομή. Για την Ελλάδα, η ιστορία έχει μια επιπλέον σημασία. Γιατί κάθε φορά που ο Παούρης ανεβαίνει σε μια διεθνή σκηνή, δεν ταξιδεύει μόνο ένας μουσικός.
Ταξιδεύει μαζί του ένα ελληνικό όργανο. Ένα όργανο που για δεκαετίες κουβαλούσε πάνω του συγκεκριμένες εικόνες και στερεότυπα. Και που τώρα, μέσα από τη δική του διαδρομή, επιχειρεί να σταθεί δίπλα σε πιάνα, βιολιά, κιθάρες, σαξόφωνα, τρομπέτες και συμφωνικές ορχήστρες.

«Η ομορφιά είναι αυτό που μένει άθικτο στον χρόνο και εξελίσσεται»
Ίσως αυτή η φράση του να περιγράφει τελικά και τη δική του φιλοσοφία. Να παραμένεις ο ίδιος και ταυτόχρονα να εξελίσσεσαι. Να κρατάς την ταυτότητά σου χωρίς να φοβάσαι το καινούριο. Να μην απορρίπτεις την παράδοση, αλλά να μην την αφήνεις να γίνει φυλακή. Ο Μιχάλης Παούρης ξεκίνησε ως ένα παιδί που άκουγε Καζαντζίδη, Διονυσίου, Ζαμπέτα και Χιώτη και ήθελε απλώς να παίξει μπουζούκι.
Σήμερα, ένας Έλληνας σολίστ του ίδιου οργάνου βρίσκεται στην παγκόσμια μουσική σκηνή και συμμετέχει ως Voting Member στη Recording Academy. Κι ανάμεσα στα δύο αυτά σημεία υπάρχει μια ολόκληρη ζωή.
Χιλιάδες ώρες μελέτης. Ταξίδια. Συνεργασίες. Απορρίψεις. Βραβεία. Μουσική. Και μια επίμονη ιδέα:
Ότι το μπουζούκι μπορεί να πει περισσότερα. Και ότι, όταν αυτό συμβαίνει μπροστά σε ένα διεθνές ακροατήριο, η Ελλάδα ακούγεται μαζί του.

Πηγή – Ελεύθερος Τύπος








