Διεθνής ΑριστεράΓια τους γονείς, ιδιαίτερα όταν το παιδί βρίσκεται στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, η εικόνα αυτή μπορεί να προκαλέσει ανησυχία. Δυσκολεύεται επειδή ακόμη μαθαίνει ελληνικά ή υπάρχει κάποια μαθησιακή δυσκολία;
Ακριβώς αυτή τη διαφορά επιχειρεί να λαμβάνει υπόψη το πρόγραμμα ενισχυτικής διδασκαλίας της ελληνικής ως δεύτερης γλώσσας στα δημόσια σχολεία.
Και υπάρχει μια σημαντική λεπτομέρεια που ενδεχομένως αρκετοί γονείς δεν γνωρίζουν, η συγκεκριμένη στήριξη δεν περιορίζεται μόνο στα παιδιά με μεταναστευτική βιογραφία.
Ποια παιδιά μπορούν να πάρουν ενισχυτική διδασκαλία
Με βάση τις οδηγίες για τη σχολική χρονιά 2026-2027, ενισχυτική διδασκαλία της ελληνικής ως δεύτερης γλώσσας μπορεί να παρέχεται γενικότερα στα «αναδυόμενα δίγλωσσα παιδιά», δηλαδή σε παιδιά που στο σπίτι μιλούν την πρώτη ή μητρική τους γλώσσα και μαθαίνουν τα ελληνικά ως δεύτερη ή πρόσθετη γλώσσα μέσω του σχολείου.
Αυτό σημαίνει ότι το βασικό ζήτημα δεν είναι απλώς η καταγωγή του παιδιού, αλλά αν διαθέτει το επίπεδο ελληνομάθειας που χρειάζεται για να ανταποκριθεί στο σχολείο.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των παιδιών από μικτούς γάμους, μπορεί, βάσει του νέου ορισμού, να μη θεωρούνται παιδιά με μεταναστευτική βιογραφία, αλλά εάν δεν κατέχουν το απαραίτητο επίπεδο ελληνικών μπορούν να συμμετέχουν σε πρόγραμμα ενισχυτικής διδασκαλίας.
Τι συμβαίνει με ένα πρωτάκι που δεν γνωρίζει καλά ελληνικά
Η περίπτωση των παιδιών της Α΄ Δημοτικού αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη προσοχή.
Και ο λόγος είναι εύκολα κατανοητός. Ένα πρωτάκι που μαθαίνει ελληνικά ως δεύτερη γλώσσα καλείται ουσιαστικά να κάνει δύο δύσκολα πράγματα ταυτόχρονα.
Μαθαίνει για πρώτη φορά ανάγνωση, αλλά όχι στη μητρική του γλώσσα. Παράλληλα, πρέπει να αποκτήσει στα ελληνικά το λεξιλόγιο που χρειάζεται για τις θεματικές ενότητες του σχολείου.
Γι’ αυτό και προβλέπεται ότι στα παιδιά αυτά πρέπει να δίνεται ο απαραίτητος χρόνος και η κατάλληλη στήριξη για να αντιμετωπίσουν τις γλωσσικές δυσκολίες.
Το σημείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τους γονείς, επειδή η δυσκολία στα ελληνικά δεν πρέπει να συγχέεται αυτομάτως με μαθησιακή δυσκολία ή γλωσσική διαταραχή.
Πριν εξεταστεί το ενδεχόμενο ψυχοεκπαιδευτικής διερεύνησης, προβλέπεται να έχουν εξαντληθεί μέτρα όπως το διαφοροποιημένο και προσαρμοσμένο εκπαιδευτικό υλικό και η ολοκλήρωση των μαθημάτων ενισχυτικής διδασκαλίας. Εάν παρά τη στήριξη οι δυσκολίες επιμένουν, τότε η περίπτωση μπορεί να συζητηθεί με τον αρμόδιο εκπαιδευτικό ψυχολόγο.
Αν, βέβαια, υπάρχουν άλλοι παράγοντες επικινδυνότητας πέρα από τη γλώσσα, προβλέπεται άμεση παραπομπή στην Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας.
Πώς χωρίζονται τα παιδιά
Οι μαθητές που λαμβάνουν ενίσχυση στα ελληνικά δεν μπαίνουν όλοι στην ίδια κατηγορία.
Δημιουργούνται ομάδες για αρχάρια παιδιά της Α΄ Δημοτικού, ξεχωριστές ομάδες για αρχάρια παιδιά από Β΄ μέχρι Στ΄ Δημοτικού και ομάδες για παιδιά που βρίσκονται στη δεύτερη χρονιά ενίσχυσης.
Για τα πρωτάκια υπάρχει πλέον και πρόσθετο υλικό. Από τη φετινή σχολική χρονιά 2026-2027, τα σχολεία διαθέτουν συμπληρωματικά φύλλα εργασίας για κάθε ενότητα του Αναλυτικού Προγράμματος, πέρα από τα βιβλία «Ελληνικά για παιδιά, εύκολα και απλά!».
Αντίστοιχο πρόσθετο υλικό προβλέπεται για παιδιά μεγαλύτερων τάξεων που βρίσκονται στην πρώτη χρονιά ενίσχυσης, ενώ για τη δεύτερη χρονιά χρησιμοποιείται υλικό επιπέδου Α2.
154 Δημοτικά και Νηπιαγωγεία στο ΔΡΑ.Σ.Ε.+
Ένα ακόμη κομμάτι της στήριξης παρέχεται μέσω του προγράμματος ΔΡΑ.Σ.Ε.+.
Για τη σχολική χρονιά 2026-2027 συμμετέχουν 98 Δημοτικά Σχολεία και 56 Νηπιαγωγεία, δηλαδή συνολικά 154 σχολικές μονάδες.
Οι παροχές στα σχολεία Δημοτικής Εκπαίδευσης που συμμετέχουν δεν περιορίζονται στα ελληνικά. Περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, ενισχυτική διδασκαλία σε Ελληνικά και Μαθηματικά, αυξημένο χρόνο διδασκαλίας της ελληνικής ως δεύτερης γλώσσας, δημιουργική απασχόληση σε συγκεκριμένα δημοτικά, καθώς και ψυχοκοινωνική στήριξη παιδιών και γονέων από κλινικούς ή συμβουλευτικούς ψυχολόγους.
Πώς αποφασίζεται ποιο παιδί χρειάζεται βοήθεια
Η ενισχυτική διδασκαλία δεν παρέχεται αυθαίρετα. Ο χρόνος στήριξης συνδέεται με τα αποτελέσματα των μαθητών στο Πρόγραμμα Ελληνομάθειας, το οποίο πραγματοποιείται κάθε χρόνο από το Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας και Αξιολόγησης, αλλά και με τις δηλώσεις των διευθύνσεων των σχολείων για παιδιά που χρειάζονται υποστήριξη.
Υπάρχει αρχική και τελική αξιολόγηση. Η πρώτη βοηθά στον προσδιορισμό του επιπέδου ελληνομάθειας παιδιών που πρόκειται να συμμετάσχουν στην ενισχυτική διδασκαλία, ενώ η τελική αξιολογεί το επίπεδο των παιδιών που ολοκληρώνουν το πρόγραμμα.
Στη Στ΄ Δημοτικού υπάρχει ακόμη μία σημαντική πρόνοια, παιδιά που δεν έχουν φτάσει σε προηγούμενη αξιολόγηση στο επίπεδο Β1 επαναξιολογούνται, ώστε να αποσταλεί στο Γυμνάσιο όπου θα φοιτήσουν μια επικαιροποιημένη εικόνα του επιπέδου ελληνομάθειάς τους.
Όταν ένα παιδί δεν μιλά τη γλώσσα, χρειάζεται πρώτα χρόνο
Πίσω από τους οδηγούς, τις αξιολογήσεις και τα προγράμματα βρίσκεται μια αρκετά απλή πραγματικότητα.
Ένα παιδί μπορεί να γνωρίζει την απάντηση αλλά να μην έχει ακόμη τις ελληνικές λέξεις για να την εκφράσει. Μπορεί να χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να διαβάσει μια οδηγία ή να δυσκολεύεται να συμμετάσχει σε μια συζήτηση στην τάξη. Αυτό, από μόνο του, δεν αποδεικνύει μαθησιακή δυσκολία.
Γι’ αυτό και έχει σημασία η διάκριση ανάμεσα στη γλωσσική διαφορά και σε μια πιθανή μαθησιακή ή γλωσσική διαταραχή. Οι ίδιες οι οδηγίες προβλέπουν ειδικό υλικό για τους εκπαιδευτικούς ώστε να μπορούν να εξετάζουν αυτή τη διαφορά πριν οδηγηθούν σε άλλα συμπεράσματα.
Για τον γονιό, επομένως, το πρώτο ερώτημα όταν βλέπει το παιδί του να δυσκολεύεται δεν χρειάζεται να είναι «τι πρόβλημα έχει;», αλλά «τι στήριξη χρειάζεται για να μπορέσει να μάθει στη νέα του γλώσσα;».
Και αυτή ακριβώς είναι η φιλοσοφία που αποτυπώνεται στο πρόγραμμα: χρόνος, κατάλληλη διδασκαλία και παρακολούθηση της προόδου, πριν μια γλωσσική δυσκολία ερμηνευτεί ως κάτι διαφορετικό.









