Διεθνής ΑριστεράΤο «σαφάρι» στο διαδίκτυο έφερε πίσω 24 κυπριακούς θησαυρούς
Στις 14 Μαΐου 2025, σε μια διαδικτυακή δημοπρασία στη Γαλλία, εντοπίστηκε ένα πήλινο αντικείμενο ηλικίας περίπου 2.600 ετών. Αποτύπωνε ένα άρμα με τέσσερα άλογα (τέθριππο), έναν πολεμιστή με ασπίδα και έναν ηνίοχο. Για έναν…
22 Οκτωβρίου 2026 · 06:16
Στις 14 Μαΐου 2025, σε μια διαδικτυακή δημοπρασία στη Γαλλία, εντοπίστηκε ένα πήλινο αντικείμενο ηλικίας περίπου 2.600 ετών. Αποτύπωνε ένα άρμα με τέσσερα άλογα (τέθριππο), έναν πολεμιστή με ασπίδα και έναν ηνίοχο. Για έναν συλλέκτη αρχαιοτήτων θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ενδιαφέρον απόκτημα, αλλά για τους αρχαιολόγους του Τμήματος Αρχαιοτήτων ήταν ένα ακόμη κομμάτι της ιστορίας της Κύπρου που ξεπουλιόταν στο εξωτερικό.
Το αντικείμενο εντοπίστηκε από λειτουργούς του Τμήματος Αρχαιοτήτων, οι οποίοι έχουν αναλάβει να παρακολουθούν τις διαδικτυακές δημοπρασίες και να αναζητούν κυπριακές αρχαιότητες. Ακολούθησε μια διαδικασία που κράτησε περισσότερο από έναν χρόνο, στην οποία ενεπλάκησαν η κυπριακή αστυνομία, η Interpol και οι γαλλικές αρχές.
Τελικά, φέτος στις 18 Ιουνίου, το αρχαίο τέθριππο παραδόθηκε στην πρεσβεία μας στο Παρίσι.
Η συγκεκριμένη υπόθεση είναι μία από τις επτά που ανακοίνωσε το Τμήμα Αρχαιοτήτων μέσα στο 2026 και οι οποίες αφορούν συνολικά 24 αρχαία αντικείμενα.
Τα αντικείμενα αυτά εντοπίστηκαν να πωλούνται μέσω διαδικτύου στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη Γαλλία και στον Καναδά. Σε ορισμένες περιπτώσεις η επιστροφή τους έγινε σχετικά γρήγορα, με τη συνεργασία των οίκων δημοπρασιών, ενώ σε άλλες χρειάστηκε πολύμηνη προσπάθεια, με εμπλοκή αστυνομικών και κρατικών υπηρεσιών δύο χωρών.
Η έρευνα για κυπριακές αρχαιότητες δεν στηρίζεται μόνο στις πληροφορίες για γνωστούς αρχαιοκάπηλους, αλλά πολλές φορές αρχίζει από τον έλεγχο μιας φωτογραφίας σε έναν κατάλογο δημοπρασίας.

Κυπριακές αρχαιότητες στις ΗΠΑ
Η σημαντικότερη ανάκτηση του 2026, τουλάχιστον ως προς τον αριθμό των αντικειμένων, έγινε στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στις 23 Φεβρουαρίου παραδόθηκαν στην κυπριακή πρεσβεία στην Ουάσιγκτον 18 αρχαιότητες, οι οποίες είχαν εντοπιστεί να προσφέρονται σε διαδικτυακή δημοπρασία. Ανάμεσά τους βρίσκονταν δύο αγγεία της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού, που χρονολογούνται μεταξύ 2500 και 1900 π.Χ., καθώς και άλλα έντεκα αγγεία της Μέσης Εποχής του Χαλκού, μεταξύ 1900 και 1600 π.Χ.
Στην ίδια ομάδα περιλαμβάνονταν τρία αγγεία της Κυπροαρχαϊκής Ι περιόδου, μεταξύ 750 και 600 π.Χ., ένα αγγείο της Κυπροαρχαϊκής ΙΙ περιόδου, μεταξύ 600 και 480 π.Χ., καθώς και ένα ασβεστολιθικό κεφάλι ανδρικού αγάλματος του 4ου αιώνα π.Χ.
Πρόκειται, δηλαδή, για αντικείμενα που καλύπτουν περισσότερα από δύο χιλιάδες χρόνια της αρχαίας κυπριακής ιστορίας.
Οι λειτουργοί του Τμήματος Αρχαιοτήτων αναγνώρισαν τα αντικείμενα και ακολούθησε επικοινωνία με τον αμερικανικό οίκο Sloans and Kenyon Auctioneers and Appraisers.
Οι αρχαιότητες αποσύρθηκαν από τη δημοπρασία και οι κάτοχοί τους συναίνεσαν στην παράδοσή τους στις κυπριακές αρχές.
Ακολούθησε και δεύτερη επιστροφή από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στις 27 Μαρτίου παραδόθηκε στην πρεσβεία στην Ουάσιγκτον μία μικρή αρχαία πρόχους, δηλαδή αγγείο που χρησιμοποιούνταν για την έκχυση υγρών.
Ανήκει στη λεγόμενη Λευκή Γραπτή V Κεραμική και χρονολογείται στην Κυπροαρχαϊκή ΙΙ περίοδο, μεταξύ 600 και 480 π.Χ. Το αντικείμενο είχε επίσης εντοπιστεί σε διαδικτυακή δημοπρασία. Μετά την παρέμβαση του Τμήματος Αρχαιοτήτων, ο οίκος Kleinfelter’s Auction Inc. συνεργάστηκε για την απόσυρσή του και ο κάτοχος το παρέδωσε οικειοθελώς.
Με αυτές τις δύο υποθέσεις, οι αρχαιότητες που ανακτήθηκαν από τις Ηνωμένες Πολιτείες έφτασαν τις 19.
Τρεις επιστροφές από τη Βρετανία
Το Ηνωμένο Βασίλειο εμφανίζεται σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις μέσα στο 2026.
Η πρώτη αφορά μία αρχαία κύλικα, δηλαδή ένα αγγείο πόσης με δύο οριζόντιες λαβές, η οποία παραδόθηκε στην Κυπριακή Ύπατη Αρμοστεία στο Λονδίνο στις 4 Φεβρουαρίου.
Το αγγείο ανήκει στη Δίχρωμη Κεραμική και χρονολογείται μεταξύ της Κυπρογεωμετρικής ΙΙΙ και της Κυπροαρχαϊκής Ι περιόδου, περίπου από το 900 μέχρι το 600 π.Χ. Είναι διακοσμημένο με μαύρες ταινίες διαφορετικού πάχους, τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά.
Είχε εντοπιστεί σε διαδικτυακή δημοπρασία και αποσύρθηκε ύστερα από επικοινωνία με τον οίκο που το διέθετε προς πώληση.
Η δεύτερη περίπτωση αφορά μία πρόχου της Κυπροαρχαϊκής Ι περιόδου, μεταξύ 750 και 600 π.Χ., η οποία παραδόθηκε στις 7 Μαρτίου. Το αγγείο έχει σφαιρικό σώμα, κοντό λαιμό και μαύρη διακόσμηση πάνω σε κοκκινωπή επιφάνεια. Ξεχωρίζουν οι ομόκεντροι κύκλοι στις δύο πλευρές του, ενώ το χείλος του δεν διασώζεται.
Η δημοπρασία γινόταν μέσω του βρετανικού οίκου Watsons Auctioneers. Μετά την παρέμβαση των κυπριακών αρχών, το αγγείο αποσύρθηκε και παραδόθηκε οικειοθελώς στην Κυπριακή Ύπατη Αρμοστεία.
Η τρίτη υπόθεση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή είναι γνωστή η ακριβής ημερομηνία του αρχικού εντοπισμού.
Στις 6 Απριλίου οι λειτουργοί του Τμήματος Αρχαιοτήτων εντόπισαν σε διαδικτυακή δημοπρασία μία μικρή πρόχου της Δακτυλιόσχημης Βάσης Ι, της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, η οποία χρονολογείται περίπου στο 1450 π.Χ.
Ακολούθησε επικοινωνία με τον οίκο Halls Fine Art Auctioneers και το αντικείμενο αποσύρθηκε.
Στις 23 Ιουνίου παραδόθηκε στην Ύπατη Αρμοστεία στο Λονδίνο.
Από τον εντοπισμό μέχρι την παράδοση πέρασαν μόλις 78 ημέρες.
Έρευνα ενός χρόνου στον Καναδά
Κάποιες φορές η ανάκτηση ενός αρχαίου αντικειμένου δεν ολοκληρώνεται με μια επιστολή προς τον οίκο δημοπρασιών.
Στις 6 Μαΐου 2025 οι λειτουργοί του Τμήματος Αρχαιοτήτων εντόπισαν σε διαδικτυακή δημοπρασία στον Καναδά μία αρχαία ημισφαιρική φιάλη.
Πρόκειται για αγγείο της Μελανής Στιλβωτής Κεραμικής, με εγχάρακτη διακόσμηση, που χρονολογείται περίπου στο 1900 π.Χ.
Η επιστροφή του χρειάστηκε προσπάθειες που κράτησαν περισσότερο από έναν χρόνο.
Στην προσπάθεια συμμετείχαν το Τμήμα Αρχαιοτήτων, η αστυνομία, η Interpol, και τα υπουργεία Δικαιοσύνης της Κύπρου και του Καναδά.
Τελικά, ο κάτοχος αποφάσισε να παραδώσει το αντικείμενο.
Στις 29 Μαΐου φέτος, η αρχαιότητα παραδόθηκε στην κυπριακή διπλωματική αποστολή στην Οττάβα.
Η υπόθεση δείχνει πόσο διαφορετική μπορεί να είναι η πορεία μιας διεκδίκησης. Ο αρχικός εντοπισμός γίνεται ηλεκτρονικά, αλλά η συνέχειά του μπορεί να απαιτεί συνεννόηση ανάμεσα σε αστυνομικές και κρατικές υπηρεσίες που βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.
Το τέθριππο στη Γαλλία
Ανάμεσα στις αρχαιότητες που ανακτήθηκαν το 2026, ξεχωρίζει το πήλινο τέθριππο που εντοπίστηκε στη Γαλλία.
Το αντικείμενο χρονολογείται γύρω στο 600 π.Χ. και ανήκει στην Κυπροαρχαϊκή περίοδο.
Απεικονίζει τέσσερα άλογα να σύρουν ένα άρμα, μέσα στο οποίο βρίσκονται δύο μορφές. Η μία είναι πολεμιστής με ασπίδα και η άλλη ηνίοχος. Και οι δύο φορούν κωνικές περικεφαλαίες.
Αντίστοιχα αντικείμενα έχουν βρεθεί σε αρχαίους τάφους και χώρους λατρείας στην Κύπρο. Πολλά αποτελούσαν αφιερώματα προς θεότητες.
Ο αρχικός εντοπισμός έγινε στις 14 Μαΐου 2025.
Ακολούθησαν συντονισμένες ενέργειες του Τμήματος Αρχαιοτήτων, της αστυνομίας και της Interpol, με τη συνεργασία του γαλλικού υπουργείου Πολιτισμού και ειδικότερα της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας της Περιφέρειας της Οξιτανίας.
Η κάτοχος συμφώνησε τελικά να επιστρέψει το τέθριππο.
Η παράδοση έγινε στις 18 Ιουνίου 2026 στην κυπριακή πρεσβεία στο Παρίσι.
Η γαλλική υπόθεση, όπως και εκείνη του Καναδά, δείχνει ότι ο επαναπατρισμός δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την αναγνώριση ενός αντικειμένου ως κυπριακού. Χρειάζεται συχνά να κινητοποιηθούν οι αρχές της χώρας στην οποία βρίσκεται, να διερευνηθούν οι συνθήκες κατοχής του και να εξασφαλιστεί η επιστροφή του.
Πώς γίνεται ο εντοπισμό στο διαδίκτυο
Η διαδικασία αρχίζει από την παρακολούθηση των ηλεκτρονικών καταλόγων δημοπρασιών.
Το Τμήμα Αρχαιοτήτων διαθέτει λειτουργούς που ασχολούνται ειδικά με την αναζήτηση κυπριακών αντικειμένων σε διαδικτυακές πωλήσεις.
Η δουλειά τους απαιτεί αρχαιολογικές γνώσεις, καθώς πολλά αντικείμενα δεν συνοδεύονται από επαρκείς πληροφορίες για την προέλευσή τους.
Ένα αγγείο μπορεί να αναγνωριστεί από το σχήμα του, τις λαβές, τη διακόσμηση, το υλικό κατασκευής και την τεχνική που χρησιμοποιήθηκε.
Η κυπριακή κεραμική έχει ιδιαίτερα γνωρίσματα, τα οποία επιτρέπουν στους ειδικούς να διακρίνουν την προέλευσή της και να προσδιορίσουν την περίοδο κατασκευής της.
Ο εντοπισμός, ωστόσο, είναι μόνο η αρχή.
Πρέπει να καταγραφούν τα στοιχεία της αγγελίας, οι φωτογραφίες, η περιγραφή του αντικειμένου, ο οίκος δημοπρασιών και οι πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί για τον κάτοχό του.
Στη συνέχεια εξετάζεται κατά πόσον το αντικείμενο έχει νόμιμη ιστορία κατοχής και εξαγωγής.
Εφόσον υπάρχουν επαρκείς λόγοι παρέμβασης, το Τμήμα Αρχαιοτήτων επικοινωνεί με τον οίκο δημοπρασιών και ζητεί την απόσυρσή του από την πώληση.
Στις περισσότερες από τις υποθέσεις που ανακοινώθηκαν το 2026, η απόσυρση έγινε ύστερα από συνεννόηση με τον οίκο και ακολούθησε οικειοθελής παράδοση.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να επιτρέψει την επιστροφή ενός αντικειμένου χωρίς την ανάγκη πολύχρονης δικαστικής διαμάχης.
Δεν σημαίνει, πάντως, ότι αποδείχθηκε υποχρεωτικά ποινικό αδίκημα ή ότι ο κάτοχος είχε γνώση ενδεχόμενης παράνομης διακίνησης.
Πώς αποδεικνύεται η κυπριακή προέλευση
Στο σημείο αυτό υπάρχει μια σημαντική διαφορά, η οποία συχνά χάνεται μέσα στις ανακοινώσεις περί επαναπατρισμών. Άλλο πράγμα είναι να τεκμηριωθεί ότι ένα αρχαίο αντικείμενο κατασκευάστηκε στην Κύπρο και άλλο να αποδειχθεί ότι εξήχθη παράνομα από το νησί.
Η πρώτη διαπίστωση μπορεί να προκύψει από την αρχαιολογική εξέταση, ενώ η δεύτερη χρειάζεται στοιχεία για την ιστορία του αντικειμένου.
Οι αρμόδιες υπηρεσίες μπορούν να αναζητήσουν παλαιές φωτογραφίες, αρχεία μουσείων, καταλόγους από ανασκαφές, μητρώα αρχαιοτήτων, έγγραφα εξαγωγής και πληροφορίες για προηγούμενους κατόχους. Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες το ίδιο το αντικείμενο έχει καταγραφεί στην Κύπρο πριν από την τουρκική εισβολή του 1974.
Χαρακτηριστικό προηγούμενο αποτελεί αρχαίος σκύφος του 8ου αιώνα π.Χ., ο οποίος είχε καταγραφεί στα μητρώα του Τμήματος Αρχαιοτήτων στην Αμμόχωστο πριν από το 1974 και είχε δημοσιευθεί σε αρχαιολογικές μελέτες από το 1970. Επέστρεψε στις κυπριακές αρχές το 2024. Σε μια τέτοια περίπτωση η ταυτοποίηση μπορεί να στηριχθεί σε συγκεκριμένα ιστορικά τεκμήρια.
Σε άλλες περιπτώσεις, όπου δεν υπάρχει ανάλογο αρχείο, η απόδειξη της ακριβούς διαδρομής του αντικειμένου είναι δυσκολότερη. Η κυπριακή νομοθεσία είναι σαφής ως προς την εμπορία και την εξαγωγή αρχαιοτήτων. Ο περί Αρχαιοτήτων Νόμος απαγορεύει την εμπορία τους, ενώ η εξαγωγή απαιτεί ειδική άδεια, η οποία χορηγείται υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Ωστόσο, η νομιμότητα της κατοχής μιας αρχαιότητας στο εξωτερικό πρέπει να εξετάζεται με βάση το πότε και πώς αυτή αποκτήθηκε και εξήχθη, καθώς και το δίκαιο που εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η διάκριση έχει σημασία και για τις επτά ανακοινώσεις του 2026. Παρότι τα αντικείμενα αναγνωρίστηκαν ως κυπριακά και επιστράφηκαν, δεν δημοσιοποιήθηκαν για καθένα από αυτά πλήρη στοιχεία σχετικά με τον αρχικό τόπο ανεύρεσης, τον χρόνο εξαγωγής και τους προηγούμενους κατόχους. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί αποδεδειγμένο ότι και τα 24 αντικείμενα προέρχονται από λεηλασίες στα κατεχόμενα ή από παράνομες ανασκαφές.
Ο ρόλος της αστυνομίας και της Interpol
Όταν η συνεννόηση με έναν οίκο δημοπρασιών δεν αρκεί, η υπόθεση μπορεί να αποκτήσει αστυνομική και διεθνή διάσταση.
Το Τμήμα Αρχαιοτήτων έχει την επιστημονική ευθύνη για τον εντοπισμό, την αναγνώριση και την αρχαιολογική τεκμηρίωση των αντικειμένων, η κυπριακή Αστυνομία αναλαμβάνει τη διερεύνηση ενδεχόμενων ποινικών αδικημάτων και τη συνεργασία με τις αρχές άλλων χωρών και η Interpol λειτουργεί ως δίκτυο διεθνούς αστυνομικής συνεργασίας. Μέσω του Εθνικού Κεντρικού Γραφείου της στη Λευκωσία, μπορούν να διαβιβάζονται πληροφορίες και αιτήματα στις αστυνομικές αρχές άλλων κρατών.
Η Interpol διαθέτει επίσης διεθνή βάση δεδομένων με καταχωρίσεις κλεμμένων ή εξαφανισμένων έργων τέχνης και πολιτιστικών αντικειμένων.
Η βάση αποτελεί σημαντικό βοήθημα, αλλά δεν είναι πλήρης κατάλογος όλων των κλεμμένων αρχαιοτήτων. Ένα αντικείμενο που προέρχεται από παράνομη ανασκαφή μπορεί να μην έχει καταγραφεί ποτέ ως κλεμμένο, επειδή κανείς δεν γνώριζε προηγουμένως την ύπαρξή του.
Στις υποθέσεις του Καναδά και της Γαλλίας, η ενεργοποίηση αυτού του δικτύου αποδείχθηκε ιδιαίτερα σημαντική.
Στον Καναδά υπήρξε συνεργασία με το υπουργείο Δικαιοσύνης της χώρας, ενώ στη Γαλλία συμμετείχαν οι υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού.
Οι ξένες αρχές μπορούν, ανάλογα με τη νομοθεσία και τα πραγματικά περιστατικά, να εξετάσουν στοιχεία, να έρθουν σε επαφή με τους κατόχους και να υποστηρίξουν τις διαδικασίες επιστροφής.
Το τελικό στάδιο είναι η παράδοση του αντικειμένου στις κυπριακές διπλωματικές αποστολές, οι οποίες αναλαμβάνουν τον συντονισμό για την ασφαλή μεταφορά του στην Κύπρο.
24 αρχαιότητες, 4 χώρες
Ο συνολικός απολογισμός ανάκτησης αρχαιοτήτων το 2026 αφορά 24 αντικείμενα.
Από αυτά, 19 παραδόθηκαν στις κυπριακές αρχές στις Ηνωμένες Πολιτείες, τρία στο Ηνωμένο Βασίλειο, ένα στη Γαλλία και ένα στον Καναδά.
Η συλλογή περιλαμβάνει 22 πήλινα αγγεία, ένα ασβεστολιθικό κεφάλι ανδρικού αγάλματος και ένα πήλινο τέθριππο.
Πρόκειται για αντικείμενα διαφορετικών ιστορικών περιόδων, με ορισμένα να έχουν κατασκευαστεί πριν από περίπου 4.500 χρόνια. Τα 24 αντικείμενα είναι αυτά που εντοπίστηκαν αποκλειστικά σε διαδικτυακές δημοπρασίες, ενώ έγιναν και άλλες επιστροφές αρχαιοτήτων από ιδιωτικές συλλογές ή παλαιότερες υποθέσεις.
Η ουσία αυτής της προσπάθειας βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο η Κυπριακή Δημοκρατία αναζητεί πλέον την πολιτιστική της κληρονομιά.
Πολλά αντικείμενα έχουν μεταφερθεί στο εξωτερικό πριν από δεκαετίες. Ορισμένα ενδέχεται να πέρασαν από περισσότερους του ενός συλλέκτες ή εμπόρους και να εμφανίζονται σήμερα σε μια ηλεκτρονική δημοπρασία χωρίς επαρκείς πληροφορίες για την ιστορία τους.
Η αναζήτησή τους απαιτεί συνεχή παρακολούθηση, αρχαιολογική γνώση και διεθνή συνεργασία.
Παραμένουν, ωστόσο, ουσιαστικά ερωτήματα. Πόσες κυπριακές αρχαιότητες εντοπίζονται κάθε χρόνο σε διαδικτυακές πωλήσεις; Πόσες αποσύρονται αλλά δεν επιστρέφονται; Πόσες περιπτώσεις οδηγούνται σε ποινικές έρευνες και πόσες από τις αρχαιότητες που ανακτώνται μπορούν να συνδεθούν τεκμηριωμένα με συγκεκριμένους αρχαιολογικούς χώρους ή με τη λεηλασία μετά το 1974;
Τα στοιχεία που έχουν γίνει γνωστά δεν επιτρέπουν να δοθούν απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, επιτρέπουν, όμως, μια διαπίστωση. Μέσα σε λίγους μήνες, 24 αντικείμενα που προσφέρονταν προς πώληση στο διαδίκτυο παραδόθηκαν στις κυπριακές αρχές στο εξωτερικό.
Για την επιστροφή ορισμένων χρειάστηκαν εβδομάδες. Για άλλα περισσότερο από έναν χρόνο. Σε κάθε περίπτωση, η διαδικασία ξεκίνησε από τον εντοπισμό τους σε μια διαδικτυακή δημοπρασία.
Το ηλεκτρονικό εμπόριο έχει δημιουργήσει νέες δυνατότητες για τη διακίνηση αρχαιοτήτων, αλλά έχει αφήσει και ένα ίχνος που μπορούν να ακολουθήσουν οι αρμόδιες υπηρεσίες. Η κυπριακή εμπειρία δείχνει ότι η συστηματική παρακολούθηση αυτού του ίχνους μπορεί να φέρει αποτελέσματα.
Πηγή – Cyprus Times








