Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2026
Λευκωσία 29°
Ανεξάρτητη ΕνημέρωσηΕιδήσειςμε Διαφορετικό Χρώμα
Πολιτισμός

Το παρασκήνιο για τα Γλυπτά του Παρθενώνα: Η συμφωνία σκόνταψε στη λέξη «δάνειο»

Μετά τις πετυχημένες επαφές των τελευταίων χρόνων, το θέμα των διαπραγματεύσεων αναφορικά με ταΓλυπτά του Παρθενώναμοιάζει να έχει μπλοκάρει, χωρίς όμως να έχει φτάσει σε αδιέξοδο. Υστερα από χρόνια διακριτικών επαφών, πολιτικών ελιγμών, διπλωματικών…

29 Σεπτεμβρίου 2026 · 11:41
Μετά τις πετυχημένες επαφές των τελευταίων χρόνων, το θέμα των διαπραγματεύσεων αναφορικά με ταΓλυπτά του Παρθενώναμοιάζει να έχει μπλοκάρει, χωρίς όμως να έχει φτάσει σε αδιέξοδο.

Υστερα από χρόνια διακριτικών επαφών, πολιτικών ελιγμών, διπλωματικών επαφών σε θεσμικό προσωπικό επίπεδο και κυρίως αισιοδοξίας ότι μια ιστορική συμφωνία βρισκόταν πιο κοντά από ποτέ, έρχεται πλέον στο προσκήνιο το καίριο ερώτημα της κυριότητας και το κατά πόσο είναι νόμιμο αλλά και ηθικό να αντιμετωπίζονται ως αυτοτελή μουσειακά αντικείμενα τα αναπόσπαστα μέλη ενός ακρωτηριασμένου μνημείου.

Αμετάβλητη πρόθεση

Δεν είναι τυχαίο ότι ο πρωθυπουργός επικαλέστηκε την αναλογία με τηνΤαπισερί της Μπαγιέως αντίστροφο παράδειγμα από τους Εγγλέζους, επισημαίνοντας πως «ουδείς θα διανοούνταν σοβαρά να κόψει στα δύο το σωζόμενο μέρος της Ταπισερί και να εκθέσει το ήμισυ στο Λονδίνο και το άλλο μισό στην Μπαγιέ».

Παρότι όμως οι τελευταίες πληροφορίες περί ουσιαστικού παγώματος των συνομιλιών έμοιαζαν αρχικά να σηματοδοτούν το τέλος μιας πολύχρονης προσπάθειας, το Βρετανικό Μουσείο έσπευσε να διαμηνύσει ότι η πρόθεσή του για επίτευξη συμφωνίας παραμένει αμετάβλητη, κάτι που θα αποδεχόταν η Αθήνα σε περίπτωση που ξεπεραστεί η παγιωμένη θέση του δανεισμού.

Είναι ωστόσο πλέον εμφανές ότι η διαπραγμάτευση δεν προσέκρουσε στην απουσία διαλόγου, αλλά στη νομική μορφή που θα μπορούσε να λάβει η επιστροφή, εκεί ακριβώς όπου η διπλωματική ευελιξία συναντά τις κόκκινες γραμμές που θέτει η Ελλάδα αναφορικά με την κυριότητα.

Καθοριστική για το προσωρινό αδιέξοδο είναι η αλλαγή του πολιτικού περιβάλλοντος στη Βρετανία και κυρίως η στάση του νέου πρωθυπουργού Αντι Μπέρναμ.

Σε ερώτηση που του είχε τεθεί το 2023, ως τότε δημάρχου του Μάντσεστερ, για το κατά πόσο ο πρόεδρος του Βρετανικού Μουσείου Τζορτζ Οσμπορν θα έπρεπε να επιστρέψει τα Γλυπτά, είχε απαντήσει καταφατικά, ενώ λίγο αργότερα είχε προχωρήσει ακόμη περισσότερο, ζητώντας να σταλούν πίσω «χωρίς όρους», θεωρώντας ότι έτσι θα άλλαζε ο τρόπος με τον οποίο ο κόσμος βλέπει τη Βρετανία.

Το 2002 μάλιστα ήταν ένας από τους βουλευτές που είχαν υποστηρίξει νομοθετική πρωτοβουλία για την τροποποίηση του πλαισίου που δεσμεύει το Βρετανικό Μουσείο. Ως πρωθυπουργός από τον Ιούλιο του 2026, όμως, ο Μπέρναμ εμφανίζεται σαφώς επιφυλακτικότερος, παραπέμποντας πλέον την υπόθεση στους trustees του Μουσείου.

Η μεταστροφή αυτή δεν αφορά μόνο μια αλλαγή πολιτικής ρητορικής, αλλά δείχνει να επαναφέρει στο προσκήνιο τον άτεγκτο μηχανισμό που κρατά την υπόθεση καθηλωμένη εδώ και χρόνια: η βρετανική κυβέρνηση παραπέμπει στο Μουσείο και το Μουσείο στον νόμο αναφορικά με την επιστροφή των Γλυπτών, ενώ η νέα κυβέρνηση εξακολουθεί να μη σχεδιάζει αλλαγή του British Museum Act του 1963 που θα επέτρεπε την οριστική αποδέσμευση των Γλυπτών. Κάπως έτσι, φτάσαμε από την αισιοδοξία του 2024 στις πρώτες δημόσιες επιφυλάξεις του 2025 και στο σημερινό αδιέξοδο.

Τον Νοέμβριο του 2025 ο κ. Μητσοτάκης παραδεχόταν ότι δεν είχε επιτευχθεί η πρόοδος που θα επιθυμούσε, παρά την αισιοδοξία του ότι μπορεί τελικώς να βρεθεί λύση στο ζήτημα, ενώ τον Μάιο του 2026, μετά τη συνεδρίαση της Διακυβερνητικής Επιτροπής της UNESCO, το ελληνικό υπουργείο Πολιτισμού σημείωνε πλέον ρητά ότι, παρά τις συνεχείς προσπάθειες, «δεν έχει επιτευχθεί μέχρι σήμερα η επιθυμητή πρόοδος» και προσδιόριζε το αγκάθι στην επιμονή στη λύση του δανεισμού και τους περιορισμούς του βρετανικού νομοθετικού πλαισίου.

Το αδιέξοδο δεν επήλθε επομένως ξαφνικά, αλλά ωρίμαζε μέσα στις ίδιες τις διαπραγματεύσεις και την αδιαπραγμάτευτη θέση της Ελλάδας ότι δεν θα δεχτεί επ’ ουδενί τον «δανεισμό», παρά τα τερτίπια της βρετανικής κυβέρνησης που έδειχνε θετική στη συζήτηση, αλλά ανυποχώρητη ως προς το θέμα της κυριότητας.

Ο διάλογος

Από την εποχή τηςΜελίνας Μερκούρηκαι τη διεθνοποίηση του αιτήματος στις αρχές της δεκαετίας του ’80 μέχρι τις επανειλημμένες παρεμβάσεις στην UNESCO, η θέση της Ελλάδας παραμένει στον πυρήνα της ίδια: δεν πρόκειται για μια διαμάχη γύρω από μεμονωμένα μουσειακά αντικείμενα, αλλά για την ανάγκη επανένωσης των σωζόμενων τμημάτων ενός ενιαίου αρχιτεκτονικού, καλλιτεχνικού και νοηματικού συνόλου. Αυτό που άλλαξε δραστικά τα τελευταία χρόνια ήταν η μέθοδος.

Από το 2021 άρχισε ένας διακριτικός διάλογος της ελληνικής κυβέρνησης με τον πρόεδρο του Βρετανικού Μουσείου Τζορτζ Οσμπορν, ο οποίος σταδιακά πήρε τη μορφή μιας ευρύτερης δυνάμει συμφωνίας. Τα Γλυπτά θα επέστρεφαν στην Αθήνα, ενώ η Ελλάδα θα έστελνε στο Λονδίνο, εκ περιτροπής, σπουδαίες αρχαιότητες, ακόμη και έργα που δεν είχαν ποτέ βγει από τη χώρα.

Επρόκειτο για μια φόρμουλα που επιχειρούσε να μεταφέρει τη συζήτηση από το πεδίο της σύγκρουσης σε αυτό της συνεργασίας και σε μια -γιατί όχι;- διαχρονική πολιτιστική σχέση από την οποία θα μπορούσαν να ωφεληθούν και τα δύο μεγάλα μουσεία. Στο μεταξύ, άλλαζε και το ίδιο το Βρετανικό Μουσείο.

Ο Νίκολας Κάλιναν, που ανέλαβε τη διεύθυνσή του, εμφανίστηκε πολύ περισσότερο ανοιχτός στη λογική της αποκατάστασης πολιτιστικών αγαθών και των διεθνών ανταλλαγών, ενώ η σχέση του με τον διευθυντή του Μουσείου της Ακρόπολης, Νίκο Σταμπολίδη, συνέβαλε στη δημιουργία ενός διαφορετικού κλίματος.

Μόνο που πίσω από όλες τις ευρηματικές διατυπώσεις παρέμενε ως αγκάθι η λέξη «δάνειο», με την ελληνική πλευρά να υποδεικνύει διάφορες διπλωματικές λύσεις: με χρήση άλλων όρων που δεν θα έθιγαν τη βρετανική πλευρά, ενώ θα ικανοποιούσαν το ελληνικό αίτημα της επιστροφής.

Πολύ πιο κοντά στην ελληνική λογική βρίσκεται το προηγούμενο του θραύσματος Fagan από το Παλέρμο, το οποίο η ελληνική πλευρά έχει επανειλημμένα επικαλεστεί ως απόδειξη ότι υπάρχουν διαφορετικές νομικές διαδρομές. Το παρθενώνειο θραύσμα επέστρεψε το 2022 στην Αθήνα αρχικά με τη φόρμουλα της μακροχρόνιας κατάθεσης-deposito αντί του συμβατικού δανεισμού, και στη συνέχεια, μετά τις απαραίτητες θεσμικές διαδικασίες στην Ιταλία, η επιστροφή του έγινε οριστική.

Liebieghaus

Αν υπάρχει, ωστόσο, μία πρόσφατη υπόθεση που συμπυκνώνει ολόκληρη την ελληνική στρατηγική, αυτή είναι η πρόσφατη περίπτωση της Φρανκφούρτης – πολύ σημαντικότερη από πολλές επίσημες δηλώσεις, αφού δείχνει τις κόκκινες γραμμές που χαράζουμε στο ζήτημα.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου, το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο γνωμοδότησε ομόφωνα και κατηγορηματικά αρνητικά στο αίτημα του Liebieghaus Skulpturensammlung της Φρανκφούρτης να δανειστεί εννέα παρθενώνεια θραύσματα από το Μουσείο της Ακρόπολης για τη μεγάλη έκθεση «Athena, the Stage is Yours: The Parthenon Puzzle», που ανοίγει στις 18 Νοεμβρίου.

Η στάση μας είναι ουσιαστική καθώς επρόκειτο για την έκθεση του αρχαιολόγου Βίνσεντ Μπρίκμαν, ο οποίος επιχειρεί για πρώτη φορά μια αρχαιολογικά τεκμηριωμένη πλήρη ανασύνθεση του ανατολικού αετώματος του Παρθενώνα, εκεί όπου αποδιδόταν η γέννηση της Αθηνάς από την κεφαλή του Δία.

Υπό διαφορετικές συνθήκες η παρουσία της Ελλάδας θα ήταν σχεδόν αυτονόητη, αλλά αυτό που δεν αποσαφηνιζόταν αρχικά είναι ποιοι θα συμμετείχαν και σε ποιο ακριβώς πλαίσιο στην έκθεση. Η Liebieghaus είχε εξασφαλίσει δύο θραύσματα από το Βρετανικό Μουσείο, επίσης ως δάνειο, το ένα αφορούσε τμήματα από αετωματικό γλυπτό και το άλλο τμήμα πτυχωτού ενδύματος.

Αν η Αθήνα έστελνε και τα εννέα δικά της θραύσματα, θα δημιουργούνταν μια εικόνα που για την ελληνική πλευρά θα ήταν πολιτικά και νομικά προβληματική: Μουσείο Ακρόπολης και Βρετανικό Μουσείο θα εμφανίζονταν ως δύο ισότιμοι κάτοχοι τμημάτων του ίδιου μνημείου, οι οποίοι τα δανείζουν με τον ίδιο μηχανισμό σε έναν τρίτο φορέα, κάτι που προφανώς η Ελλάδα αρνήθηκε να νομιμοποιήσει.

Για την ακρίβεια, η Ελλάδα αρνήθηκε μια συνθήκη που θα μπορούσε, έστω συμβολικά, να εμφανίσει τα Γλυπτά του Λονδίνου ως αντικείμενα μιας κανονικής βρετανικής μουσειακής συλλογής, τα οποία το Βρετανικό Μουσείο έχει το αυτονόητο δικαίωμα να δανείζει.

Με αυτόν τον κάπως παράτυπο και ίσως ύπουλο τρόπο η Συλλογή Γλυπτών Liebieghaus φαίνεται να αναγνωρίζει τη νομιμότητα κατοχής του Βρετανικού Μουσείου «ξεπλένοντας» ουσιαστικά την ιστορία της λαθραίας απόκτησης και βίαιης απόσπασης.

Eνα διαφορετικό μήνυμα

Την ίδια ώρα, πάντως, το μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον φωτίζουν με διαφορετικό τρόπο και οι δεκαπέντε ελληνικές αρχαιότητες που επέστρεψαν αυτές τις μέρες από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι θησαυροί, που είχαν κατασχεθεί από το Metropolitan Museum of Art στο πλαίσιο ποινικών ερευνών για δίκτυα παράνομης διακίνησης, παραδόθηκαν στην υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη στην Εισαγγελία του Μανχάταν και καταδεικνύουν τη βούληση της αμερικανικής πλευράς και του μουσείου να αποδεχθούν την ιστορία των λαθρανασκαφών που οδήγησαν στην παράνομη απόκτησή τους.

Το παρασκήνιο για τα Γλυπτά του Παρθενώνα: Η συμφωνία σκόνταψε στη λέξη «δάνειο»

Η παράδοση στην υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη δεκαπέντε αρχαιοτήτων που βρέθηκαν παράνομα στις ΗΠΑ


Ανάμεσά τους βρίσκονται δύο χάλκινα κράνη και τρεις μίτρες από το Αφράτι της Κρήτης, συνδεδεμένα με λεηλασίες της δεκαετίας του ’60, τα οποία μπορούν πλέον να επανενωθούν με ευρήματα της ίδιας προέλευσης. Η Εισαγγελία αποτιμά συνολικά τα δεκαπέντε αντικείμενα σε σχεδόν 3 εκατ. δολάρια και αναφέρει ότι οι δικές της υποθέσεις έχουν οδηγήσει πλέον στην επιστροφή 175 αρχαιοτήτων στην Ελλάδα – με την ελληνική καταγραφή να ανεβάζει τον αριθμό σε 179 από το 2022.

Οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται

Σε αυτό, επομένως, το ευρύτερο περιβάλλον μέσα στο οποίο εξελίσσεται πλέον και η υπόθεση του Παρθενώνα, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι όλα είναι ανοιχτά και ότι η διαπραγμάτευση δεν έχει τελειώσει.

Ο Τζορτζ Οσμπορν έχει επενδύσει πολιτικό κεφάλαιο στην αναζήτηση συμφωνίας, ο Νίκολας Κάλιναν εμφανίζεται ανοιχτός σε ένα νέο μοντέλο διεθνών πολιτιστικών συνεργασιών και το ίδιο το Βρετανικό Μουσείο επιμένει, ακόμη και μετά τα δημοσιεύματα περί αδιεξόδου, ότι η διάθεσή του για επίτευξη συμφωνίας δεν έχει αλλάξει.

Παρότι είναι παράδοξο το Βρετανικό Μουσείο να εμφανίζεται περισσότερο διαθέσιμο από ποτέ άλλοτε να συζητήσει σοβαρά μια λύση την ίδια στιγμή που η βρετανική πολιτική ηγεσία δεν θέλει να μεταβάλει τον νόμο που περιορίζει τις δυνατότητες μιας τέτοιας λύσης, η βούληση υπάρχει.

Ενδεχομένως, η σημερινή κρίση να μην αποτελεί το τέλος των συνομιλιών, αλλά μια καίρια στιγμή που αποσαφηνίζει με ακρίβεια τι χωρίζει τις δύο πλευρές, που σίγουρα δεν είναι οι πολιτιστικές ανταλλαγές, ούτε η διάθεση συνεργασίας: είναι η απαίτηση των Βρετανών να αποδεχτεί η ελληνική πλευρά την κυριότητά τους στα Γλυπτά τα Παρθενώνα.

Ως εκ τούτου, σε καμία περίπτωση η Ελλάδα δεν μπορεί να υπογράψει -ούτε να νομιμοποιήσει διά της πρακτικής, όπως απέδειξε στη Φρανκφούρτη- ότι δανείζεται αυτό που θεωρεί αναπόσπαστο τμήμα του Παρθενώνα.

Ισως γι’ αυτό η λύση θα προκύψει από μια φόρμουλα αρκετά ευφυή ώστε να μην υποχρεώνει καμία πλευρά να εγκαταλείψει ρητά τη νομική της θέση και αρκετά γενναία ώστε να επιτρέψει στα Γλυπτά να επιστρέψουν εκεί όπου η καλλιτεχνική τους αφήγηση το απαιτεί – και ο όρος «κατάθεση» ήταν μια τέτοια ευφυής λύση.

Το παζλ

Γιατί πέρα από το British Museum Act, τους trustees, τα depositi, τις διακρατικές συμφωνίες και τα πρωτόκολλα δανεισμού, υπάρχει μια εικόνα που εξακολουθεί να καθιστά αυτή την υπόθεση υπόθεση όλων, αφού ο Παρθενώνας ανήκει σε όλο τον κόσμο: η ζωφόρος δεν σχεδιάστηκε ως σειρά ανεξάρτητων αριστουργημάτων για τις προθήκες διαφορετικών μουσείων, αλλά ως μία συνεχής δημοκρατική πομπή του λαού της Αθήνας γύρω από τον ναό της πόλης· τα αετώματα δεν υπήρξαν συλλογές αυτόνομων γλυπτών, αλλά η αρχή και το τέλος μιας ενιαίας αρχιτεκτονικής αφήγησης.

Εξ ου και ότι τελικά είναι απόλυτα ειρωνικό το γεγονός ότι η έκθεση Liebieghaus, εκείνη ακριβώς από την οποία η Ελλάδα επέλεξε να απουσιάσει προκειμένου να υπερασπιστεί τη θέση της, ονομάζεται «The Parthenon Puzzle».

Γιατί αυτό ακριβώς παραμένει ο Παρθενώνας δύο αιώνες μετά τον καταστροφέα Ελγιν: ένα παζλ του οποίου γνωρίζουμε πού βρίσκονται τα κομμάτια, από ποιο σύνολο προέρχονται, ενώ διαθέτουμε πλέον ακόμη και την τεχνολογία για να ανασυνθέσουμε ψηφιακά την αρχική τους θέση.

Και είναι καιρός αυτά να επιστρέψουν στον φυσικό τους χώρο και εκεί όπου ανήκουν, κάτω από τον αττικό ήλιο και έχοντας απέναντι το μνημείο απ’ όπου αποσπάστηκαν: τον Παρθενώνα.

Φωτογραφία: Shutterstock

Πηγή – Πρώτο Θέμα

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Alkinoos FoundationNexomosΔρ. Γεράσιμος ΚυριακίδηςLocksmith ServicesLithotechnic Printers