ΕλλάδαΤα τέσσερα σενάρια για το πολιτικό αδιέξοδο στο Ισραήλ
Το παράδοξο να παραμείνει στην εξουσία ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, παρότι ο κυβερνητικός συνασπισμός του δεν εξασφαλίζει κοινοβουλευτική πλειοψηφία, διαμορφώνεται στο Ισραήλ μετά τις εκλογές της περασμένης Τρίτης (27/10). Η αδυναμία των αντιπάλων του να…
29 Οκτωβρίου 2026 · 07:15
Το παράδοξο να παραμείνει στην εξουσία ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, παρότι ο κυβερνητικός συνασπισμός του δεν εξασφαλίζει κοινοβουλευτική πλειοψηφία, διαμορφώνεται στο Ισραήλ μετά τις εκλογές της περασμένης Τρίτης (27/10).
Η αδυναμία των αντιπάλων του να συμφωνήσουν σε ένα κοινό κυβερνητικό σχήμα απειλεί να οδηγήσει τη χώρα σε παρατεταμένο πολιτικό αδιέξοδο, με ορατό πλέον το ενδεχόμενο νέας προσφυγής στις κάλπες.
Σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα, ούτε το στρατόπεδο του Νετανιάχου ούτε εκείνο του βασικού αντιπάλου του, Γκάντι Άιζενκοτ, φαίνεται να συγκεντρώνουν τις 61 έδρες που απαιτούνται για την αυτοδυναμία στην Κνεσέτ, το ισραηλινό κοινοβούλιο των 120 εδρών.
Παράλληλα, η ενισχυμένη παρουσία των αραβικών κομμάτων περιπλέκει τους συσχετισμούς, καθώς, αν και οι έδρες τους θα μπορούσαν να δώσουν στην αντιπολίτευση την πλειοψηφία, οι περισσότερες πολιτικές δυνάμεις του μπλοκ Άιζενκοτ αποκλείουν τη συνεργασία μαζί τους.
Όπως αναφέρει σε ανάλυσή του το BBC, η συγκρότηση κυβέρνησης φαίνεται να προϋποθέτει ότι τουλάχιστον μία από τις βασικές πολιτικές δυνάμεις θα αθετήσει κεντρικές προεκλογικές δεσμεύσεις της.
Με τα σημερινά δεδομένα, μια νέα εκλογική αναμέτρηση ενδέχεται να αποτελεί την πιθανότερη διέξοδο, αφήνοντας στο μεταξύ τον Νετανιάχου στη θέση του υπηρεσιακού πρωθυπουργού.
Τα τέσσερα σενάρια για την επόμενη ημέρα
Το αμερικανικό δίκτυο εξετάζει τέσσερα πιθανά σενάρια για την επόμενη ημέρα, από μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας έως τη συγκρότηση ενός κυβερνητικού συνασπισμού με τη στήριξη των αραβικών κομμάτων.
1. Κυβέρνηση εθνικής ενότητας με Νετανιάχου και Άιζενκοτ
Το πρώτο σενάριο προβλέπει μια συμφωνία ανάμεσα στον Νετανιάχου και τον Άιζενκοτ για τον σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας, με επικεφαλής τον απερχόμενο πρωθυπουργό. Πρόκειται, ωστόσο, για μια επιλογή που προσκρούει στις βασικές δεσμεύσεις του ηγέτη της αντιπολίτευσης.
Ο Άιζενκοτ οικοδόμησε ολόκληρη την προεκλογική του εκστρατεία στην ανάγκη απομάκρυνσης του Νετανιάχου από την εξουσία, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως τη μοναδική αξιόπιστη εναλλακτική.
Το βράδυ των εκλογών, μάλιστα, από το βήμα του εκλογικού του επιτελείου, κάλεσε τον Νετανιάχου να «ανακοινώσει σήμερα την αποχώρησή του από την πολιτική ζωή», υποστηρίζοντας ότι οι Ισραηλινοί έχουν κουραστεί από την «κουλτούρα ψεύδους», τη «διχόνοια και την υποκίνηση μίσους».
Οι δηλώσεις αυτές έγιναν προτού αναθεωρηθεί ένα από τα βασικά exit polls, το οποίο αρχικά προέβλεπε προβάδισμα για το μπλοκ Άιζενκοτ, αλλά στη συνέχεια έφερε τον Νετανιάχου στην πρώτη θέση.
Μια πιθανή φόρμουλα συνεργασίας θα ήταν η συμμετοχή του κόμματος Yashar του Άιζενκοτ σε κυβέρνηση με το Likud, υπό την προϋπόθεση ότι ο Νετανιάχου θα εγκατέλειπε τους σημερινούς ακροδεξιούς και υπερορθόδοξους κυβερνητικούς εταίρους του.
Ωστόσο, ο ίδιος έστειλε διαφορετικό μήνυμα κατά την ομιλία του στα γραφεία του Likud, ευχαριστώντας τους «πιστούς εταίρους» του και ζητώντας τον σχηματισμό μιας «ισχυρής δεξιάς κυβέρνησης». Οι αναφορές αυτές ερμηνεύθηκαν ως ένδειξη ότι δεν προτίθεται να διαλύσει τις υπάρχουσες συμμαχίες του.
Σύμφωνα με την ανάλυση του BBC, ένας παράγοντας που θα μπορούσε να μεταβάλει τα δεδομένα είναι μια νέα σύγκρουση με το Ιράν, η οποία θα δημιουργούσε ισχυρές πιέσεις για εθνική συνεννόηση.
Τις ημέρες πριν από τις εκλογές, ισραηλινά και αμερικανικά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν ότι ο Νετανιάχου επιδίωκε νέα στρατιωτικά πλήγματα κατά της Τεχεράνης και πίεζε τον Ντόναλντ Τραμπ να εγκρίνει την εμπλοκή των ΗΠΑ.
Σε μια τέτοια περίπτωση, πάντως, οι επικριτές του θα μπορούσαν να τον κατηγορήσουν ότι επιχειρεί να διασώσει την πολιτική του θέση μέσω μιας νέας περιφερειακής σύγκρουσης.
2. Κυβέρνηση Άιζενκοτ με τη στήριξη των αραβικών κομμάτων
Το δεύτερο σενάριο θα αποτελούσε μια ιστορική ανατροπή για το πολιτικό σύστημα του Ισραήλ, καθώς προϋποθέτει τη συνεργασία της αντιπολίτευσης με τα αραβικά κόμματα, τα οποία αναδεικνύονται στους μεγάλους κερδισμένους της εκλογικής αναμέτρησης.
Στην ιστορία της χώρας, μόνο μία φορά, το 2021, ανεξάρτητο αραβικό κόμμα συμμετείχε επισήμως σε κυβερνητικό συνασπισμό, ο οποίος δεν διατηρήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Σήμερα, ο Άιζενκοτ και όλα τα εβραϊκά κόμματα του μπλοκ του, πλην ενός, έχουν αποκλείσει τη συμμετοχή αραβικών κομμάτων στην κυβέρνηση. Ωστόσο, με βάση τους μέχρι στιγμής εκλογικούς συσχετισμούς, η συνεργασία αυτή φαίνεται να αποτελεί τη μοναδική διαδρομή της αντιπολίτευσης προς την κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Τα αραβικά κόμματα φαίνεται ότι ξεπέρασαν τις προβλέψεις, εξασφαλίζοντας συνολικά έως και 19 έδρες, αριθμό-ρεκόρ, χάρη στην ιδιαίτερα αυξημένη συμμετοχή των Αράβων πολιτών του Ισραήλ.
Πρόκειται για περίπου το ένα πέμπτο του πληθυσμού της χώρας, με πολλούς να αυτοπροσδιορίζονται ως Παλαιστίνιοι πολίτες του Ισραήλ.
Επί χρόνια, σημαντικό μέρος της αραβικής κοινότητας απείχε από τις εκλογές, θεωρώντας ότι η συμμετοχή θα νομιμοποιούσε ένα πολιτικό σύστημα που, κατά την άποψή τους, τους αντιμετωπίζει ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας.
Αυτή τη φορά, όμως, η επιθυμία απομάκρυνσης του πιο δεξιού κυβερνητικού συνασπισμού στην ιστορία του Ισραήλ λειτούργησε ως ισχυρό κίνητρο προσέλευσης στις κάλπες.
Η Ενωμένη Αραβική Λίστα, που προβλέπεται να εξασφαλίσει περίπου επτά έδρες, έχει εκφράσει την προθυμία της να συμμετάσχει σε κυβέρνηση της αντιπολίτευσης. Η Κοινή Λίστα, η οποία αναμένεται να κερδίσει 12 έδρες, δηλώνει διατεθειμένη να προσφέρει κοινοβουλευτική στήριξη χωρίς να αναλάβει κυβερνητικές θέσεις.
Από την πλευρά των εβραϊκών κομμάτων, ο μόνος που υποστηρίζει δημόσια μια τέτοια επιλογή είναι ο Γιαΐρ Γκολάν, επικεφαλής των Δημοκρατών.
Ακόμη, όμως, και αν υπήρχε συμφωνία, η συνοχή μιας τέτοιας κυβέρνησης θα δοκιμαζόταν ιδιαίτερα σε ζητήματα που αφορούν τη Γάζα και την κατεχόμενη Δυτική Όχθη.
Η κοινή άρνηση των περισσότερων εβραϊκών κομμάτων να συγκυβερνήσουν με τα αραβικά, παρά τις βαθιές διαφορές μεταξύ τους, αναδεικνύει τις διαιρέσεις που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν την ισραηλινή πολιτική σκηνή.
3. Προσέγγιση Νετανιάχου με τους δεξιούς της αντιπολίτευσης
Το τρίτο σενάριο αφορά την προσπάθεια του Νετανιάχου να προσελκύσει δεξιά κόμματα από το στρατόπεδο του Άιζενκοτ, προκειμένου να συγκεντρώσει την απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Οι δύο πιθανότεροι συνομιλητές του θα μπορούσαν να είναι ο Ναφτάλι Μπένετ, συμπρόεδρος της πολιτικής συμμαχίας Beyachad, και ο Αβίγκντορ Λίμπερμαν, επικεφαλής του Yisrael Beiteinu.
Αμφότεροι προέρχονται από τη Δεξιά, υιοθετούν σκληρές θέσεις στα ζητήματα εθνικής ασφάλειας και έχουν σημαντικά σημεία πολιτικής σύγκλισης με τον Νετανιάχου.
Το πρόβλημα είναι ότι και οι δύο διεκδίκησαν την ψήφο των πολιτών με ρητή δέσμευση την απομάκρυνσή του από την πρωθυπουργία.
Επιπλέον, υποστηρίζουν την επέκταση της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας στους υπερορθόδοξους Εβραίους, μια θέση που τους φέρνει σε ευθεία αντιπαράθεση με τα δύο υπερορθόδοξα κόμματα του σημερινού κυβερνητικού συνασπισμού.
Μια πιθανή λύση θα ήταν ο Νετανιάχου να αντικαταστήσει τους υπερορθόδοξους συμμάχους του με τα κόμματα των Μπένετ και Λίμπερμαν.
Ωστόσο, ακόμη και αυτό το σχήμα ενδέχεται να μη συγκεντρώνει τις 61 έδρες που απαιτούνται για την εξασφάλιση πλειοψηφίας, σύμφωνα με τα διαθέσιμα εκλογικά δεδομένα.
4. Νέες εκλογές: Το σενάριο που μπορεί να ευνοεί τον Νετανιάχου
Εάν οι διερευνητικές επαφές δεν οδηγήσουν σε συμφωνία για τον σχηματισμό κυβέρνησης, το Ισραήλ θα βρεθεί αντιμέτωπο με νέα εκλογική αναμέτρηση.
Παρότι ο Νετανιάχου δεν θα έχει εξασφαλίσει αυτοδυναμία, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί έμμεση πολιτική νίκη του, καθώς θα εξακολουθούσε να ασκεί καθήκοντα υπηρεσιακού πρωθυπουργού έως τη διεξαγωγή των επόμενων εκλογών.
Παράλληλα, ενδέχεται να υπολογίζει ότι μια δεύτερη αναμέτρηση θα μπορούσε να ανατρέψει τους σημερινούς συσχετισμούς υπέρ του.
όπως αναφέρεται στο δημοσίευμα, ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι η υψηλή συμμετοχή των Αράβων ψηφοφόρων δύσκολα θα επαναλαμβανόταν στον ίδιο βαθμό, ιδιαίτερα εάν η αυξημένη κοινοβουλευτική τους εκπροσώπηση δεν οδηγούσε τελικά σε αλλαγή κυβέρνησης.
Αντίθετα, η προοπτική νέων εκλογών θα μπορούσε να κινητοποιήσει περισσότερους ψηφοφόρους της Δεξιάς.
Ένας ακόμη παράγοντας που ενδέχεται να συνυπολογίζει ο Νετανιάχου είναι οι περίπου 70.000 Ισραηλινοί που ταξίδεψαν από το εξωτερικό προκειμένου να ψηφίσουν. Οι ψηφοφόροι αυτοί εκτιμάται ότι στην πλειονότητά τους τάσσονται εναντίον του και δεν είναι βέβαιο ότι θα επέστρεφαν για δεύτερη φορά στις κάλπες.
Επιπλέον, αρκετά μικρά δεξιά κόμματα απέτυχαν να ξεπεράσουν το εκλογικό όριο του 3,25%. Σε περίπτωση νέας αναμέτρησης, ενδέχεται είτε να αποσπάσουν λιγότερες ψήφους είτε να μη συμμετάσχουν καθόλου, με αποτέλεσμα μέρος της εκλογικής τους δύναμης να κατευθυνθεί προς το Likud και τους συμμάχους του.
Η πολιτική ιστορία του Ισραήλ προσφέρει ένα χαρακτηριστικό προηγούμενο. Από το 2019 έως το 2022, η χώρα οδηγήθηκε σε πέντε εκλογικές αναμετρήσεις, καθώς ο Νετανιάχου και οι αντίπαλοί του αδυνατούσαν επανειλημμένα να συμφωνήσουν στον σχηματισμό σταθερής κυβέρνησης.
Το ενδεχόμενο να επαναληφθεί αυτός ο κύκλος βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο των πολιτικών εξελίξεων.
Το κρίσιμο παράδοξο της σημερινής συγκυρίας είναι ότι, ενώ ο Νετανιάχου δεν διαθέτει τις έδρες για να σχηματίσει μόνος του κυβέρνηση, οι αντίπαλοί του δεν φαίνεται να διαθέτουν την απαραίτητη πολιτική συνεννόηση για να τον απομακρύνουν.
Μια νέα προσφυγή στις κάλπες θα μπορούσε να θεωρηθεί έμμεση νίκη για τον Νετανιάχου, καθώς θα παρέμενε υπηρεσιακός πρωθυπουργός μέχρι τη διεξαγωγή των εκλογών, ενώ ο ίδιος ενδέχεται να εκτιμά ότι σε μια νέα αναμέτρηση θα είχε περισσότερες πιθανότητες επικράτησης.
Πηγή – Cyprus Times (protothema.gr)









