ΑπόψειςΤα αγροτικά προϊόντα που αξίζουν δισ. ευρώ: Η θέση της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή αγορά και οι ευκαιρίες
Από την άλλη, τεράστιες ανάγκες σε φρούτα, ξηρούς καρπούς, φυτικές πρωτεΐνες και πρώτες ύλες. Και στη μέση η Ελλάδα, με ένα ισχυρό χαρτί στα τρόφιμα, αλλά και σημαντικές εισαγωγικές ανάγκες. Τα τελευταία…
29 Σεπτεμβρίου 2026 · 17:26
Από την άλλη, τεράστιες ανάγκες σε φρούτα, ξηρούς καρπούς, φυτικές πρωτεΐνες και πρώτες ύλες. Και στη μέση η Ελλάδα, με ένα ισχυρό χαρτί στα τρόφιμα, αλλά και σημαντικές εισαγωγικές ανάγκες. Τα τελευταία στοιχεία της Κομισιόν για το αγροδιατροφικό εμπόριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτυπώνουν ένα σκηνικό, στο οποίο η ελληνική παραγωγή έχει περιθώρια να διεκδικήσει μεγαλύτερο κομμάτι της ευρωπαϊκής αγοράς.
Πλεόνασμα 30 δισ. ευρώ για την Ευρώπη
Στο επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2026, η Ε.Ε εξήγαγε αγροδιατροφικά προϊόντα αξίας 138,7 δισ. ευρώ, ενώ οι εισαγωγές της ανήλθαν σε 108,6 δισ. ευρώ. Έτσι, το εμπορικό πλεόνασμα του κλάδου διαμορφώθηκε στα 30,1 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 2,9 δισ. ευρώ σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025.
Ωστόσο, πίσω από το συνολικό θετικό πρόσημο κρύβονται μεγάλες διαφοροποιήσεις ανά προϊόν. Οι εξαγωγές ελαιολάδου και ελιών υποχώρησαν κατά 418 εκατ. ευρώ ή 11%, ενώ μεγαλύτερη ήταν η πτώση στα προϊόντα καφέ, τσαγιού, κακάου και μπαχαρικών, κατά 1,276 δισ. ευρώ ή 16%. Αντίθετα, αυξήθηκαν σημαντικά οι εξαγωγές άλλων ζωικών προϊόντων, φρούτων και ξηρών καρπών.
Το μεγάλο παράδοξο; Η Ευρώπη χρειάζεται φρούτα. Κι εδώ βρίσκεται ίσως και η μεγαλύτερη ευκαιρία για χώρες με ισχυρή φυτική παραγωγή, όπως η Ελλάδα.
Η Ε.Ε. εμφάνισε στο επτάμηνο έλλειμμα 13,43 δισ. ευρώ στα φρούτα και τους ξηρούς καρπούς. Οι εισαγωγές της συγκεκριμένης κατηγορίας έφτασαν τα 17,75 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 587 εκατ. ευρώ ή 3% σε σχέση με πέρυσι.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα διαθέτει σημαντική παραγωγή και εξαγωγική δραστηριότητα σε φρούτα και λαχανικά. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο να παράγει περισσότερα, αλλά να μπορεί να διαθέτει μεγαλύτερες ποσότητες σε οργανωμένες ευρωπαϊκές αγορές, με σταθερή ποιότητα, τυποποίηση και ανταγωνιστικό κόστος.
Ελαιόλαδο: Δύσκολη συγκυρία
Ανάλογη είναι η εικόνα και στο ελαιόλαδο. Η Ευρώπη παραμένει καθαρά εξαγωγική στον κλάδο, με πλεόνασμα 2,49 δισ. ευρώ στο επτάμηνο, όμως οι ευρωπαϊκές εξαγωγές ελιών και ελαιολάδου μειώθηκαν. Η Κομισιόν αποδίδει την εξέλιξη τόσο στις χαμηλότερες τιμές όσο και στους μειωμένους όγκους.
Για την Ελλάδα, το ελαιόλαδο παραμένει ένα από τα χαρακτηριστικότερα εξαγωγικά αγροτικά προϊόντα. Το 2025 οι εξαγωγές της χώρας στην κατηγορία έλαια και λίπη ζωικής ή φυτικής προέλευσης ανήλθαν σε 1,056 δισ. ευρώ.
Το στοίχημα, επομένως, είναι διπλό: μεγαλύτερες ποσότητες αλλά και μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία, ώστε το ελληνικό προϊόν να μη φεύγει απλώς ως πρώτη ύλη, δηλαδή χύμα, αλλά να επιστρέφει μεγαλύτερο εισόδημα στον παραγωγό και στην ελληνική οικονομία.
Πλεονέκτημα της Ευρώπης τα γαλακτοκομικά
Στα γαλακτοκομικά, η Ε.Ε. έχει πολύ ισχυρό πλεόνασμα, περίπου 10,99 δισ. ευρώ, ενώ οι εισαγωγές γαλακτοκομικών υποχώρησαν κατά 19% στο επτάμηνο.
Η Ελλάδα, από την πλευρά της, έχει ένα προϊόν με παγκόσμια αναγνωρισιμότητα: τη φέτα. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται η Enterprise Greece, οι εξαγωγές φέτας έφτασαν το 2024 περίπου τα 785 εκατ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 10% των ελληνικών εξαγωγών τροφίμων.
Εδώ, επομένως, η πρόκληση δεν είναι η δημιουργία αγοράς από το μηδέν, αλλά η περαιτέρω ενίσχυση ενός ήδη ισχυρού ελληνικού εξαγωγικού προϊόντος.
Τα τρόφιμα το δυνατό «χαρτί» της Ελλάδας
Συνολικά, τα τρόφιμα και ζώντα ζώα αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες των ελληνικών εξαγωγών. Το 2025 οι εξαγωγές της συγκεκριμένης κατηγορίας έφτασαν τα 9,04 δισ. ευρώ, από 8,27 δισ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας αύξηση περίπου 9,4%.
Και η ευρωπαϊκή αγορά είναι κρίσιμη: 57,1% των συνολικών ελληνικών εξαγωγών το 2025 κατευθύνθηκε σε άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ, με την Ιταλία, τη Γερμανία, την Κύπρο και τη Βουλγαρία να βρίσκονται μεταξύ των σημαντικότερων προορισμών.
Το μήνυμα από τα στοιχεία των Βρυξελλών είναι σαφές: η ευρωπαϊκή αγροδιατροφική αγορά παραμένει τεράστια, αλλά δεν είναι ίδια για όλα τα προϊόντα. Εκεί όπου η Ευρώπη έχει έλλειμμα, η Ελλάδα έχει παραγωγή. Εκεί όμως που υπάρχει ισχυρός ευρωπαϊκός ανταγωνισμός, χρειάζεται ποιότητα, τυποποίηση, branding και χαμηλότερο κόστος.
Για την ελληνική γεωργία, λοιπόν, η μεγάλη πρόκληση δεν είναι μόνο «πόσο παράγουμε», αλλά κυρίως πόσο από αυτό που παράγουμε καταφέρνουμε να πουλήσουμε στις αγορές όπου υπάρχει ζήτηση και σε ποια τιμή.
Πηγή – Ελεύθερος Τύπος








