ΔιεθνήΣύνταξη €764 μετά τη μεταρρύθμιση και μετά από 3 χρόνια – Πώς να ζήσει κάποιος όταν το όριο φτώχειας σήμερα είναι €1.103;
Η κυβέρνηση προβάλλει αυξήσεις που φτάνουν μέχρι και το 50% στο πλαίσιο της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης. Ωστόσο, πίσω από τα εντυπωσιακά ποσοστά, τα ίδια τα παραδείγματα του Υπουργείου Εργασίας αποκαλύπτουν μια διαφορετική πραγματικότητα: συνταξιούχος…
14 Οκτωβρίου 2026 · 20:58
Η κυβέρνηση προβάλλει αυξήσεις που φτάνουν μέχρι και το 50% στο πλαίσιο της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης. Ωστόσο, πίσω από τα εντυπωσιακά ποσοστά, τα ίδια τα παραδείγματα του Υπουργείου Εργασίας αποκαλύπτουν μια διαφορετική πραγματικότητα: συνταξιούχος που σήμερα λαμβάνει €508 θα δει τη σύνταξή του να αυξάνεται στα €764, ποσό που εξακολουθεί να υπολείπεται κατά €339 τον μήνα από το επίσημο όριο κινδύνου φτώχειας για μονοπρόσωπο νοικοκυριό.
Το κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει από τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση δεν είναι μόνο πόσο θα αυξηθούν οι συντάξεις, αλλά κατά πόσο οι αυξήσεις θα επιτρέψουν στους ηλικιωμένους να ζουν με αξιοπρέπεια.
Οι ενδεικτικοί πίνακες που ετοίμασε το Υπουργείο Εργασίας παρουσιάζουν αυξήσεις οι οποίες, σε ορισμένες περιπτώσεις, ξεπερνούν τα €200 τον μήνα. Πρόκειται αναμφίβολα για οικονομική ενίσχυση των δικαιούχων, η οποία όμως δεν αρκεί από μόνη της για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της φτώχειας στην τρίτη ηλικία.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα συνταξιούχου με 42 χρόνια πραγματικών εισφορών και επτά επιδοτούμενα χρόνια ασφάλισης. Η σημερινή σύνταξη των €508 προβλέπεται να αυξηθεί στα €764, δηλαδή κατά €256 τον μήνα.
Η αύξηση αντιστοιχεί σε περίπου 50,4%. Παρά το υψηλό ποσοστό, όμως, το τελικό ποσό εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από το εισοδηματικό όριο κινδύνου φτώχειας.
Σύμφωνα με τα τελευταία δημοσιευμένα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας Κύπρου, το όριο κινδύνου φτώχειας για νοικοκυριό ενός ατόμου ανήλθε το 2025 στις €13.240 ετησίως, δηλαδή περίπου €1.103 τον μήνα.
Με βάση αυτά τα δεδομένα, η προβλεπόμενη σύνταξη των €764 βρίσκεται κατά περίπου €339 μηνιαίως κάτω από το συγκεκριμένο όριο.
Σε ετήσια βάση, η διαφορά φτάνει τα €4.072.
Με άλλα λόγια, ακόμη και μετά την πλήρη εφαρμογή της αύξησης του 50%, το συγκεκριμένο ποσό σύνταξης αντιστοιχεί μόλις στο 69% του επίσημου ορίου κινδύνου φτώχειας.
Ανάλογη είναι η εικόνα και σε δεύτερο παράδειγμα του Υπουργείου Εργασίας.
Συνταξιούχος που λαμβάνει σήμερα €411 προβλέπεται να δει τη σύνταξή του να αυξάνεται στα €577, δηλαδή κατά €166 ή περίπου 40%.
Ωστόσο, το νέο ποσό υπολείπεται κατά περίπου €526 τον μήνα από το ίδιο όριο.
Οι αριθμοί αυτοί αφορούν τη σύνταξη και όχι απαραίτητα το συνολικό διαθέσιμο εισόδημα του νοικοκυριού. Ενδεχόμενα επιδόματα και άλλες πηγές εισοδήματος πρέπει να συνυπολογιστούν προτού διαπιστωθεί εάν ένας συγκεκριμένος συνταξιούχος βρίσκεται κάτω από το στατιστικό όριο φτώχειας.
Ένα δεύτερο κρίσιμο ζήτημα αφορά το επίδομα χαμηλοσυνταξιούχου, γνωστό ως «μικρό τσεκ».
Η αύξηση της σύνταξης δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι ο δικαιούχος θα δει το συνολικό μηνιαίο εισόδημά του να αυξάνεται κατά το ίδιο ποσό.
Αυτό συμβαίνει επειδή η αύξηση της σύνταξης μπορεί να επηρεάσει το ύψος του επιδόματος που λαμβάνει ο χαμηλοσυνταξιούχος.
Ενδεικτική είναι προηγούμενη τοποθέτηση του Υπουργού Εργασίας, Μαρίνου Μουσιούττα, ο οποίος είχε παρουσιάσει περίπτωση συνταξιούχου με σύνταξη €504 και πρόσθετο επίδομα περίπου €220 έως €230.
Με τη μεταρρύθμιση, η σύνταξη προβλεπόταν να αυξηθεί στα €754, αλλά το επίδομα να περιοριστεί περίπου στα €80 έως €90.
Έτσι, ενώ η σύνταξη αυξάνεται κατά €250, η πραγματική αύξηση του συνολικού μηνιαίου εισοδήματος περιορίζεται περίπου στα €100.
Ο Υπουργός έχει διαβεβαιώσει ότι κανένας συνταξιούχος δεν θα λαμβάνει μικρότερο συνολικό ποσό από εκείνο που εισπράττει σήμερα.
Ωστόσο, άλλο είναι να διασφαλίζεται ότι κανένας δεν θα χάσει εισόδημα και άλλο να εξασφαλίζεται ότι οι συνταξιούχοι θα μπορούν να καλύπτουν τις βασικές ανάγκες διαβίωσής τους.
Το ζήτημα της επάρκειας των συντάξεων έχει ήδη τεθεί από το συνδικαλιστικό κίνημα στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων για τη μεταρρύθμιση.
Ο γενικός γραμματέας της ΣΕΚ, Ανδρέας Μάτσας, έχει επισημάνει ότι, παρά τις θετικές πρόνοιες του σχεδιασμού, δεν αντιμετωπίζεται ουσιαστικά το όριο της φτώχειας.
Η θέση αυτή αναδεικνύει την ανάγκη να αξιολογηθεί η μεταρρύθμιση όχι αποκλειστικά με βάση το ύψος των αυξήσεων, αλλά και με κριτήριο την επάρκεια του τελικού εισοδήματος.
Άλλωστε, το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε μεμονωμένες περιπτώσεις.
Τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας καταγράφουν ότι το 14,9% του συνολικού πληθυσμού βρισκόταν το 2025 σε κίνδυνο φτώχειας, ενώ το όριο για μονοπρόσωπο νοικοκυριό αυξήθηκε κατά 6,8% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Στον κυβερνητικό σχεδιασμό προβλέπεται πλέον η σταδιακή παραχώρηση των αυξήσεων σε βάθος τριών χρόνων, αντί των πέντε που είχαν αρχικά προταθεί.
Η αλλαγή αυτή αποτελεί βελτίωση ως προς την ταχύτητα εφαρμογής, αλλά σημαίνει επίσης ότι οι δικαιούχοι δεν θα λάβουν εξαρχής ολόκληρη την προβλεπόμενη αύξηση.
Στόχος παραμένει η εφαρμογή της μεταρρύθμισης από την 1η Ιανουαρίου 2027, υπό την προϋπόθεση ολοκλήρωσης των διαβουλεύσεων και ψήφισης της απαραίτητης νομοθεσίας.
Οι υπολογισμοί που παρουσιάστηκαν βασίζονται σε στοιχεία του 2024 και επομένως τα τελικά ποσά ενδέχεται να διαφοροποιηθούν.
Η αύξηση των χαμηλών συντάξεων είναι αναγκαία. Δεν αρκεί, όμως, να παρουσιάζεται ως επιτυχία μια αύξηση 40% ή 50%, εάν το τελικό εισόδημα παραμένει ανεπαρκές για αξιοπρεπή διαβίωση.
Το Υπουργείο Εργασίας καλείται να παρουσιάσει όχι μόνο παραδείγματα αυξήσεων, αλλά και ολοκληρωμένα στοιχεία για το πραγματικό αποτέλεσμα της μεταρρύθμισης.
Πόσοι συνταξιούχοι θα εξακολουθούν να βρίσκονται κάτω από το όριο κινδύνου φτώχειας μετά την πλήρη εφαρμογή της;
Πόσοι θα δουν μέρος της αύξησής τους να αντισταθμίζεται από μείωση του επιδόματος χαμηλοσυνταξιούχου;
Και ποιο θα είναι τελικά το καθαρό όφελος για τους ηλικιωμένους που σήμερα δυσκολεύονται να καλύψουν ακόμη και τις βασικές τους ανάγκες;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν προτού η κυβέρνηση παρουσιάσει τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση ως ουσιαστική λύση στο πρόβλημα των χαμηλών συντάξεων.
Διότι το ζητούμενο δεν είναι να αυξηθεί εντυπωσιακά μια σύνταξη στα χαρτιά, αλλά να μπορεί ο συνταξιούχος να ζει αξιοπρεπώς με τα χρήματα που τελικά λαμβάνει.
Πηγή – Διάλογος








