Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2026
Λευκωσία 27°
Κύπρος

Σωτηρούλα Χαραλάμπους στη «Χ»: Δεν είναι μεταρρύθμιση να φορτώνεις αδικίες στους νέους

    ​​ ​ ​​ Η Γ.Γ. της ΠΕΟ ζητά πρόσθετους πόρους κατά της φτώχειας και προστασία των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των νέων «Η ΠΕΟ δεν πρόκειται να αντιμετωπίσει ως μεταρρύθμιση μια αλλαγή που βελτιώνει κάτι σήμερα μεταφέροντας…

11 Οκτωβρίου 2026 · 08:09

      

Η Γ.Γ. της ΠΕΟ ζητά πρόσθετους πόρους κατά της φτώχειας και προστασία των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των νέων

«Η ΠΕΟ δεν πρόκειται να αντιμετωπίσει ως μεταρρύθμιση μια αλλαγή που βελτιώνει κάτι σήμερα μεταφέροντας το κόστος στους αυριανούς συνταξιούχους»

«Η κυβέρνηση δεν μπορεί να επικαλείται την οικονομική περίμετρο για να αποφεύγει να διαθέσει τους αναγκαίους πόρους για τη στήριξη των χαμηλοσυνταξιούχων»

«Αν οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί, τότε και οι εισφορές είναι χαμηλότερες και, στο τέλος, χαμηλότερη θα είναι και η σύνταξη»

Συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Ζαχαρίου

Μήνυμα ότι η συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τις σημερινές αδικίες δημιουργώντας νέες σε βάρος των επόμενων γενιών στέλνει η Γ.Γ. της ΠΕΟ, Σωτηρούλα Χαραλάμπους, σε συνέντευξή της στη «Χαραυγή». Υπογραμμίζει ότι η κυβερνητική πρόταση, παρά τις επιμέρους βελτιώσεις, δεν αντιμετωπίζει ουσιαστικά τη φτώχεια των συνταξιούχων, ενώ ενδέχεται να οδηγήσει σε δυσμενέστερες προϋποθέσεις συνταξιοδότησης για τους νέους εργαζομένους. Παράλληλα, ζητά πρόσθετους δημόσιους πόρους, ουσιαστική αντιμετώπιση του πέναλτι του 12% και διασφάλιση αξιοπρεπών συντάξεων για όλους. Επισημαίνει ακόμη ότι οι σημερινοί συνταξιούχοι δεν μπορούν να περιμένουν πέντε χρόνια για ουσιαστικές αυξήσεις, τονίζοντας πως βασικός στόχος πρέπει να είναι κανένας συνταξιούχος να μη ζει κάτω από το όριο της φτώχειας.

Ποιο είναι το βασικό κριτήριο με το οποίο η ΠΕΟ θα αξιολογήσει το τελικό πλαίσιο της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης;

Έχουμε ξεκαθαρίσει από την αρχή ποιοι είναι οι στόχοι μας και στη βάση αυτών θα αξιολογήσουμε το τελικό αποτέλεσμα. 

Πρώτος στόχος είναι η ουσιαστική βελτίωση του εισοδήματος των συνταξιούχων. Είναι απαράδεκτο να εξακολουθεί να υπάρχει τόσο υψηλό ποσοστό συνταξιούχων κάτω από το όριο της φτώχειας. Για εμάς, η θέση είναι ξεκάθαρη. Κανένας συνταξιούχος δεν πρέπει να βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας.

Αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Χρειάζεται βελτίωση των χαμηλών συντάξεων, αλλά και ουσιαστική κρατική κοινωνική πολιτική που να συμπληρώνει το συνταξιοδοτικό εισόδημα.

Δεύτερο σημαντικό ζήτημα είναι το πέναλτι του 12%, το οποίο θεωρούμε ισοπεδωτικό και τιμωρητικό, ιδιαίτερα για εργαζομένους με πολλά χρόνια εισφορών. Υπάρχουν άνθρωποι που, λόγω των συνθηκών εργασίας τους, δεν μπορούν αντικειμενικά να συνεχίσουν να εργάζονται μετά τα 63. Δεν μπορεί να τιμωρούνται εφ’ όρου ζωής γι’ αυτό.

Παράλληλα, πρέπει να διορθωθεί η διάκριση σε βάρος των ανδρών που στερούνται σύνταξη χηρείας επειδή οι σύζυγοί τους απεβίωσαν πριν από το 2018.

Θέτουμε επίσης την ανάγκη δημιουργίας πραγματικού αποθεματικού στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Από το 2017 επιμένουμε στην επανεκκίνηση αυτής της προσπάθειας, η οποία είχε αρχίσει επί διακυβέρνησης Δημήτρη Χριστόφια και στη συνέχεια διακόπηκε.

Τέλος, διεκδικούμε επέκταση των Ταμείων Προνοίας σε όλους τους εργαζομένους, ώστε να διασφαλίζεται συμπληρωματικό εισόδημα κατά τη συνταξιοδότηση.

Με βάση αυτούς τους στόχους, πώς αξιολογείτε όσα έχουν μέχρι σήμερα τεθεί στο τραπέζι;

Υπάρχουν σημεία που μας προβληματίζουν σοβαρά. Θέλω, όμως, να ξεκαθαρίσω κάτι. Δεν μπήκαμε σε αυτή τη συζήτηση για να πούμε στις επόμενες γενιές ότι, προκειμένου να βελτιώσουμε τις συντάξεις των γονιών και των παππούδων τους, θα δυσκολέψουμε τη δική τους πρόσβαση στα συνταξιοδοτικά δικαιώματα.

Η ΠΕΟ δεν πρόκειται να αντιμετωπίσει ως μεταρρύθμιση μια αλλαγή που βελτιώνει κάτι σήμερα, μεταφέροντας το κόστος στους αυριανούς συνταξιούχους. Οι σημερινές βελτιώσεις δεν μπορούν να γίνουν σε βάρος των δικαιωμάτων των επόμενων γενιών.

Η κυβέρνηση έθεσε συγκεκριμένη οικονομική περίμετρο για τη μεταρρύθμιση, στην οποία φαίνεται να προσκρούουν αρκετά ζητήματα. Πώς τοποθετείται η ΠΕΟ;

Από την αρχή τέθηκε ως βασική παράμετρος να μην αυξηθούν ούτε οι εισφορές ούτε το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης. Με αυτή την αφετηρία συμφωνούμε.

Το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων πέρασε ήδη από μεταρρύθμιση το 2009, όταν αποφασίστηκε η σταδιακή αύξηση των εισφορών μέχρι το 2039 και αυστηροποιήθηκαν οι προϋποθέσεις για ορισμένα ωφελήματα. Δεν θεωρούμε, λοιπόν, ότι πρέπει να ανοίξει ξανά τέτοια συζήτηση.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα των χαμηλών συντάξεων μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με ανακατανομή των υφιστάμενων πόρων του Ταμείου. Χρειάζονται και πρόσθετοι δημόσιοι πόροι.

Εδώ βρίσκεται μια βασική διαφωνία μας με την κυβέρνηση. Επιχειρείται να παρουσιαστεί ότι η μεταρρύθμιση συνεπάγεται δημόσια δαπάνη 700 έως 800 εκατομμυρίων ευρώ. Κατά την εκτίμησή μας, αυτή η εικόνα δεν αποτυπώνει το πραγματικό πρόσθετο κόστος.

Για παράδειγμα, περιλαμβάνεται η αύξηση της κρατικής εισφοράς στο Ταμείο, ύψους περίπου 160 εκατομμυρίων ευρώ, η οποία είχε ήδη αποφασιστεί από το 2009. Θα εφαρμοζόταν δηλαδή ακόμη και χωρίς τη σημερινή μεταρρύθμιση.

Το ίδιο ισχύει για το αυξημένο κόστος δανεισμού που θα προκύψει εάν το κράτος σταματήσει να δανείζεται από το Ταμείο και στραφεί στην αγορά. Πρόκειται για κόστος που συνδέεται με την ανάγκη αλλαγής μιας υφιστάμενης πρακτικής και όχι με τη σημερινή μεταρρύθμιση.

Η κυβέρνηση δεν μπορεί να επικαλείται την οικονομική περίμετρο για να αποφεύγει τη διάθεση των αναγκαίων πόρων στους χαμηλοσυνταξιούχους. Ούτε μπορεί να μετακινεί πόρους μέσα στο ίδιο το Ταμείο, μεταφέροντας τελικά το βάρος στις επόμενες γενιές.

Για εμάς, η βιωσιμότητα του Ταμείου δεν είναι μια απλή μαθηματική πράξη. Βιωσιμότητα σημαίνει να μπορεί το Ταμείο να συνεχίσει να δίνει τα ίδια ή και καλύτερα ωφελήματα στους ασφαλισμένους.

Πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των χαμηλών συντάξεων, δεδομένων των περιορισμένων δυνατοτήτων του Ταμείου;

Από τη στιγμή που συμφωνούμε ότι δεν πρέπει να αυξηθούν οι εισφορές ή το όριο συνταξιοδότησης, είναι προφανές ότι το Ταμείο δεν μπορεί από μόνο του να αντιμετωπίσει τη φτώχεια των συνταξιούχων.

Χρειάζονται πρόσθετοι πόροι και ουσιαστική ενίσχυση του Σχεδίου Στήριξης Συνταξιούχων με Χαμηλά Εισοδήματα, της λεγόμενης μικρής επιταγής.

Το κριτήριο πρέπει να είναι ξεκάθαρο. Όποιος συνταξιούχος, ακόμη και μετά τις αυξήσεις, εξακολουθεί να έχει συνολικό εισόδημα κάτω από το όριο της φτώχειας, πρέπει να δικαιούται πρόσθετη στήριξη.

Δεν διαφωνούμε κατ’ αρχήν με τη μεταφορά πόρων από το αναλογικό στο βασικό μέρος της σύνταξης. Θέτουμε, όμως, μια απαραίτητη προϋπόθεση. Η αλλαγή δεν πρέπει να οδηγήσει μελλοντικά σε χαμηλότερες συντάξεις από εκείνες που διασφαλίζει σήμερα το σύστημα.

Μας προβληματίζει, επίσης, η πρόβλεψη για σταδιακή παραχώρηση των αυξήσεων σε βάθος πενταετίας. Οι συνταξιούχοι αντιμετωπίζουν σήμερα την ακρίβεια και το αυξημένο κόστος ζωής. Δεν μπορούν να περιμένουν πέντε χρόνια για ουσιαστική βελτίωση του εισοδήματός τους.

Πώς αξιολογεί η ΠΕΟ τη νέα κυβερνητική πρόταση για το πέναλτι του 12%;

Η συζήτηση για το 12% δεν ξεκίνησε σήμερα. Από το 2017-2018 η ΕΚΥΣΥ, μαζί με άλλες κοινωνικές ομάδες, ανέδειξε τις σοβαρές αδικίες που δημιουργεί. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση αναγνωρίζει πλέον το πρόβλημα είναι αποτέλεσμα και αυτής της κοινωνικής πίεσης.

Η αρχική κυβερνητική πρόταση προέβλεπε επιστροφή 6% μόνο στη βασική σύνταξη, για όσους είχαν συμπληρώσει 40,4 χρόνια πληρωμένων εισφορών. Έτσι, περίπου επτά στους δέκα συνταξιούχους που είχαν υποστεί τη μείωση έμεναν εκτός.

Καταθέσαμε δική μας πρόταση, αλλά ο διάλογος δεν προχώρησε και δύο χρόνια αργότερα το ζήτημα εντάχθηκε στη συνολική μεταρρύθμιση.

Η νέα πρόταση είναι βελτιωμένη, καθώς προβλέπει κάποιο όφελος για όλους όσοι έχουν υποστεί την αναλογιστική μείωση. Ωστόσο, η ελάφρυνση αφορά μόνο το βασικό μέρος της σύνταξης, ενώ στο αναλογικό η μείωση διατηρείται.

Υπάρχει, όμως, και ένα σοβαρότερο ζήτημα. Η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται στο τι θα πάρουν πίσω οι σημερινοί συνταξιούχοι, παραβλέποντας τις συνέπειες για τους μελλοντικούς.

Μετά την πενταετή μεταβατική περίοδο θα απαιτούνται περισσότερα χρόνια εισφορών για συνταξιοδότηση στα 63. Μάλιστα, με βάση την κυβερνητική πρόταση, η μελλοντική διαφορά μεταξύ συνταξιοδότησης στα 63 και στα 65 θα φτάνει στο 15,4%.

Δεν μπορούμε να θεωρήσουμε λύση μια ρύθμιση που βελτιώνει κάτι σήμερα, αλλά δημιουργεί δυσμενέστερες προϋποθέσεις για τους αυριανούς συνταξιούχους.

Πόσους αφορά το ζήτημα της σύνταξης χηρείας και ποια είναι η θέση της ΠΕΟ;

Σύμφωνα με την κυβερνητική εκτίμηση, αφορά περίπου 4.000 άνδρες. Πρόκειται για μια αδικία που έπρεπε να είχε διορθωθεί εδώ και καιρό και κακώς εντάχθηκε στη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση.

Με τη νομοθεσία του 2018 αντιμετωπίστηκε η ανισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών, αλλά δημιουργήθηκε νέα διάκριση μεταξύ των ίδιων των ανδρών. Κάποιοι δικαιούνται σύνταξη χηρείας και άλλοι όχι, ανάλογα με το πότε απεβίωσε η σύζυγός τους. Αυτή η διάκριση πρέπει να αρθεί.

Ωστόσο, η κυβέρνηση επανέρχεται συνεχώς στην οικονομική περίμετρο. Το ερώτημα είναι ποιος την καθόρισε και γιατί θεωρείται αδιαπραγμάτευτη. Όταν πρόκειται για αποκατάσταση μιας υπαρκτής αδικίας, δεν μπορεί το μόνο κριτήριο να είναι αν «χωρά» σε ένα προκαθορισμένο ποσό.

Ποιο ρόλο πρέπει να έχουν τα Ταμεία Προνοίας στη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση;

Η συζήτηση συνεχίζεται και φαίνεται να υπάρχει πλέον γενική παραδοχή ότι χρειάζεται συγκεκριμένος οδικός χάρτης, μαζί με τις απαραίτητες νομοθετικές ρυθμίσεις.

Για εμάς, τα Ταμεία Προνοίας αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συνταξιοδοτικής ασφάλισης. Το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων είναι ο βασικός πυλώνας, αλλά χρειάζεται και ισχυρός δεύτερος πυλώνας, ώστε ο εργαζόμενος να διαθέτει επαρκές εισόδημα μετά τη συνταξιοδότησή του.

Αυτόν τον ρόλο επιτελούν τα Ταμεία Προνοίας, τα οποία αποτελούν κατάκτηση των συλλογικών συμβάσεων.

Χρειάζεται, επομένως, συνολική πολιτική και σαφής οδικός χάρτης για τη σταδιακή κάλυψη όλων των εργαζομένων.

Πώς μπορεί να επιτευχθεί στην πράξη η καθολική κάλυψη των εργαζομένων από Ταμεία Προνοίας;

Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να προστατευθούν τα υφιστάμενα Ταμεία Προνοίας που δημιουργήθηκαν μέσα από συλλογικές συμβάσεις. Καμία νέα ρύθμιση δεν πρέπει να αποδυναμώνει κατοχυρωμένα δικαιώματα.

Η προσπάθεια πρέπει να επικεντρωθεί εκεί όπου δεν υπάρχει κάλυψη ή αυτή είναι ανεπαρκής.

Σε κλάδους με συλλογικές συμβάσεις, όπως η οικοδομική και η ξενοδοχειακή βιομηχανία, η κάλυψη πρέπει να αφορά όλους τους εργαζομένους.

Δεν μπορεί, για παράδειγμα, κάποιος που εργάζεται στην ίδια επιχείρηση μέσω εργολάβου ή άλλης εταιρείας, ως «ενοικιαζόμενος» εργαζόμενος, να αποκλείεται από το Ταμείο Προνοίας.

Στόχος είναι να συμφωνηθούν οι κατάλληλοι μηχανισμοί και θεσμικές ρυθμίσεις, ώστε κάθε εργαζόμενος να διαθέτει ουσιαστικό συμπληρωματικό εισόδημα κατά τη συνταξιοδότησή του.

Μπορεί να εξασφαλιστεί αξιοπρεπής σύνταξη χωρίς να αντιμετωπιστεί παράλληλα το πρόβλημα των χαμηλών μισθών;

Όχι. Και αυτό είναι ένα από τα πιο ουσιαστικά σημεία της συζήτησης.

Η σύνταξη που θα πάρει ένας εργαζόμενος στο τέλος του εργασιακού του βίου δεν είναι αποκομμένη από τον μισθό που παίρνει σήμερα. Αν οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί, τότε και οι εισφορές είναι χαμηλότερες και, στο τέλος, χαμηλότερη θα είναι και η σύνταξη.

Αν περισσότερο από το ένα τρίτο των εργαζομένων εξακολουθεί να αμείβεται με μέχρι 1.500 ευρώ, τότε όσες παρεμβάσεις και αν κάνουμε στο συνταξιοδοτικό σύστημα, στο τέλος θα εξακολουθούμε να έχουμε ανθρώπους που φτάνουν στα 65 με ανεπαρκές συνταξιοδοτικό εισόδημα.

Άρα, η συζήτηση για το συνταξιοδοτικό είναι ταυτόχρονα και συζήτηση για τους μισθούς. Για το πώς αυξάνονται οι απολαβές και ιδιαίτερα οι μισθοί των χαμηλά αμειβομένων. Για το πώς η κατώτατη μισθοδοσία που προβλέπεται στις συλλογικές συμβάσεις θα εφαρμόζεται σε όλους τους εργοδότες των κλάδων που καλύπτονται από αυτές. Και, βεβαίως, για το πώς διαμορφώνουμε έναν κατώτατο μισθό που να είναι πραγματικά μισθός αξιοπρέπειας και επάρκειας.

Όλα αυτά επηρεάζουν άμεσα και το ύψος της μελλοντικής σύνταξης.

Γι’ αυτό επιμένουμε ότι η συνταξιοδοτική πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο μέσα στα στενά όρια μιας τεχνικής μεταρρύθμισης. Είναι μια ευρύτερη συζήτηση για τον μισθό, τα εργασιακά δικαιώματα και το εισόδημα που θα έχει ο εργαζόμενος όταν αποχωρεί από την εργασία.

Η κυβέρνηση έχει θέσει συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα. Υπάρχει περιθώριο να επιτευχθεί ουσιαστική συναίνεση;

Τα χρονοδιαγράμματα τα έχει θέσει η κυβέρνηση. Εμείς συμμετέχουμε στον διάλογο, καταθέτουμε προτάσεις και αξιολογούμε όσα τίθενται ενώπιόν μας.

Αν η κυβέρνηση επιλέξει να καταθέσει νομοσχέδιο χωρίς τη συναίνεση των κοινωνικών εταίρων, θα είναι δική της επιλογή. Όπως η ίδια θα παρουσιάσει τις θέσεις της στη Βουλή, έτσι και εμείς θα παρουσιάσουμε τις δικές μας.

Το ουσιαστικό ζήτημα, όμως, δεν είναι το χρονοδιάγραμμα, αλλά το περιεχόμενο της μεταρρύθμισης.

Υπάρχουν βελτιώσεις και δεν τις μηδενίζουμε. Δεν είναι, όμως, αρκετές. Οι αυξήσεις προβλέπεται να παραχωρηθούν σε βάθος πενταετίας, ενώ εξακολουθεί να υπάρχει απόσταση μεταξύ του ορίου στήριξης των χαμηλοσυνταξιούχων και του πραγματικού ορίου της φτώχειας.

Άρα, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν θα τηρηθεί ένα χρονοδιάγραμμα. Είναι αν το τελικό αποτέλεσμα θα απαντά ουσιαστικά στα προβλήματα που υποτίθεται ότι ήρθε να λύσει η μεταρρύθμιση.

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η μεταρρύθμιση κάνει το σύστημα πιο δίκαιο. Πού εντοπίζετε τη βασική διαφωνία;

Η διαφωνία μας αφορά ακριβώς το τι εννοούμε όταν μιλούμε για δικαιότερο σύστημα. Δεν ξεκινήσαμε αυτή τη συζήτηση για να αυστηροποιήσουμε τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης των σημερινών εργαζομένων και των επόμενων γενιών. Στόχος μας ήταν να διορθωθούν αδικίες και να βελτιωθεί η επάρκεια των συντάξεων.

Δεν θεωρούμε δικαιότερο ένα σύστημα που μπορεί να οδηγεί τους νέους εργαζομένους σε χαμηλότερη αναλογική απόδοση της σύνταξής τους από εκείνη που διασφαλίζεται σήμερα. Ούτε ένα σύστημα που αυστηροποιεί τις προϋποθέσεις θεμελίωσης δικαιωμάτων και ενδέχεται να ανοίξει ξανά τη συζήτηση για αύξηση εισφορών.

Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί στο όνομα της αντιμετώπισης του πέναλτι του 12% να δημιουργείται μελλοντικά διαφορά 15,4% μεταξύ όσων συνταξιοδοτούνται στα 63 και στα 65.

Η ουσιαστική διαφωνία μας βρίσκεται στην επιμονή της κυβέρνησης να περιορίζει κάθε βελτίωση σε μια προκαθορισμένη οικονομική περίμετρο, χρηματοδοτώντας την αποκλειστικά με ανακατανομή υφιστάμενων πόρων.

Εμείς ζητούμε πρόσθετους πόρους. Δεν μπορεί η μεταρρύθμιση να προσφέρει ημίμετρα στους σημερινούς συνταξιούχους και δυσμενέστερες προϋποθέσεις στους αυριανούς.

Αν η κυβέρνηση προχωρήσει χωρίς ουσιαστική συναίνεση, πόσο μπορεί η Βουλή να διορθώσει τις στρεβλώσεις του νομοσχεδίου;

Οι δυνατότητες της Βουλής για ουσιαστικές αλλαγές είναι περιορισμένες χωρίς τη συναίνεση της κυβέρνησης.

Το είδαμε με τη σύνταξη χηρείας των ανδρών. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες του ΑΚΕΛ να διορθώσει τη συγκεκριμένη αδικία, η αρνητική στάση της κυβέρνησης δεν επέτρεψε ουσιαστική αλλαγή.

Η κυβέρνηση οφείλει, λοιπόν, να εξηγήσει στους συνταξιούχους, στους εργαζομένους και στους νέους γιατί θεωρεί δίκαιη τη μεταρρύθμιση και επαρκείς τους πόρους που προτίθεται να διαθέσει.

Για εμάς, η αρχή είναι ξεκάθαρη. Δεν μπορείς να διορθώνεις ένα πρόβλημα σήμερα δημιουργώντας ένα μεγαλύτερο για την επόμενη γενιά.

«Αν οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί, τότε και οι εισφορές είναι χαμηλότερες και, στο τέλος, χαμηλότερη θα είναι και η σύνταξη»

Πώς αξιολογεί η ΠΕΟ τη νέα κυβερνητική πρόταση για το πέναλτι του 12%;

Η συζήτηση για το 12% δεν ξεκίνησε σήμερα. Από το 2017-2018 η ΕΚΥΣΥ, μαζί με άλλες κοινωνικές ομάδες, ανέδειξε τις σοβαρές αδικίες που δημιουργεί. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση αναγνωρίζει πλέον το πρόβλημα είναι αποτέλεσμα και αυτής της κοινωνικής πίεσης.

Η αρχική κυβερνητική πρόταση προέβλεπε επιστροφή 6% μόνο στη βασική σύνταξη, για όσους είχαν συμπληρώσει 40,4 χρόνια πληρωμένων εισφορών. Έτσι, περίπου επτά στους δέκα συνταξιούχους που είχαν υποστεί τη μείωση έμεναν εκτός.

Καταθέσαμε δική μας πρόταση, αλλά ο διάλογος δεν προχώρησε και δύο χρόνια αργότερα το ζήτημα εντάχθηκε στη συνολική μεταρρύθμιση.

Η νέα πρόταση είναι βελτιωμένη, καθώς προβλέπει κάποιο όφελος για όλους όσοι έχουν υποστεί την αναλογιστική μείωση. Ωστόσο, η ελάφρυνση αφορά μόνο το βασικό μέρος της σύνταξης, ενώ στο αναλογικό η μείωση διατηρείται.

Υπάρχει, όμως, και ένα σοβαρότερο ζήτημα. Η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται στο τι θα πάρουν πίσω οι σημερινοί συνταξιούχοι, παραβλέποντας τις συνέπειες για τους μελλοντικούς.

Μετά την πενταετή μεταβατική περίοδο θα απαιτούνται περισσότερα χρόνια εισφορών για συνταξιοδότηση στα 63. Μάλιστα, με βάση την κυβερνητική πρόταση, η μελλοντική διαφορά μεταξύ συνταξιοδότησης στα 63 και στα 65 θα φτάνει στο 15,4%.

Δεν μπορούμε να θεωρήσουμε λύση μια ρύθμιση που βελτιώνει κάτι σήμερα, αλλά δημιουργεί δυσμενέστερες προϋποθέσεις για τους αυριανούς συνταξιούχους.

Πόσους αφορά το ζήτημα της σύνταξης χηρείας και ποια είναι η θέση της ΠΕΟ;

Σύμφωνα με την κυβερνητική εκτίμηση, αφορά περίπου 4.000 άνδρες. Πρόκειται για μια αδικία που έπρεπε να είχε διορθωθεί εδώ και καιρό και κακώς εντάχθηκε στη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση.

Με τη νομοθεσία του 2018 αντιμετωπίστηκε η ανισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών, αλλά δημιουργήθηκε νέα διάκριση μεταξύ των ίδιων των ανδρών. Κάποιοι δικαιούνται σύνταξη χηρείας και άλλοι όχι, ανάλογα με το πότε απεβίωσε η σύζυγός τους. Αυτή η διάκριση πρέπει να αρθεί.

Ωστόσο, η κυβέρνηση επανέρχεται συνεχώς στην οικονομική περίμετρο. Το ερώτημα είναι ποιος την καθόρισε και γιατί θεωρείται αδιαπραγμάτευτη. Όταν πρόκειται για αποκατάσταση μιας υπαρκτής αδικίας, δεν μπορεί το μόνο κριτήριο να είναι αν «χωρά» σε ένα προκαθορισμένο ποσό.

Ποιο ρόλο πρέπει να έχουν τα Ταμεία Προνοίας στη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση;

Η συζήτηση συνεχίζεται και φαίνεται να υπάρχει πλέον γενική παραδοχή ότι χρειάζεται συγκεκριμένος οδικός χάρτης, μαζί με τις απαραίτητες νομοθετικές ρυθμίσεις.

Για εμάς, τα Ταμεία Προνοίας αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συνταξιοδοτικής ασφάλισης. Το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων είναι ο βασικός πυλώνας, αλλά χρειάζεται και ισχυρός δεύτερος πυλώνας, ώστε ο εργαζόμενος να διαθέτει επαρκές εισόδημα μετά τη συνταξιοδότησή του.

Αυτόν τον ρόλο επιτελούν τα Ταμεία Προνοίας, τα οποία αποτελούν κατάκτηση των συλλογικών συμβάσεων.

Χρειάζεται, επομένως, συνολική πολιτική και σαφής οδικός χάρτης για τη σταδιακή κάλυψη όλων των εργαζομένων.

Πώς μπορεί να επιτευχθεί στην πράξη η καθολική κάλυψη των εργαζομένων από Ταμεία Προνοίας;

Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να προστατευθούν τα υφιστάμενα Ταμεία Προνοίας που δημιουργήθηκαν μέσα από συλλογικές συμβάσεις. Καμία νέα ρύθμιση δεν πρέπει να αποδυναμώνει κατοχυρωμένα δικαιώματα.

Η προσπάθεια πρέπει να επικεντρωθεί εκεί όπου δεν υπάρχει κάλυψη ή αυτή είναι ανεπαρκής.

Σε κλάδους με συλλογικές συμβάσεις, όπως η οικοδομική και η ξενοδοχειακή βιομηχανία, η κάλυψη πρέπει να αφορά όλους τους εργαζομένους.

Δεν μπορεί, για παράδειγμα, κάποιος που εργάζεται στην ίδια επιχείρηση μέσω εργολάβου ή άλλης εταιρείας, ως «ενοικιαζόμενος» εργαζόμενος, να αποκλείεται από το Ταμείο Προνοίας.

Στόχος είναι να συμφωνηθούν οι κατάλληλοι μηχανισμοί και θεσμικές ρυθμίσεις, ώστε κάθε εργαζόμενος να διαθέτει ουσιαστικό συμπληρωματικό εισόδημα κατά τη συνταξιοδότησή του.

Μπορεί να εξασφαλιστεί αξιοπρεπής σύνταξη χωρίς να αντιμετωπιστεί παράλληλα το πρόβλημα των χαμηλών μισθών;

Όχι. Και αυτό είναι ένα από τα πιο ουσιαστικά σημεία της συζήτησης.

Η σύνταξη που θα πάρει ένας εργαζόμενος στο τέλος του εργασιακού του βίου δεν είναι αποκομμένη από τον μισθό που παίρνει σήμερα. Αν οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί, τότε και οι εισφορές είναι χαμηλότερες και, στο τέλος, χαμηλότερη θα είναι και η σύνταξη.

Αν περισσότερο από το ένα τρίτο των εργαζομένων εξακολουθεί να αμείβεται με μέχρι 1.500 ευρώ, τότε όσες παρεμβάσεις και αν κάνουμε στο συνταξιοδοτικό σύστημα, στο τέλος θα εξακολουθούμε να έχουμε ανθρώπους που φτάνουν στα 65 με ανεπαρκές συνταξιοδοτικό εισόδημα.

Άρα, η συζήτηση για το συνταξιοδοτικό είναι ταυτόχρονα και συζήτηση για τους μισθούς. Για το πώς αυξάνονται οι απολαβές και ιδιαίτερα οι μισθοί των χαμηλά αμειβομένων. Για το πώς η κατώτατη μισθοδοσία που προβλέπεται στις συλλογικές συμβάσεις θα εφαρμόζεται σε όλους τους εργοδότες των κλάδων που καλύπτονται από αυτές. Και, βεβαίως, για το πώς διαμορφώνουμε έναν κατώτατο μισθό που να είναι πραγματικά μισθός αξιοπρέπειας και επάρκειας.

Όλα αυτά επηρεάζουν άμεσα και το ύψος της μελλοντικής σύνταξης.

Γι’ αυτό επιμένουμε ότι η συνταξιοδοτική πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο μέσα στα στενά όρια μιας τεχνικής μεταρρύθμισης. Είναι μια ευρύτερη συζήτηση για τον μισθό, τα εργασιακά δικαιώματα και το εισόδημα που θα έχει ο εργαζόμενος όταν αποχωρεί από την εργασία.

Η κυβέρνηση έχει θέσει συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα. Υπάρχει περιθώριο να επιτευχθεί ουσιαστική συναίνεση;

Τα χρονοδιαγράμματα τα έχει θέσει η κυβέρνηση. Εμείς συμμετέχουμε στον διάλογο, καταθέτουμε προτάσεις και αξιολογούμε όσα τίθενται ενώπιόν μας.

Αν η κυβέρνηση επιλέξει να καταθέσει νομοσχέδιο χωρίς τη συναίνεση των κοινωνικών εταίρων, θα είναι δική της επιλογή. Όπως η ίδια θα παρουσιάσει τις θέσεις της στη Βουλή, έτσι και εμείς θα παρουσιάσουμε τις δικές μας.

Το ουσιαστικό ζήτημα, όμως, δεν είναι το χρονοδιάγραμμα, αλλά το περιεχόμενο της μεταρρύθμισης.

Υπάρχουν βελτιώσεις και δεν τις μηδενίζουμε. Δεν είναι, όμως, αρκετές. Οι αυξήσεις προβλέπεται να παραχωρηθούν σε βάθος πενταετίας, ενώ εξακολουθεί να υπάρχει απόσταση μεταξύ του ορίου στήριξης των χαμηλοσυνταξιούχων και του πραγματικού ορίου της φτώχειας.

Άρα, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν θα τηρηθεί ένα χρονοδιάγραμμα. Είναι αν το τελικό αποτέλεσμα θα απαντά ουσιαστικά στα προβλήματα που υποτίθεται ότι ήρθε να λύσει η μεταρρύθμιση.

Πηγή – Διάλογος

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Στήριξε την ανεξάρτητη ενημέρωση

Επίλεξε τη συνδρομή που προτιμάς. Η ασφαλής πληρωμή ολοκληρώνεται μέσω Stripe.