ΕλλάδαΣτα 42 του παράτησε το βουλκανιζατέρ στα Μέγαρα και έφυγε για Περού όπου άνοιξε τι δικό του ατελιέ ρούχων -Η απίστευτη διαδρομή του Γιώργου Στρατούρη
Στα 42 του άφησε το βουλκανιζατέρ στο οποίο εργαζόταν στα Μέγαρα και έφυγε για το Περού. Σήμερα ο Γιώργος Στρατούρης δημιουργεί χειροποίητα ρούχα στη Λίμα. Νιώθοντας εγκλωβισμένος στα Μέγαρα, ο Γιώργος Στρατούρης εγκατέλειψε…
27 Σεπτεμβρίου 2026 · 18:14
Στα 42 του άφησε το βουλκανιζατέρ στο οποίο εργαζόταν στα Μέγαρα και έφυγε για το Περού. Σήμερα ο Γιώργος Στρατούρης δημιουργεί χειροποίητα ρούχα στη Λίμα.
- Νιώθοντας εγκλωβισμένος στα Μέγαρα, ο Γιώργος Στρατούρης εγκατέλειψε το βουλκανιζατέρ όπου εργαζόταν για να κυνηγήσει το κρυφό του όνειρο, το σχέδιο μόδας, χωρίς αρχικά να αποκαλύψει τον πραγματικό λόγο ούτε στην οικογένειά του.
- Η άφιξή του στη Λίμα συνοδεύτηκε από πολιτισμικό σοκ και μεγάλες οικονομικές δυσκολίες, ζώντας σε έναν υποτυπώδη χώρο και κάνοντας χειρωνακτικές εργασίες, ενώ παράλληλα επικεντρώθηκε στην εκμάθηση της ισπανικής γλώσσας.
- Μετά από μια σύντομη επιστροφή στην Ελλάδα, όπου η απόρριψή του από σχολή μόδας τον πείσμωσε, επέστρεψε στο Περού αποφασισμένος, ξεκινώντας από μια δουλειά στα logistics και στοχεύοντας σε μια θέση σε μπουτίκ.
- Ξεκινώντας με ένα σακίδιο ως «κατάστημα», άρχισε να πουλά μαντήλια και πουκάμισα. Μια τυχαία παραγγελία για κοστούμια αποτέλεσε την αφετηρία για τη δημιουργία του επιτυχημένου του ατελιέ με διεθνείς πελάτες.
Ήταν Ιανουάριος του 2011 όταν ο Γιώργος Στρατούρης επέστρεφε με το ποδήλατό του στο βουλκανιζατέρ που διατηρούσε μαζί με τον αδελφό του στα Μέγαρα. Στη διαδρομή, μία σκέψη επέστρεφε επίμονα στο μυαλό του: «Αν δεν φύγω τώρα, δεν θα φύγω ποτέ».
Μπήκε στο μαγαζί και ανακοίνωσε στον αδελφό του ότι φεύγει. Λίγο αργότερα πρότεινε σε έναν υπάλληλό του να αγοράσει το αυτοκίνητό του. Πήγε σπίτι, ετοίμασε τα πράγματά του και την επόμενη ημέρα έφυγε.
Δεν είχε έτοιμη καριέρα να τον περιμένει, ούτε ένα οργανωμένο σχέδιο για το πώς θα εξελισσόταν η ζωή του. Είχε, όμως, ένα όνειρο που μέχρι τότε δεν είχε τολμήσει να πει σχεδόν σε κανέναν: Ήθελε να ασχοληθεί με τη μόδα.



Σήμερα, περίπου 15 χρόνια αργότερα, ζει στη Λίμα του Περού και έχει δημιουργήσει το δικό του ατελιέ, όπου κατασκευάζονται χειροποίητα κοστούμια, σακάκια, παντελόνια, πουκάμισα και αξεσουάρ. Ανάμεσα στους πελάτες του βρίσκονται ηθοποιοί, άνθρωποι του θεάτρου, αλλά και επισκέπτες από διαφορετικές χώρες.
Η διαδρομή μέχρι εκεί, όμως, πέρασε από ένα μικρό δωμάτιο σε μια ταράτσα, δουλειές με ελάχιστα χρήματα, ένα σακίδιο που για ένα διάστημα ήταν ολόκληρο το «κατάστημά» του και έξι χρόνια κατά τα οποία κοιμόταν μέσα στον χώρο όπου εργαζόταν.


Το όνειρο που δεν είχε πει σε κανέναν
Ο Γιώργος Στρατούρης άρχισε να εργάζεται στο βουλκανιζατέρ όταν ήταν 19 ετών και έμεινε εκεί για περισσότερα από 20 χρόνια.
«Πάντα είχα μια μεγάλη έλξη να αλλάξω τη ζωή μου. Ένιωθα ότι δεν με χωράει ο τόπος. Φυσικά, δεν είναι ο τόπος όπου ζεις, είναι άλλα πράγματα», αναφέρει.
Παράλληλα, υπήρχε μέσα του η επιθυμία να γίνει σχεδιαστής μόδας. Δεν την είχε, όμως, εκμυστηρευτεί ούτε στην οικογένειά του ούτε στους φίλους του.
«Το ότι ήθελα να γίνω σχεδιαστής δεν το είχα πει ποτέ σε κανέναν. Πρώτη φορά το είπα στην ομαδική ψυχοθεραπεία. Δεν ήξερα καν αν είχα ταλέντο ή όχι. Κανείς στην οικογένεια δεν ασχολούνταν με αυτό. Ήταν απλώς ένα όνειρο».

Ο φόβος της έκθεσης υπήρχε από πολύ νωρίτερα. Όταν ήταν 16 ή 17 ετών, όπως θυμάται, είχε πει ότι ήθελε να γίνει ηθοποιός. Η αντίδραση που συνάντησε τον έκανε να μη μιλήσει ξανά για τις καλλιτεχνικές του επιθυμίες.
Με τα χρόνια έκανε μαθήματα σχεδίου και κατασκευής κοσμήματος στην Αθήνα, όμως εξακολουθούσε να εργάζεται στο βουλκανιζατέρ. Ώσπου έφτασε σε μια περίοδο κατά την οποία, όπως περιγράφει, είχε χάσει το ενδιαφέρον του για τη ζωή και ξεκίνησε ψυχοθεραπεία.
Η ψυχολόγος του τού πρότεινε κάποια στιγμή να ταξιδέψει.
Το 2007, αφού γνώρισε μια παρέα Περουβιανών που τον κάλεσαν στη Νότια Αμερική, πήρε την απόφαση να πάει στο Περού. Ήταν το πρώτο ταξίδι που έκανε μόνος του.
Η εμπειρία αυτή δεν οδήγησε αμέσως στη μεγάλη αλλαγή. Τα επόμενα χρόνια έκανε δύο προσπάθειες να φύγει οριστικά από την Ελλάδα, όμως κάθε φορά έκανε πίσω.
Μέχρι εκείνο το πρωινό του 2011.
«Αν δεν φύγω τώρα, δεν θα φύγω ποτέ»
Αυτή τη φορά δεν είπε σε κανέναν από τους φίλους του ότι θα φύγει. Ούτε αποκάλυψε στην οικογένειά του ότι πίσω από την απόφασή του υπήρχε και το όνειρο της μόδας.
«Τους είπα ότι θέλω να αλλάξω τη ζωή μου γενικά, ότι θέλω να κάνω άλλα πράγματα. Δεν τους είπα τον πραγματικό λόγο, γιατί δεν ήξερα καν αν θα μπορούσα να το κάνω».
Πρώτος σταθμός ήταν το Βερολίνο, όπου ζούσε μια καλή του φίλη. Έμεινε εκεί τρεις μήνες κάνοντας διάφορες δουλειές για να συγκεντρώσει χρήματα. Μέχρι τότε, όπως λέει, δεν μιλούσε καμία ξένη γλώσσα.
Στη συνέχεια έβγαλε εισιτήριο για το Περού.

Η πρώτη εικόνα της Λίμας απείχε αρκετά από οποιαδήποτε ρομαντική ιδέα για μια καινούργια αρχή. «Έφτασα σε ένα ξενοδοχείο της κακιάς ώρας. Η αλλαγή ήταν τεράστια. Έπαθα σοκ και αναρωτιόμουν αν έκανα καλά. Ένιωθα χαμένος. Νιώθεις έτσι γιατί για πρώτη φορά ανοίγεις έναν δικό σου δρόμο όταν ξεκινάς κάτι που δεν ξέρεις πού θα πάει» παραδέχεται.
Επικοινώνησε με έναν Περουβιανό που είχε γνωρίσει παλαιότερα, ο οποίος έσπευσε να τον βοηθήσει. Αρχικά έμεινε μαζί με την οικογένειά του και στη συνέχεια του παραχώρησαν έναν μικρό χώρο στην ταράτσα μιας επιχείρησης.

Ένα στρώμα και ένα κοντάρι σκούπας για ντουλάπα
Το δωμάτιο φτιάχτηκε σταδιακά, με τα απολύτως απαραίτητα. «Είχα ένα στρώμα. Τα ρούχα μου τα κρεμούσα σε ένα κοντάρι σκούπας που είχα στερεώσει για κρεμάστρα», θυμάται.
Ο πρώτος του στόχος ήταν να μάθει ισπανικά. Παράλληλα, βρήκε δουλειά σε μια επιχείρηση κατασκευής ρούχων.
Οι ώρες ήταν πολλές και τα χρήματα ελάχιστα. Κουβαλούσε υφάσματα, έκοβε κλωστές και έκανε όποια άλλη δουλειά χρειαζόταν.
«Είπα “ΟΚ, ό,τι μάθω”» λέει.
Την περίοδο εκείνη ένας ηλικιωμένος Παλαιστίνιος που τον έβλεπε καθημερινά να εργάζεται τον πλησίασε. «Μου είπε “Βρε παιδί μου, σε βλέπω κάθε μέρα και πονάει η ψυχή μου. Τι κάνεις εδώ πέρα;”».

Τα οικονομικά του ήταν τόσο περιορισμένα, όπως λέει, ώστε δεν είχε χρήματα ούτε για να αγοράσει καινούργιες κάλτσες και πήγαινε σε μοδίστρα για να του μπαλώνει τις παλιές.
Ο άνδρας εκείνος τον συμβούλεψε ότι, αν πραγματικά ήθελε να μείνει στο Περού, έπρεπε πρώτα να μάθει καλά τη γλώσσα. Τον άκουσε.
Άφησε τη δουλειά και επέστρεψε εντατικά στα ισπανικά. Μετακόμισε στο Μπαράνκο της Λίμα και άρχισε να διαβάζει όσο, όπως λέει, δεν είχε διαβάσει ποτέ στη ζωή του. «Ξαφνικά είχα γίνει ο καλός μαθητής», σχολιάζει αστειευόμενος.
Τότε παρακολούθησε και μαθήματα σχεδίου ανθρώπινου σώματος και σχεδίου μόδας. «Είπα στον καθηγητή ότι δεν έχω πιάσει ποτέ μολύβι. Ξεκίνησα δειλά-δειλά και κατάφερα να κάνω κάποια σχέδια που ούτε εγώ ο ίδιος πίστευα ότι τα είχα κάνει».

Η επιστροφή στην Ελλάδα και η απόρριψη που τον πείσμωσε
Τον Μάρτιο του 2012 επέστρεψε στην Ελλάδα, έχοντας συμπληρώσει περίπου έναν χρόνο στο Περού.
Οι προηγούμενοι μήνες στη Λίμα δεν ήταν εύκολοι. Υπήρχαν μεγάλα διαστήματα μοναξιάς και οικονομικής πίεσης, ενώ απέφευγε ακόμη και τις εξόδους για να μη ξοδέψει χρήματα.
Παρά την οικονομική κρίση που βρισκόταν σε εξέλιξη στην Ελλάδα, η επιστροφή τού έδωσε αρχικά μια αίσθηση ασφάλειας. «Εδώ είχα πια ένα πιάτο φαΐ».
Ωστόσο, όσο περνούσε ο καιρός, η παλιά σκέψη επέστρεφε: «Τα όνειρά μου είναι άλλα. Τι κάνω εγώ εδώ πέρα;».

Σε εκείνη την περίοδο αποφάσισε να συνεχίσει την ψυχοθεραπεία. Ήταν και η πρώτη φορά που είπε ανοιχτά ότι ήθελε να γίνει σχεδιαστής.
Προσπάθησε, μάλιστα, να γραφτεί σε σχολή σχεδίου στην Αθήνα. Στη συνέντευξη που έκανε, όμως, ένας νεότερος σχεδιαστής τού είπε ότι θα ήταν καλύτερο να ασχοληθεί με κάποια άλλη δουλειά, καθώς δεν θεωρούσε ότι έκανε για τον συγκεκριμένο χώρο.
Ο Γιώργος Στρατούρης ήταν τότε 43 ετών.
«Έφυγα ντροπιασμένος, μπορώ να πω. Αλλά μου έκανε καλό όλο αυτό, γιατί με πείσμωσε» εξομολογείται.
Άρχισε να φτιάχνει για πρώτη φορά βιογραφικό και να το στέλνει όπου μπορούσε. Τελικά βρήκε δουλειά στο Περού και ξεκίνησε τις διαδικασίες για να επιστρέψει νόμιμα αυτή τη φορά, με άδεια εργασίας.
Τον Απρίλιο του 2013 βρέθηκε ξανά στη Λίμα.
Η δεύτερη αρχή στη Λίμα
Η πρώτη δουλειά του μετά την επιστροφή στη Λίμα ήταν στον κλάδο των logistics. Κουβαλούσε κούτες με υπολογιστές και έκανε παραδόσεις.
Καθημερινά, στον δρόμο προς τη δουλειά, περνούσε μπροστά από μια μεγάλη μπουτίκ ρούχων. Η βιτρίνα της, όπως θυμάται, έμοιαζε «εκατό χρόνια πίσω», σκονισμένη και παραμελημένη.
Έστειλε βιογραφικό. Αλλά δεν τον πήραν.
Ήταν, παράλληλα, μια δύσκολη περίοδος και για τη σωματική του υγεία, με αποτέλεσμα μεγάλο μέρος των χρημάτων του να πηγαίνει σε φάρμακα.

Έπειτα από προτροπή ενός Έλληνα φίλου του στο Περού απευθύνθηκε σε ψυχίατρο και, όπως περιγράφει, μέσα σε λίγες εβδομάδες η κατάστασή του άλλαξε σημαντικά.
Και τότε ξαναέστειλε βιογραφικό στην ίδια μπουτίκ. Αυτή τη φορά ήταν απόλυτα ξεκάθαρος: «Τους είπα “Θέλω να μάθω αυτή τη δουλειά. Μου αρέσει. Δεν έχω πρόβλημα να μου δίνετε κάτω από τον βασικό. Θέλω απλώς να βγάζω αρκετά για το φαγητό μου”».
Τον προσέλαβαν. Άρχισε καθαρίζοντας και φτιάχνοντας τις βιτρίνες. Όμως, παράλληλα άρχισε να κάνει τα πρώτα πραγματικά βήματα προς τη δική του δουλειά.
«Το κατάστημά μου ήταν ένα σακίδιο»
Αγόρασε υφάσματα, τα έκοψε και συνεργάστηκε με μια ράφτρα. Έφτιαξε ετικέτες, επαγγελματικές κάρτες και το πρώτο του λογότυπο, βασισμένο στη φιγούρα του από μια φωτογραφία που του είχαν τραβήξει στον δρόμο.
Τα πρώτα προϊόντα του ήταν γυναικεία μαντήλια, τα οποία πουλούσε σε φίλους και σε γνωστούς.
Στη συνέχεια βρήκε έναν ράφτη που κατασκεύαζε πουκάμισα και άρχισε να επισκέπτεται γραφεία και τράπεζες, παίρνοντας ο ίδιος τα μέτρα των πελατών, μεταφέροντας τις παραγγελίες στον ράφτη και επιστρέφοντας για να παραδώσει τα έτοιμα ρούχα.

Μετά ήρθαν τα παντελόνια και οι πρώτες εταιρικές παραγγελίες για μαντήλια και γραβάτες.
Τελικά, πήρε την απόφαση να αφήσει τη μισθωτή δουλειά και να δοκιμάσει μόνος του. Έβγαλε φορολογικό αριθμό, τύπωσε τα πρώτα παραστατικά με το όνομα και το λογότυπό του και κατοχύρωσε το σήμα του. Κατάστημα δεν υπήρχε.
«Μέχρι τότε ήμουν με ένα σακίδιο στον ώμο. Αυτό ήταν το κατάστημά μου. Ένα σακίδιο που μου είχαν κάνει δώρο οι γονείς μου όταν έφυγα».
Τα πρώτα βήματα ήταν δύσκολα. Τα χρήματα από τα μαντήλια και τα πουκάμισα δεν επαρκούσαν και ο ίδιος βρισκόταν καθημερινά στους δρόμους αναζητώντας πελάτες.
Ώσπου ένα βράδυ, ενώ καθόταν μόνος και αναρωτιόταν τι θα κάνει, χτύπησε το τηλέφωνο.

Η παραγγελία των πέντε κοστουμιών
Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν η Εστέρ, μια γυναίκα την οποία είχε γνωρίσει στην Ελλάδα το 2007.
Παντρευόταν και ήθελε κοστούμια για τον γαμπρό, τον πατέρα της και τα παιδιά της. Η πρώτη μεγάλη παραγγελία ήταν για πέντε κοστούμια.
Ζήτησε τη βοήθεια ενός ράφτη και τα παρέδωσε. Στον γάμο βρισκόταν μια διοργανώτρια εκδηλώσεων, η οποία είδε τα κοστούμια, της άρεσαν και ζήτησε τα στοιχεία του.
Ήταν μια από τις στιγμές που άρχισαν να αλλάζουν την πορεία της δουλειάς.
Την ίδια περίοδο αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σπίτι όπου έμενε. Σχεδόν ταυτόχρονα, ένας φίλος τού ζήτησε να μείνει για έναν μήνα στο δικό του σπίτι όσο εκείνος θα έλειπε, ώστε να μην παραμείνει άδειο.
Άρχισε να δέχεται εκεί πελάτες. Λίγο αργότερα βρήκε ένα διαμέρισμα σε κεντρικό σημείο της Λίμας. Έμελλε να παραμείνει εκεί για οκτώ χρόνια.


Έξι χρόνια κοιμόταν μέσα στο εργαστήριο
Ο χώρος μετατράπηκε σιγά-σιγά σε εργαστήριο και ατελιέ.
Για έξι από τα οκτώ χρόνια που έμεινε εκεί, ο ίδιος κοιμόταν μέσα στο εργαστήριο, ώστε να μπορεί να αποταμιεύει χρήματα και να επενδύει στη δουλειά του.
«Το έκανα σιγά-σιγά ατελιέ», λέει.
Αργότερα μεταφέρθηκε στον χώρο όπου βρίσκεται σήμερα, ένα παλιό αρχοντικό κτίριο στη Λίμα.
Στο μεταξύ, βίωσε και πολύ δύσκολες καταστάσεις, ακόμη και ένοπλη ληστεία. Παρ’ όλα αυτά, αποφάσισε να παραμείνει στο Περού.
Και η μικρή δραστηριότητα που κάποτε χωρούσε σε ένα σακίδιο εξελίχθηκε σε οργανωμένο εργαστήριο χειροποίητης ένδυσης.

Από τη Λίμα μέχρι τις Κάννες
Σήμερα στο ατελιέ κατασκευάζονται χειροποίητα σακάκια, παντελόνια, πουκάμισα, γραβάτες και μαντήλια, όλα στα μέτρα του πελάτη.
Τα παπούτσια κατασκευάζονται σε εξωτερικό εργαστήριο από υποδηματοποιό που συνεργάζεται αποκλειστικά μαζί του για τις δημιουργίες του, ενώ συνεργάζεται και με τεχνίτρια κοσμήματος για μανικετόκουμπα, καρφίτσες και γυναικεία σκουλαρίκια.
Τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να μεταφέρει την αισθητική της ανδρικής ραπτικής και στις γυναίκες, δημιουργώντας γυναικεία σακάκια, παντελόνια, πουκάμισα και παπούτσια.
Παράλληλα, έχει μπει δυναμικά και στον χώρο του θεάτρου. Το ατελιέ του έχει κατασκευάσει ρούχα για θεατρικές παραστάσεις, αλλά και για ηθοποιούς που εμφανίζονται σε πρεμιέρες και τελετές βραβείων.


Ανάμεσα στις δουλειές που ξεχωρίζει είναι ένα σμόκιν που δημιούργησε για ηθοποιό περουβιανής ταινίας που συμμετείχε στο Φεστιβάλ των Καννών.
Οι πελάτες του δεν προέρχονται, πλέον, μόνο από το Περού. Όπως σημειώνει, στο ατελιέ φτάνουν άνθρωποι από τον Παναμά, την Αργεντινή, τη Χιλή και τη Βραζιλία, αλλά και από το Μαϊάμι και τη Νέα Υόρκη. Από την Ευρώπη, μεγάλο μέρος των πελατών του είναι Ισπανοί που ζουν ή ταξιδεύουν συχνά στη χώρα.

Για τον ίδιο, καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη της δουλειάς έπαιξε η σχέση με τον πελάτη.
«Από την πρώτη στιγμή τούς πρόσεχα τους πελάτες μου. Για μένα ήταν κάτι αυτονόητο. Και μας αγκάλιασαν. Δεν θα σου πω ότι δεν έχουμε κάνει λάθη, αλλά κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε, κι αυτό εκτιμάται».


Θα επέστρεφε στην Ελλάδα;
Στην ερώτηση αν σκέφτεται πλέον να επιστρέψει μόνιμα στην Ελλάδα αποφεύγει ένα απλό «ναι» ή «όχι».
Τα τελευταία χρόνια, και ιδιαίτερα μετά από περισσότερο χρόνο που πέρασε με τους γονείς του, η σκέψη βρίσκεται περισσότερο στο μυαλό του. Δεν αντιμετωπίζει, όμως, μια ενδεχόμενη επιστροφή ως εγκατάλειψη της ζωής που έχτισε στο Περού.
«Δεν θα το πω σαν επιστροφή. Θα το πω σαν συνέχιση αυτής της διαδρομής. Δεν σκέφτομαι ότι θα αφήσω αυτό που έχω εδώ. Είναι κάτι πολύ σημαντικό και δεν πρόκειται να το αφήσω ποτέ».
Σήμερα, λέει, δεν μετρά την επιτυχία με βάση τον πλούτο.
«Δεν είμαι πλούσιος. Νιώθω πολύ περήφανος που έχω καταφέρει να έχω μια ηρεμία μέσα μου, να πληρώνω τις υποχρεώσεις μου χωρίς άγχος και να έχω φτιάξει ένα ωραίο ατελιέ».
Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι να μεγαλώσει τη μάρκα του και, πιθανώς, στο μέλλον να δημιουργήσει μια σύνδεση ανάμεσα στους δύο κόσμους στους οποίους ανήκει.

Μέγαρα και Λίμα στην ίδια ζωή
Όσα του λείπουν από την Ελλάδα δεν περιορίζονται σε έναν τόπο. Είναι κυρίως οι άνθρωποι και οι παιδικές αναμνήσεις.
Θυμάται τη μητέρα του να επιμένει να είναι τα παιδιά της πάντα καλοντυμένα, ακόμη και σε εποχές που η οικογένεια δεν είχε οικονομική άνεση.
«Ήθελε πάντα να είμαστε καλοντυμένοι. Έδιναν λεφτά στα ρούχα γιατί νιώθω ότι, μέσα στη φτώχεια μας, ήθελε να αισθάνεται πως τα παιδιά της ξεχωρίζουν».
Θυμάται ακόμη τον πατέρα του να πηγαίνει στον ράφτη του και να κάθεται μαζί του για καφέ, αλλά και τον ίδιο, παιδί ακόμη, να παίζει με τις ραπτομηχανές μιας μοδίστρας της γειτονιάς.
Εικόνες που σήμερα μοιάζουν να αποκτούν διαφορετικό νόημα μέσα από τη ζωή που τελικά επέλεξε.

«Όπου κι αν μείνεις, εκεί όπου γεννήθηκες είναι ένα κομμάτι της ψυχής σου. Πας και νιώθεις συναισθήματα που δεν μπορείς να τα νιώσεις πουθενά αλλού».
Αυτό που αναζητεί τώρα δεν είναι να επιλέξει ανάμεσα στην Ελλάδα και στο Περού.
«Το σχέδιο είναι πώς μπορείς όλη αυτή τη ζωή να την κάνεις ένα πράγμα. Το Περού, την Ελλάδα, τα Μέγαρα, τη Λίμα. Πώς μπορείς να τα κάνεις ένα καλό “φαγητό” και να μπορείς να το “φας” και στο Περού και στην Ελλάδα. Δεν θέλω να ζω μια ζωή διχασμένη» περιγράφει.
Και έπειτα από μια διαδρομή που ξεκίνησε από το βουλκανιζατέρ στα Μέγαρα και πέρασε από ένα δωμάτιο σε μια ταράτσα της Λίμας μέχρι το δικό του ατελιέ, η δική του έννοια της ποιότητας ζωής έχει γίνει, πλέον, πολύ συγκεκριμένη: «Ποιότητα ζωής για μένα είναι να έχεις ανθρώπους γύρω σου που αγαπάς και σε αγαπάνε. Γιατί αλλιώς δεν υπάρχει ποιότητα ζωής».
«Αν φύγεις μόνο για οικονομικούς λόγους, μην το κάνεις»
Σε κάποιον που σκέφτεται σήμερα να εγκαταλείψει την Ελλάδα, ο Γιώργος Στρατούρης δεν προτείνει απλώς να ακολουθήσει το παράδειγμά του.
Αντίθετα, θεωρεί ότι το βασικό είναι να γνωρίζει κανείς γιατί θέλει να φύγει. «Εάν είναι να φύγει μόνο για οικονομικούς λόγους, να μην το κάνει. Αν του αρέσει η χώρα του, εκεί όπου μένει, νιώθει όμορφα και καλά, δεν αξίζει τον κόπο να υποφέρει τόσο» υποστηρίζει.
Η αλλαγή χώρας, τονίζει, δεν εξαφανίζει όσα κουβαλά κανείς μέσα του.

«Αν θέλει να φύγει πιστεύοντας πως φεύγοντας, ό,τι νιώθει μέσα του και ό,τι προβλήματα έχει θα λυθούν, δεν θα γίνει. Να αυξηθούν, ναι».
Η συμβουλή του, τελικά, είναι πολύ πιο απλή: «Να είναι ειλικρινής με τον εαυτό του. Να αναρωτηθεί: “Γιατί το κάνω;”. Πρέπει να κάνει μια κουβέντα με τον εαυτό του. Εκεί θα ξεκαθαρίσουν πολλά πράγματα».
Για τον ίδιο, εκείνη η κουβέντα χρειάστηκε χρόνια μέχρι να γίνει. Όταν όμως έγινε, τον οδήγησε από τα Μέγαρα στην άλλη άκρη του κόσμου και σε μια δουλειά που κάποτε δεν τολμούσε ούτε να ομολογήσει ότι ονειρευόταν.
Πηγή – iefimerida








