ΚύπροςΛυσιστράτη του Αριστοφάνη: Μια ιλαρή όπερα δια χειρός Στ. Κραουνάκη, της Όλγας Μοσχοχωρίτου
Σε ρυθμούς φθινοπώρου συνεχίζονται (λίγες αλλά καλές) οι παραστάσεις της «Λυσιστράτης» , όπως την «είδε» και τη «μυρίστηκε» και κυρίως την «άκουσε» ο Σταμάτης Κραουνάκης. Μετά το καλοκαιρινό Ηρώδειο, την πρόσφατη επιτυχημένη παρουσίασή…
3 Οκτωβρίου 2026 · 10:01
Σε ρυθμούς φθινοπώρου συνεχίζονται (λίγες αλλά καλές) οι παραστάσεις της «Λυσιστράτης» , όπως την «είδε» και τη «μυρίστηκε» και κυρίως την «άκουσε» ο Σταμάτης Κραουνάκης. Μετά το καλοκαιρινό Ηρώδειο, την πρόσφατη επιτυχημένη παρουσίασή της στο Θέατρο Δάσους της Θεσσαλονίκης, επανέρχεται στην Αθήνα, στο θέατρο του Ελληνικού Κόσμου στις 10 και 11 Οκτωβρίου. Όποιος λοιπόν την έχασε, προλαβαίνει ακόμα να γευθεί την εμπειρία.
Προσωπικά την παρακολούθησα στις 15 Ιουλίου στο θέατρο του Λυκαβηττού. Παρά τις πρακτικές δυσκολίες (καθίσματα χωρίς πλάτη, ανέβασμα κ.λπ.), εμένα πάντα μου άρεσε αυτός ο χώρος. Έχει εγγραφεί μέσα μου από τα φοιτητικά μου χρόνια ως καθαρά Αθηναϊκός και ο οποίος οφείλει την ιδέα της ύπαρξής του στην Άννα Συνοδινού και το σύζυγό της, τη δεκαετία του ’60.
Νταμάρια, δασάκι, θέα μιας Αθήνας φωτισμένης από ψηλά κι ο Άη Γιώργης ακόμη ψηλότερα.
Βρήκα λοιπόν πολύ ταιριαστό το μέρος, το χώρο για να παρουσιαστεί αυτή η Λυσιστράτη του Σταμάτη Κραουνάκη.
Σ’ αυτό το χώρο και τη χρονογράφηση μιας Αθήνας από τα παλιά ως τα καινούργια, ταίριαξε ακόμα και η Αθηναϊκή φιγούρα του Κώστα Βενετσάνου.
Έτσι είδαμε μία διαχρονική Λυσιστράτη, μια πραγματική, αλλά ξεχωριστή γυναίκα που επικαλείται και πάλι την Παλλάδα και υμνεί την πόλη των Αθηνών.
Σε μια σουρεαλιστική υπερπραγματικότητα είναι εντελώς φυσικό η Λυσιστράτη, ως Μίσιζ Λίζυ, να ταξιδεύει στο χωροχρόνο και να προσγειώνεται στην Αθήνα του σήμερα.
Ως γνωστόν είναι παλιά η σχέση του Κραουνάκη με τον Αριστοφάνη γενικότερα αλλά και τη Λυσιστράτη ειδικότερα.
Είναι φυσικό λοιπόν που αυτές οι παλιότερες εκδοχές της εισέβαλαν στη σκηνή, όπως το τραγούδι «Πάμε κοπέλες απόψε, πάμε για τρέλες» και θυμηθήκαμε οι παλιοί και παλιές, τον «ανταγωνισμό του 1986, όταν απέναντι στη Λυσιστράτη της Αλίκης Βουγιουκλάκη σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολωμού και μουσική Μάνου Χατζιδάκι, στάθηκε η εκδοχή του Ανδρέα Βουτσινά, σε μουσική Σταμάτη Κραουνάκη, στίχους Λίνας Νικολακοπούλου και Λυσιστράτη το Λάκη Λαζόπουλο. Το ποια παράσταση κέρδισε το αφήνω στη φαντασία σας. Η μουσική και τα τραγούδια την ίδια χρονιά κυκλοφόρησαν σε δίσκο και η αλήθεια είναι πως πολλά τραγουδιόνται έως και σήμερα.
Πέρα από την ενθουσιώδη υποδοχή του κοινού και η κριτική σημείωσε ότι αυτή η παράσταση θα μείνει ως σημείο αναφοράς για τον 21ο αι., όπως έμεινε για τον 20ο αι., πριν 67 χρόνια η παράσταση του Εθνικού Θεάτρου (πρώτη παράσταση 1957 και επανάληψη το 1972) σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολωμού, Μουσική Μάνου Χατζηδάκι, Μαίρη Αρώνη Κλυταιμνήστρα,
τη νεαρή τότε Τζένη Καρέζη ως Μυρρίνη και στο ρόλο του Πρόβουλου τον Παντελή Ζερβό.
Ιστορικές όντως παραστάσεις που σημάδεψαν και τη δική μας εφηβεία. Προσωπικά ήμουν μικρό παιδί όταν πήγαμε για πρώτη φορά στην Επίδαυρο, ακριβώς εκείνη τη χρονιά, το 1972, σε κείνη τη ρηξικέλευθη παράσταση που είχε διχάσει κοινό και κριτικούς για την αυθεντικότητα και την αθυροστομία της, όπως ακριβώς και το θείο που μας συνόδευε με τη θεία που είχε την πρωτοβουλία (πώς ήταν δυνατόν μικρά παιδιά ν’ ακούνε τέτοια)!
Ας επανέλθουμε όμως στον μουσικό άθλο του Σταμάτη Κραουνάκη και όχι μόνο. Καθότι ο συνθέτης δεν έγραψε μόνο τη μουσική αλλά και το «λιμπρέτο» και τους στίχους, όπως και υπό την μπαγκέτα του οργανώθηκε, σκηνοθετήθηκε όλο το έργο.
Η φόρμα είναι πολυσύνθετη που μόνο η πληθωρικότητα και ο οίστρος ενός Σταμάτη μπόρεσε να φέρει σε λογαριασμό.
«Από 350 χειρόγραφες σελίδες, έμειναν 87, όσες χρειάζονται για μια λαϊκή όπερα όπου πρωταγωνιστεί η μουσική», δήλωσε ο ίδιος και αυτές οργανώθηκαν σε 40 σκηνές!
Λαϊκό Θέατρο, «μπρεχτική αποστασιοποίηση», όπερα μπούφα και όπερα Σέρια (Opera Seria), καμπαρέ, παλιά Αθηναϊκή μπαλάντα, πεντοζάλης και πυρρίχιος.
Ο σκηνοθέτης κράτησε το βασικό μύθο ήτοι την αποχή των γυναικών από το σεξ για να εκβιάσουν την κήρυξη ειρήνης μεταξύ των Αθηναίων και των Σπαρτιατών σε μια σύμπραξη Αθηναίων γυναικών και Σπαρτιατισσών (βρισκόμαστε στο 411 π.χ. εν μέσω Πελοποννησιακού πολέμου), όμως δε χρησιμοποίησε τη Λυσιστράτη ως αρχετυπική μορφή, όπως ο Αριστοφάνης.
Της έδωσε παρελθόν και προσωπικότητα και μέλλον. Την έκανε πρόσωπο με ονοματεπώνυμο. Μ’ αυτά τα στοιχεία και το άφθαστο χιούμορ με το οποίο την κόσμησε, έφτασε ως τις μέρες μας.
Κι αν ο Αριστοφάνης γράφοντας την κωμωδία του και αφήνοντας το ταμείο της Ακρόπολης στη διαχείριση των γυναικών, διέγνωσε τις ρωγμές στη «δημοκρατία» των Αθηνών του 5ου αι., ο Κραουνάκης μιλάει για τα ίδια ζητήματα με τα υλικά του σήμερα.
Έτσι δομείται με αληθοφάνεια ο κόσμος της Λυσιστράτης του Σταμάτη που φτάνει μέχρι το 2026 μ.χ., στον ίδιο χώρο από το 411 πχ που κατοικεί «μια τρελή φυλή, καρναβαλί».
Μ’ αυτήν την ευκαιρία χωράνε όλα.
Όπως πχ., ένα υπέροχο χορωδιακό μέρος, όπου ο Κραουνάκης ως άλλος Ξενοφών Ζολώτας, χρησιμοποιεί τις διεθνείς ελληνογενείς λέξεις ως φόρο τιμής στον ελληνικό πολιτισμό.
Όπως μπορεί εύκολα να ευτελίζει το φαλλοκρατικό αρσενικό (σκηνή του Φρουραρχείου).
Μπορεί επίσης να κάνει αναδρομή των πολεμικών γεγονότων του 20ου αι., (1945-Χιροσίμα, Κορέα το ’50) και να σκορπά ρίγη συγκίνησης με τον μονόλογο του στρατιώτη με το «κομμένο» πόδι (υπέροχος Γιώργος Στιβανάκης).
Και ξαφνικά βρισκόμαστε στο 1960 και παίρνουμε μέρος σε ένα συνέδριο στους Δελφούς μαζί με έναν Κινησία ο οποίος είναι ο ταξιτζής Κινησίας Κονταξής με το δανεικό ταξί!
Και μέσα σ’ αυτό το σουρεάλ σκηνικό, φυσικά δε μας κάνει εντύπωση η εμφάνιση του Κώστα Βενετσάνου!
Ενώ μια αστραφτερή, ώριμη ερμηνευτικά και μουσικά Λένα Ουζουνίδου που κουβαλάει αυτήν την τρελαμένη Λυσιστράτη, την Μίσις Λυζ, καλεσμένη σε τηλεοπτική εκπομπή που παρουσιάζει ο Πρόβουλος, προτρέπει σε συμφιλίωση, με αποκορύφωμα ο Ιεροψάλτης Θεολόγος Παπανικολάου να τραγουδά έναν πεντοζάλη/πυρρίχιο.
Εγώ δεν πρόλαβα την Δήμητρα Γαλάνη ως Θεά Αθηνά να εξυμνεί την Αθήνα, χάρηκα όμως το τραγούδι με την ερμηνεία του συνθέτη.
Παρά το γεγονός ότι επικρατεί η μουσική φόρμα της όπερας, ο Κραουνάκης δεν υπέστειλε καθόλου την ιδεολογική σημαία, το πολιτικό περιεχόμενο και το αντιπολεμικό μήνυμα της κωμωδίας, με έναν οξύ, Μποστικό χιούμορ.
Έπαιξε στα ίσα τον πρόγονο παππού Αριστοφάνη.
Καπέλα και φουλάρια, φτερά και πούπουλα στα κοστούμια, το γεωμετρικό λιτό σκηνικό του Τάκη, με ένα τεράστιο αιδοίο να κυριαρχεί με τις καμπύλες του, φόρος τιμής στο θηλυκό στοιχείο της φύσης, στην αρχέγονη αναπαραγωγή της ζωής αλλά και στη γλύκα της σμίξης αρσενικού – θηλυκού, αποτέλεσαν το φόντο της ιλαρής όπερας του Σταμάτη Κραουνάκη. Μαζί του φυσικά θριάμβευσε ένας άξιος θίασος, ιδιαίτερων λυρικών ικανοτήτων.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Μουσική – Κείμενο – Σκηνοθεσία: Σταμάτης Κραουνάκης
Συνεργάτες στο λιμπρέτο: Λίνα Νικολακοπούλου (στίχοι τραγουδιών «Πάμε Κοπέλες», «Το Νήμα», «Χορικό της Συμφιλίωσης»), Γιώργος Χατζιδάκις, Λάκης Λαζόπουλος (στίχοι του τραγουδιού «Όλα γι’ αυτή την πόλη»)
Συνεργάτρια στη σκηνοθεσία: Μαριλένα Μόσχου
Σκηνικά – Κοστούμια: Takis
Χορογραφία: Θοδωρής Πανάς
Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου
Σύμβουλος θεατρολόγος: Ευανθία Στιβανάκη
Ερμηνεύουν (με σειρά εμφάνισης): Λένα Ουζουνίδου Λυσιστράτη, Κώστας Μπουγιώτης Απόλλων κομπέρ, Σοφία Κουνιά Κλεονίκη, Έλενα Καφούρου Ινδή, Πένυ Ξενάκη Μπάμπουσκα Κορυφαία, Γεωργία Αμοργιαννιώτη Μινώικα, Αργυρώ Καπαρού Λαμπιτώ, Βενετία Καναβέλλη Μια κοπέλα, Γιώργος Στιβανάκης Θηβαία / Ένας ανάπηρος στρατιώτης, Κωνσταντίνος Τσονόπουλος Θηβαία / Βαγγέλας, Στέλλα Κρούσκα Μυρίνη, Χριστόφορος Σταμπόγλης Πρόβουλος, Χρήστος Γεροντίδης Κινησίας, Κώστας Βενετσάνος Ένας βέρος Αθηναίος, Σάκης Καραθανάσης Λαϊκός τραγουδιστής, Θεολόγος Παπανικολάου Ιεροψάλτης, Σπύρος Πινκερίδης Κήρυκας, Δήμητρα Γαλάνη Θεά Αθηνά, Μαριλένα Μόσχου Κουκλάρα της Αθήνας, Μαρία Παπαδοπούλου Κουκλάρα της Αθήνας
Υ.Γ. Παρακολουθώντας φέτος τόσο τη Λυσιστράτη του Σταμάτη, όσο και από το ΚΘΒΕ σε σκηνοθεσία Αστέριου Πελτέκη, αλλά και την Ειρήνη σε σκηνοθεσία και διασκευή Νίκου Καραθάνου, όπως και τις Τρωάδες του Ευριπίδη από το Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου, όλα τρομερά αντιπολεμικά έργα της αρχαίας γραμματείας, με βασανίζει μια σκέψη. Ότι στην Ελλάδα ζούμε εδώ και δεκαετίες, ήδη από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου το 1945 και του εμφυλίου το 1949 έως σήμερα, ήτοι επί 77 χρόνια, με το φόβο ενός επόμενου πολέμου, αλλά χωρίς αυτό να έχει συμβεί (αν εξαιρέσουμε την αποστολή στρατιωτικού σώματος στην Κορέα της δεκαετίας του 50 και την βραχύχρονη συμμετοχή μας κατά την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο το 1974), ενώ γύρω μας οι πολεμικές συρράξεις μαίνονται.
Ίσως αυτό να σημαίνει ότι έχει δημιουργηθεί μια απάθεια ή και έλλειψη επαγρύπνησης για γεγονότα που μπορεί να μη μας βρουν έτοιμους ως κοινωνία να τα αντιμετωπίσουμε, με συνοχή, λαϊκή αλληλεγγύη και υγιή πατριωτισμό όπως και διεθνική ματιά.
Προσωρινά θεωρώ πως πρέπει να συνεχίσουμε να διαδίδουμε το λόγο των ποιητών, χωρίς αυταπάτες για τους λόγους που γεννούνε τους πολέμους, την πολεμική κερδοσκοπία των ισχυρών, όπως άλλωστε τους ονοματίζουν και οι αρχαίοι ποιητές.
Άλλωστε όπως έγραφε ο Ευριπίδης «μην ξεχνάει κανείς πως η ευτυχία δεν διαρκεί για πάντα».
Πηγή – KOMMON








