Σαν ΣήμεραΗ στεγαστική κρίση μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνική έκρηξη
Το γεγονός ότι στην Ισπανία μια πολιτική κρίση πυροδοτήθηκε από την έξωση μιας 87χρονης γυναίκας γιατί το σπίτι που νοίκιαζε πρώτα ο πατέρας της και μετά αυτή για 70 χρόνια πουλήθηκε σε ένα…
12 Οκτωβρίου 2026 · 08:00
Το γεγονός ότι στην Ισπανία μια πολιτική κρίση πυροδοτήθηκε από την έξωση μιας 87χρονης γυναίκας γιατί το σπίτι που νοίκιαζε πρώτα ο πατέρας της και μετά αυτή για 70 χρόνια πουλήθηκε σε ένα fund ακινήτων που πολλαπλασίασε το ενοίκιό της, απλώς υπογραμμίζει τη σημασία που έχει το πρόβλημα της στέγης στην Ευρώπη σήμερα.
Αυτή τη στιγμή σε όλη την Ευρώπη υπάρχει έλλειμμα κατοικιών σε τιμές που να είναι προσιτές για έναν μισθωτό, με αποτέλεσμα φαινόμενα όπως η παρατεταμένη παραμονή των νέων με τους γονείς τους. Τα γενναία προγράμματα κοινωνικής στέγης ανήκουν στο παρελθόν, όταν είχε θεωρηθεί ότι η προσφορά αξιοπρεπούς κατοικίας ήταν βασική υποχρέωση των κρατών. Ας μην ξεχνάμε ότι από τον 19ο αιώνα έως και στα μέσα του 20ου αιώνα η τρώγλη έγινε συνώνυμη με τη φτώχεια, την εξαθλίωση και την κοινωνική αδικία.
Η χώρα μας είναι αλήθεια ότι δεν ακολούθησε την κατεύθυνση της μαζικής προσφοράς κοινωνικής κατοικίας, εάν και καλό είναι να θυμόμαστε ότι ο λόγος που σταμάτησαν να υπάρχουν γειτονιές με παραπήγματα είναι γιατί φτιάχτηκαν προσφυγικές κατοικίες. Κυρίως το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε με την άναρχη δόμηση στις μεγάλες πόλεις, που όμως επέτρεπε σχετικά εύκολη απόκτηση ιδιόκτητης κατοικίας, τις εντάξεις στα σχέδια πόλης, τις νομιμοποιήσεις αυθαιρέτων και το σύστημα της αντιπαροχής που επίσης κρατούσε σχετικά χαμηλά το κόστος δόμησης. Το αποτέλεσμα ήταν υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης και σχετικά χαμηλά ενοίκια, καθώς συνήθως αυτός που ενοικίαζε έμενε στην ίδια πολυκατοικία και επέλεγε ενοικιαστή με άλλα κριτήρια και όχι αποκλειστικά το μέγιστο κέρδος.
Το μοντέλο είχε αρχίσει να αλλάζει και το κόστος να ανεβαίνει – βοήθησαν σε αυτό και τα σχετικά φτηνά στεγαστικά δάνεια πριν την κρίση – αλλά όταν ήρθε η κρίση οι τιμές των σπιτιών και τα ενοίκια υποχώρησαν σε σημαντικό βαθμό.
Όμως, προς το τέλος της μεγάλης κρίσης η κατάσταση στην αγορά κατοικίας άρχισε να αλλάζει δραματικά. Η νέα μορφή που πήρε ο τουρισμός τόσο μέσα από την αύξηση των διανυκτερεύσεων στην Αθήνα όσο και με νέες μορφές όπως οι βραχυχρόνιες μισθώσεις, σήμαιναν ότι μέρος του οικιστικού αποθέματος δεν ήταν πια διαθέσιμο, κάτι που αντικειμενικά σήμαινε άνοδο των τιμών και των ενοικίων.
Την ίδια στιγμή η κατοικία άρχισε να γίνεται πεδίο επένδυσης. Εδώ και χρόνια εταιρείες επενδύσεων, αλλά και ξένα funds αγοράζουν μαζικά ακίνητα, από αυτά που παραδοσιακά θα ήταν για κατοικία, όπως μπορούμε να δούμε σε αρκετές γειτονιές της Αθήνας αλλά και άλλες περιοχές, ιδίως όπου υπάρχει τουρισμός. Οι ανακαινίσεις σπιτιών συνήθως συνεπάγονται και ότι αυτά στη συνέχεια πωλούνται ή ενοικιάζονται σε πολύ πιο υψηλές τιμές.
Αυτή τη στιγμή οι τιμές των ακινήτων είναι 85% υψηλότερες από το επίπεδο που ήταν το 2017. Και μπορεί να έχει υποχωρήσει το χρέος των νοικοκυριών, όμως η πρόσβαση στην κατοικία γίνεται πιο δύσκολη εάν σκεφτούμε ότι ο δείκτης τιμών κατοικιών προς εισόδημα του ΟΟΣΑ έφτασε το 109,7 για το δεύτερο τρίμηνο του 2026. Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των τιμών των κατοικιών στο δεύτερο τρίμηνο ήταν 5,5%, άρα η κατάσταση επιδεινώνεται. Η χώρας μας έχει τα υψηλότερα ποσοστά υπερβολικού κόστους στέγασης στις πόλεις, με το 29% των νοικοκυριών να πρέπει να διαθέσουν άνω του 40% του εισοδήματος για τη στέγαση. Και όλα αυτά την ώρα που τα πραγματικά εισοδήματα ακόμη να ανακάμψουν πραγματικά και που οι πολίτες δεν έχουν να αντιμετωπίσουν μόνο το υψηλό κόστος στέγασης αλλά και την πολύ μεγάλη αύξηση του κόστους ζωής. Το γεγονός ότι το φαινόμενο είναι πολύ πιο έντονο στις μεγάλες πόλεις και στις τουριστικές περιοχές δεν σημαίνει ότι εντοπίζεται μόνο σε αυτές. Και βέβαια, όλα αυτά οδηγούν και σε άλλα προβλήματα, όπως η έκρηξη των ενοικίων για φοιτητική στέγη, που πλέον αποθαρρύνουν φοιτητές και φοιτήτριες από το να εγγραφούν σε περιφερειακά πανεπιστήμια, ή τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν εκπαιδευτικοί και γιατροί που καλούνται να υπηρετήσουν στην επαρχία.
Με όρους αγοράς όλα αυτά είναι κατανοητά. Από ορισμένες απόψεις ακόμη και «θεμιτά»: αυτή τη στιγμή η όλη κατάσταση ενισχύει τα εισοδήματα των ιδιοκτητών, ενώ τα πράγματα πάνε καλύτερα για τις τράπεζες γιατί αφενός δανείζουν πολύ πιο συντηρητικά αφετέρου ανεβαίνει η αξία των εξασφαλίσεων. Όμως, εκτός από την αγορά υπάρχει και η κοινωνία και οι ανάγκες των ανθρώπων. Και αυτές οι ανάγκες, όπως έχει δείξει όλη η ιστορία των πολιτικών για την κατοικία, δεν μπορούν να καλυφθούν μόνο με όρους αγοράς.
Και αυτό μας φέρνει στη δομική αδυναμία της σημερινής κυβέρνησης να απαντήσει στη στεγαστική κρίση. Αφενός, γιατί τα περισσότερα μέτρα που έχει ανακοινώσει, όπως η επιστροφή δύο ενοικίων είναι ο ορισμός του ημίμετρου, καθώς δεν απαντάει στην αιτία του προβλήματος. Αφετέρου, γιατί η λογική της είναι πάντα να επιδοτήσει ουσιαστικά την αγορά ακινήτου, όμως και αυτό, ακόμη και εάν βοηθήσει ως ένα βαθμό, πάλι δεν απαντά στο πρόβλημα. Ακόμη και η προσπάθεια να «ανοίξουν τα κλειστά σπίτια», πάλι το πιο πιθανό είναι να κατευθυνθεί στις κερδοφόρες κατευθύνσεις των βραχυπρόθεσμων μισθώσεων, παρά στην ικανοποίηση κοινωνικών αναγκών για στέγαση. Για να μην αναφερθώ σε προτάσεις όπως η προσπάθεια να προσελκυστούν ακόμη περισσότερες «επενδύσεις» στην κατασκευή σπιτιών προς ενοικίαση, με το επιπλέον κίνητρο μερικών παραπάνω ορόφων κατά παρέκκλιση των κανόνων δόμησης.
Γιατί, όπως δείχνει και η κατάσταση στην Ευρώπη, η κατάσταση απλώς θα επιδεινώνεται εάν δεν υπάρξει μια άλλη πολιτική για τη στέγαση. Και αυτή δεν μπορεί να θεωρεί ότι ούτως ή άλλως η αγορά θα επιλύσει το πρόβλημα. Γιατί πολύ απλά δεν θα το κάνει. Όπως και στο παρελθόν χρειάζονται λύσεις εκτός πλαισίου αγοράς: νέα προγράμματα κοινωνικής κατοικίας με δημόσια χρηματοδότηση, ριζικός περιορισμός στις βραχυχρόνιες μισθώσεις, προστασία απέναντι στις αυξήσεις ενοικίων. Κάποια συμφέροντα θα θιγούν. Κάποιες κερδοφορίες μπορεί να επηρεαστούν. Όμως, ως προς την κοινωνία θα είναι μεγάλη πρόοδος.
Ας προσθέσω και μία παράμετρο ακόμη. Εάν στην περίοδο της μεγάλης κρίσης και των μνημονίων, η χώρα μας δεν έζησε ακόμη μεγαλύτερη κοινωνική κρίση, ήταν για δύο λόγους: την ισχυρή ενδοοικογενειακή αλληλεγγύη, με τις οικογένειες να στηρίζουν τα πιο αδύναμη μέλη τους, και το υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης που από κοινού εξασφάλισαν ότι κόσμος δεν βρέθηκε στον δρόμο. Όμως, τώρα τα πράγματα αλλάζουν και άνθρωποι κινδυνεύουν να βρεθούν χωρίς πρόσβαση σε αξιοπρεπή κατοικία, ή να υποχρεώνονται να διαθέτουν υπερβολικά μεγάλο τμήμα του εισοδήματός τους, απλώς και μόνο για να έχουν μια κατοικία, μακριά κιόλας από τις ανάγκες τους. Και αυτό εξηγεί γιατί η στεγαστική κρίση μπορεί να μετατραπεί σε κοινωνική έκρηξη.
Πηγή – in.gr








