ΚύπροςΗ περίπτωση του Βερολίνου, η Linke και το ερώτημα «τι γίνεται τώρα;», του Μανώλη Δουβίτσα
Η βαθιά μεταβολή της Γερμανίας, της λεγόμενης «ατμομηχανής της Ευρώπης», αποτελεί εξέλιξη ιστορικών διαστάσεων. Η στασιμότητα, η βιομηχανική υποχώρηση και η αύξηση της κοινωνικής εξαθλίωσης είναι δείκτες μιας βαθύτερης κρίσης ενός μοντέλου που…
6 Οκτωβρίου 2026 · 09:31
Η βαθιά μεταβολή της Γερμανίας, της λεγόμενης «ατμομηχανής της Ευρώπης», αποτελεί εξέλιξη ιστορικών διαστάσεων. Η στασιμότητα, η βιομηχανική υποχώρηση και η αύξηση της κοινωνικής εξαθλίωσης είναι δείκτες μιας βαθύτερης κρίσης ενός μοντέλου που στηρίχθηκε στη συμπίεση της εργασίας, στη φθηνή ενέργεια από τη Ρωσία και στις βιομηχανικές εξαγωγές, με την ταυτόχρονη υπόσχεση ότι, όσο μεγαλώνει η πίτα, θα αυξάνονται και τα ψίχουλα για την κοινωνική πλειοψηφία.
Η πολιτική αποτύπωση αυτής της κατάστασης έχει οδηγήσει στην αποψίλωση των δύο μεταπολεμικών πολιτικών πυλώνων της Γερμανίας, της CDU (Χριστιανικής Δημοκρατίας) και του SPD (Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος), των δυνάμεων που επί δεκαετίες έδιναν σεμινάρια για το τι σημαίνει δικομματισμός, πώς ενσωματώνεις διαφορετικά τμήματα της κοινωνίας και πώς απορροφάς τους κοινωνικούς κραδασμούς χωρίς να ρηγματώνεται ο πυρήνας του πολιτικού συστήματος.
Στις τελευταίες περιφερειακές εκλογές, στο Βερολίνο η CDU έχασε 9,5 μονάδες και το SPD 6,3, ενώ στη Μεκλεμβούργη-Δυτική Πομερανία η CDU κατέρρευσε από το 13,3% στο 4,9% και έμεινε εκτός του τοπικού κοινοβουλίου για πρώτη φορά στην ιστορία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, με το SPD να χάνει και εκεί 4,1 μονάδες. Σε πρόσφατη πανεθνική δημοσκόπηση, μάλιστα, η ακροδεξιά AfD (Εναλλακτική για τη Γερμανία) προηγείται με 27%, ακολουθεί η CDU με 20%, έπειτα οι Πράσινοι με 17%, ενώ η Die Linke (Αριστερά) και το SPD ακολουθούν με 12%.
Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς χαρακτήρισε το εκλογικό αποτέλεσμα «καταστροφή», ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι δεν πρόκειται να αποχωρήσει, αλλά θα παραμείνει στη θέση του προκειμένου να συνεχίσει το πρόγραμμα των «μεταρρυθμίσεων». Ποιες είναι οι μεταρρυθμίσεις; Ο επανεξοπλισμός της Γερμανίας, η ενίσχυση της πολεμικής βιομηχανίας, η περαιτέρω αποδόμηση του κοινωνικού κράτους, η διευκόλυνση των απολύσεων και συνολικά μια πολιτική που μεταφέρει το κόστος της προσαρμογής στους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα.
Την ίδια στιγμή, η πρώην καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, η οποία κατάγεται από τη Μεκλεμβούργη-Δυτική Πομερανία ( όπου καταποντίστηκαν οι χριστιανοδημοκράτες), υποστήριξε ότι η CDU πρέπει να ξαναγίνει «λαϊκό κόμμα» και να αντλήσει διδάγματα από την πολιτική κληρονομιά του Κόνραντ Αντενάουερ. Βέβαια, το να γίνει η CDU «λαϊκό κόμμα», όπως πάντα το εννοεί η Μέρκελ, δεν είναι διόλου εύκολο, καθώς οι σημερινές συνθήκες δεν είναι ίδιες ούτε με τη μεταπολεμική «χρυσή τριακονταετία» της εποχής του Αντενάουερ ούτε καν με τη δεκαετία του 2000, όταν η ίδια βρισκόταν στην καγκελαρία
Αντίθετα, η γνωστή και δοκιμασμένη συνταγή, που όπως φαίνεται στηρίζεται από όλο και μεγαλύτερες μερίδες του γερμανικού αλλά και του διεθνούς κεφαλαίου (βλέπε Έλον Μασκ), είναι η ανάδειξη μιας ακροδεξιάς δύναμης με νεοναζιστικές πτέρυγες, όπως η AfD, η οποία μετατοπίζει την κοινωνική δυσαρέσκεια σε έναν πόλεμο ανάμεσα στα φτωχά λαϊκά στρώματα μέσω του αντιμεταναστευτικού της λόγου. Παράλληλα, επιζητεί να ξανακάνει «μεγάλη» τη Γερμανία με τους «μαγικούς», και τραμπικής έμπνευσης, τρόπους της μείωσης της φορολογίας του μεγάλου κεφαλαίου, της κατάργησης των φόρων στην κληρονομιά και την ακίνητη περιουσία, των περικοπών στις κοινωνικές δαπάνες κλπ.Η ατζέντα, λοιπόν, μετατοπίζεται δεξιότερα σε όλα τα επίπεδα.
Το ζήτημα, όμως, είναι ότι πολλές φορές τα κοινωνικά συμφέροντα, σε αντίθεση με το κυρίαρχο ρεύμα, τις επιθυμητές κατευθύνσεις και τις επιλογές ισχύος τμημάτων των ελίτ, αλλά και παρά την παρατεταμένη κρίση στην οποία βρίσκεται η Αριστερά, βρίσκουν διαφορετικούς διαύλους έκφρασης και προκαλούν εκπλήξεις, θετικές για κάποιους και αρνητικές για άλλους.
Μια τέτοια έκπληξη ήταν η πρωτιά της Ελίφ Εράλπ, της υποψήφιας της Die Linke στις εκλογές του Βερολίνου. Η Εράλπ, παιδί πολιτικών προσφύγων που διέφυγαν από το στρατιωτικό πραξικόπημα του Εβρέν στην Τουρκία, είναι αντιπρόεδρος της Die Linke Βερολίνου και έχει συμμετάσχει στα κινήματα μεταναστών και στέγης. Ο συνδυασμός της Linke στο Βερολίνο υπερδιπλασίασε το ποσοστό του και απέσπασε το 25,7% των ψήφων. Η σημαντικότερη εκλογική του δεξαμενή προήλθε από το κέντρο και από γειτονιές που αποτελούσαν εκλογικά προπύργια των Πρασίνων, ενώ η AfD κατέγραψε άνοδο στις ανατολικές και νοτιοανατολικές περιφερειακές συνοικίες.
Τον καθοριστικό ρόλο στην επικράτηση του συνδυασμού της Εράλπ έπαιξε το πρόγραμμα γύρω από τη στέγη και το δικαίωμα στην πόλη. Με αιχμή την εφαρμογή του δημοψηφίσματος «Deutsche Wohnen & Co. enteignen» του 2021, ο αριστερός δημοτικός συνδυασμός ζητούσε να περάσουν περίπου 200.000–250.000 κατοικίες των μεγάλων εταιρειών ακινήτων σε δημόσια διαχείριση, με πλαφόν στα ενοίκια, πάγωμα των εξώσεων και ουσιαστική προστασία των ενοικιαστών.
Σημαντική ήταν και η ενεργή κινητοποίηση των ολοένα αυξανόμενων μελών της τοπικής παράταξης, με συζητήσεις στις γειτονιές και καμπάνιες «πόρτα-πόρτα». Η εκστρατεία αξιοποίησε πλήρως και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, χωρίς όμως να μετατραπεί σε μια πολιτική επικοινωνία ανατεθειμένη αποκλειστικά σε επαγγελματίες. Η ψηφιακή επικοινωνία λειτούργησε επικουρικά σε μια πρόσωπο με πρόσωπο προεκλογική δουλειά, φέρνοντας τα μέλη σε άμεση επαφή με τον κόσμο και τα προβλήματά του.
Με αφορμή, λοιπόν, τη νίκη της Die Linke στο Βερολίνο, σε συνάρτηση με την άνοδο της ακροδεξιάς, διατυπώνονται διαφορετικές ερμηνείες για το βάθος και τη σημασία αυτού του πολιτικού γεγονότος, για το αν αποτελεί απλώς μια νησίδα μέσα σε μια θάλασσα ακροδεξιάς στροφής και, φυσικά, για το ίδιο το κόμμα, που βγήκε κερδισμένο στο Βερολίνο, και το πολιτικό του αποτύπωμα.
Σίγουρα, οι αριστερές δυνάμεις που επεξεργάζονται τα αποτελέσματα δεν πρέπει να βγάζουν έξω από το κάδρο τα όρια και τις παλινωδίες δυνάμεων όπως η Die Linke: τον μεταρρυθμιστικό της χαρακτήρα, το αρνητικό προηγούμενο της συμμετοχής της σε κυβερνήσεις κρατιδίων με το SPD και τους Πράσινους, την φεντεραλιστική της οπτική για την ΕΕ και τον χαρακτηρισμό της ως εν δυνάμει «ειρηνευτικής δύναμης» στον πόλεμο της Ουκρανίας, αλλά και την τάση υποχωρητισμού που έχει δείξει επανειλημμένα στο Παλαιστινιακό, προκειμένου να μη βρεθεί αντιμέτωπη με την κατηγορία του αντισημιτισμού.
Ταυτόχρονα, όμως, δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι ένα μεγάλο κομμάτι της γερμανικής αντικαπιταλιστικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς συμμετέχει και δίνει τις μάχες του μέσα στη Die Linke. Τα τελευταία χρόνια πολλοί νέοι αγωνιστές βλέπουν το κόμμα ως όχημα αγώνων, ενώ τα μέλη του έχουν αυξηθεί στα 122.100 και η απήχησή του στους νέους 18–29 ετών είναι αυξανόμενη. Από πέρυσι η Die Linke έχει υιοθετήσει στο πρόγραμμά της σημεία όπως η εθνικοποίηση βασικών κλάδων της οικονομίας και η Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή, κάτι που ξεπερνά την απλή φορολογική αναδιανομή που εξέφραζε τα προηγούμενα χρόνια. Όπως και να έχει, βέβαια, η μετατόπιση αυτή δεν έχει λύσει τη βασική αντίθεση ανάμεσα στη ριζοσπαστικότητα του νέου δυναμικού και τη ρεφορμιστική στρατηγική της συναίνεσης και του κυβερνητισμού.
Το κύριο ζήτημα, όμως, που αναδεικνύει η περίπτωση του Βερολίνου είναι το πώς κοινωνικές ανάγκες, τάσεις και δυναμικές που δεν έβρισκαν εκπροσώπηση στο νεοφιλελεύθερο πολιτικό σκηνικό μπορούν να βρουν πολιτική έκφραση και, σε τελική ανάλυση, να διατυπώσουν με μαζικούς όρους αιτήματα για δημόσια και κοινωνική κατοικία, πλαφόν στα ενοίκια, περιορισμό της κερδοσκοπίας, φθηνές και προσβάσιμες συγκοινωνίες, ενίσχυση των δημόσιων υπηρεσιών και προστασία των γειτονιών από την εγκατάλειψη και τον «εξευγενισμό».
Το πώς επικοινωνήθηκε πολιτικά αυτή η δυναμική και το κατά πόσο συνυφάνθηκε με υπαρκτούς κοινωνικούς αγώνες είναι ένα ζήτημα που η Αριστερά οφείλει να μελετήσει, χωρίς αυτό να σημαίνει ταύτιση. Ειρήσθω εν παρόδω, χρειάζεται να μελετηθούν και άλλες περιπτώσεις, όπως εκείνη του Κομμουνιστικού Κόμματος Αυστρίας στο Γκρατς, ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα πώς κοινωνικές ανάγκες και ριζοσπαστικές διαθέσεις μπορούν να αποκτήσουν μαζική πολιτική εκπροσώπηση από την Αριστερά.
Σημαντικό είναι, επίσης, ότι στις εκλογές αυτές εκφράστηκε η αλληλεγγύη στην παλαιστινιακή υπόθεση, καθώς ο συνδυασμός της Ελίφ Εράλπ κατήγγειλε επανειλημμένα την καταστολή που δέχονται οι φιλοπαλαιστινιακές διαδηλώσεις, ζήτησε να ακουστεί η παλαιστινιακή φωνή στην πόλη και εναντιώθηκε στη φίμωση των φιλοπαλαιστινιακών απόψεων, υπό το πρόσχημα του αντισημιτισμού. Ενδεικτικές ήταν οι δηλώσεις του πρέσβη του Ισραήλ στη Γερμανία, ο οποίος παρουσίασε την πρωτιά της Die Linke ως δήθεν «απειλή για την εβραϊκή κοινότητα». Στο ίδιο κλίμα κινήθηκε και ο καγκελάριος Μερτς, δηλώνοντας ότι η «εβραϊκή ζωή στη Γερμανία δεν είναι πλέον ασφαλής» και καλώντας τους πιθανούς εταίρους της Die Linke σε μια κυβέρνηση του Βερολίνου, το SPD και τους Πράσινους, «να τοποθετηθούν ξεκάθαρα». Ο Μερτς, αντί να στρέφει την προσοχή του στον αντισημιτισμό των νοσταλγών του Χίτλερ και στις δυνάμεις που τροφοδοτούν την ακροδεξιά, επιλέγει να εξαπολύει φαιδρές κατηγορίες εναντίον της Αριστεράς.
Το κύριο ερώτημα, όμως, που θα χρωματίσει όλες τις αναλύσεις και όσα τέθηκαν μέχρι τώρα είναι το «τι θα γίνει από εδώ και πέρα;». Θα συγκυβερνήσει η Die Linke με το SPD και τους Πράσινους και με ποιους όρους; Σε περίπτωση κυβέρνησης, θα προχωρήσουν οι προεκλογικές εξαγγελίες και οι ρήξεις που τέθηκαν στο επίκεντρο της καμπάνιας, όπως η, επί της ουσίας, απαλλοτρίωση περιουσιακών στοιχείων των κολοσσών του real estate; Θα συνεχίσουν το στεγαστικό και το αντιρατσιστικό κίνημα, καθώς και τα κινήματα αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη, να στηρίζονται από τη Die Linke στο Βερολίνο με τους ίδιους όρους; Θα εμπλακούν στις αποφάσεις αυτές και, γενικότερα, στις εξελίξεις οι οργανώσεις βάσης του κόμματος και όσοι έτρεξαν την «πόρτα-πόρτα» καμπάνια; Και, τελικά, μπορεί η ριζοσπαστική ρητορική σε επιμέρους ζητήματα να μεταφραστεί σε ένα πιο ολοκληρωμένο πολιτικό πρόγραμμα, με ριζοσπαστικά και αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά;
Στην παρούσα φάση το Βερολίνο βρίσκεται σε προ-διαπραγματευτική περίοδο. Στο έκτακτο συνέδριο της Linke στις 25 Σεπτεμβρίου δόθηκε το πράσινο φως όχι για μια ήδη συμφωνημένη συγκυβέρνηση, αλλά για την έναρξη διερευνητικών συνομιλιών με το SPD και τους Πράσινους. Οι τρεις πλευρές έχουν ήδη πραγματοποιήσει δύο τριμερείς προ-διερευνητικές συναντήσεις και συμφώνησαν να συνεχίσουν σε έναν «κοινό δρόμο», χωρίς όμως να έχουν ακόμη αποφασίσει την έναρξη κανονικών διερευνητικών συνομιλιών. Νέα συνάντηση αναμένεται στις 7 Οκτωβρίου και θα κρίνει αν θα περάσουν ή όχι στην επόμενη φάση.
Την πρωτοβουλία των διαπραγματεύσεων έχει στη παρούσα φάση η ηγετική ομάδα της Linke, η οποία όμως, ύστερα από πίεση στο εσωτερικό του κόμματος, δέχθηκε ότι, αν οι συζητήσεις προχωρήσουν σε βαθύτερο επίπεδο, στη διαπραγματευτική ομάδα θα συμμετάσχουν και άλλες δυνάμεις του κόμματος, οι οποίες κρατούν πιο επιφυλακτική στάση απέναντι στη συμμετοχή στην κυβέρνηση.
Το πρώτο μεγάλο αγκάθι στις διαπραγματεύσεις είναι η απαλλοτρίωση των κατοικιών που ανήκουν στις μεγάλες εταιρείες ακινήτων. Η Linke θέλει η κοινωνικοποίηση αυτή να αποτελεί δεσμευτικό πυλώνα μιας ενδεχόμενης συμφωνίας, ενώ ο υποψήφιος του SPD, Στέφεν Κραχ, απορρίπτει τις απαλλοτριώσεις. Στο ζήτημα της Παλαιστίνης, οι Πράσινοι ζητούν από τη Linke δεσμευτική δήλωση συμμόρφωσης για το «δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ» και για τον χαρακτηρισμό της Χαμάς ως «τρομοκρατικής οργάνωσης», ενώ και το SPD κινείται σε ανάλογο πνεύμα.
Ακόμη, λοιπόν, και αν η συνάντηση της 7ης Οκτωβρίου οδηγήσει σε κανονικές διερευνητικές συνομιλίες, δεν υπάρχει κανένας σίγουρος δρόμος προς μια τρικομματική κυβέρνηση.
Και κάπως έτσι τίθεται, επί της ουσίας, το δίλημμα. Θα συμβάλει η Αριστερά στην εμβάθυνση των κοινωνικών ρηγμάτων, εκφράζοντας τις λαϊκές ανάγκες και την πάλη ενάντια στη γενοκτονία, ή θα παίξει τον ρόλο της αριστερής πτέρυγας του ακραίου κέντρου, στο όνομα της κυβερνησιμότητας και της «υπεύθυνης στάσης»;
Τέτοιου είδους διλήμματα έχουν μεγάλη σημασία σε μια Ευρώπη που παίρνει το όπλο της, όπου ζωντανεύουν τα φαντάσματα του φασισμού και της ακροδεξιάς και όπου, μέσα στο 2027, σημαντικές εκλογικές αναμετρήσεις αναμένεται να αναδιατάξουν τον πολιτικό συσχετισμό δυνάμεων και να επιταχύνουν ήδη υπαρκτές κοινωνικές και πολιτικές τάσεις. Το Βερολίνο δεν δίνει έτοιμες απαντήσεις, δείχνει όμως ότι οι κοινωνικές ανάγκες μπορούν να βρουν μαζική πολιτική έκφραση, αρκεί να μην μετατραπούν σε διαπραγματευτικό χαρτί για μια θέση στη διαχείριση του υπάρχοντος.
Πηγή – KOMMON








