ΚύπροςΗ Ευρώπη μπροστά στην πολεμική οικονομία
H φιλοπόλεμη-ιμπεριαλιστική στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ επαναπροσδιόρισε τις σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης. Η απειλή προσάρτησης της Γροιλανδίας, οι απειλές υποβολής οικονομικών κυρώσεων, οι δασμοί, το 5% του ΑΕΠ για το ΝΑΤΟ άνοιξαν τον…
18 Οκτωβρίου 2026 · 20:00
H φιλοπόλεμη-ιμπεριαλιστική στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ επαναπροσδιόρισε τις σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης. Η απειλή προσάρτησης της Γροιλανδίας, οι απειλές υποβολής οικονομικών κυρώσεων, οι δασμοί, το 5% του ΑΕΠ για το ΝΑΤΟ άνοιξαν τον «ασκό του Αιόλου» για απεξάρτηση της Ευρώπης από τις ΗΠΑ. Εκ πρώτης όψεως, θα μπορούσε να το διαβάσει κάποιος ως «θετική» εξέλιξη. Ωστόσο, μετά την κατάθεση στο Ευρωπαϊκό Kοινοβούλιο και την υπερψήφιση του εξοπλιστικού προγράμματος ReArm Europe, οι κίνδυνοι για τους λαούς της Ευρώπης είναι μεγάλοι.
Σε αυτή τη συνθήκη, φυσικά, προστίθεται η πολεμική συνθήκη εντός της ευρωπαϊκής ηπείρου. Με τον πόλεμο μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας να έχει συμπληρώσει πάνω από τέσσερα χρόνια, η Ευρώπη βιώνει έναν από τους πιο δαπανηρούς και αιματηρούς πολέμους του 21ου αιώνα. Όλο το διάστημα των πολεμικών διενέξεων η ΕΕ έχει δαπανήσει υπέρογκα ποσά υπέρ της στήριξης της αμυνόμενης Ουκρανίας, με την παροχή εξοπλιστικής και ανθρωπιστικής βοήθειας. Όντας ανήμπορη να αντιδράσει, δεν έλαβε ποτέ σοβαρές πρωτοβουλίες προς στήριξη των διαπραγματευτικών συνομιλιών τερματισμού του αιματηρού πολέμου. Αντιθέτως, έδωσε πολιτικό χώρο στην καλλιέργεια αντιρωσικής υστερίας και συνέβαλε στην αναβίωση εικόνων και καταστάσεων που θυμίζουν την ψυχροπολεμική περίοδο. Ο κίνδυνος αυτοεκπληρούμενης προφητείας σύγκρουσης Ευρώπης-Ρωσίας πλέον είναι ορατός.
Το ReArm Europe αφορά εξοπλιστικό πρόγραμμα ύψους 800 δισ. ευρώ τα 650 εκ των οποίων θα αφορούν δαπάνες από την ενεργοποίηση της ρήτρας διαφυγής του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, με ταυτόχρονη προτροπή στα κράτη-μέλη να αυξήσουν τους αμυντικούς προϋπολογισμούς, και τα 150 θα αφορούν το πρόγραμμα SAFE (Security Action for Europe), προκειμένου να στηρίζουν την κοινή προμήθεια στρατιωτικού εξοπλισμού. Το ReArm Europe διαμορφώνει μια νέα πραγματικότητα με πολλαπλούς αποδέκτες και πολλά ερωτήματα. Κύριος προμηθευτής οι ΗΠΑ.
«Αν θέλουμε να μας πάρουν ξανά στα σοβαρά, θα πρέπει να μάθουμε τη γλώσσα της πολιτικής ισχύος», δήλωνε την περασμένη εβδομάδα ο γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς.
Η Ευρώπη, μετά το πέρας του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, βασίζει την ασφάλειά της στο ΝΑΤΟ, στο οποίο οι ΗΠΑ συνεισφέρουν το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης. Στη συνάντηση της πανευρωπαϊκής Δεξιάς στο Ζάγκρεμπ της Κροατίας αποτυπώθηκε η αλλαγή στρατηγικού σχεδιασμού, καθώς συντηρητικοί ευρωπαίοι ηγέτες, συμπεριλαμβανομένου του Μερτς, δήλωσαν ότι ήρθε η ώρα το μπλοκ να ενισχύσει την εγχώρια ρήτρα αμοιβαίας άμυνας, η οποία δεσμεύει τις χώρες της ΕΕ σε μια συμφωνία για την υπεράσπιση οποιασδήποτε χώρας της ΕΕ δέχεται επίθεση.
Προετοιμάζουν τους λαούς για πολεμική σύρραξη;
Στην παρούσα συνθήκη θα μπορούσαμε να πούμε πως δεν διαφαίνεται τέτοιο σενάριο στο άμεσο μέλλον. Πέρα από την πολεμική ανετοιμότητα, γεγονός που καταδεικνύεται και από τους ευρωπαϊκούς χειρισμούς στην περίπτωση της Γροιλανδίας, στόχο αποτελεί η αναδιοργάνωση των κρατικών μηχανισμών προς όφελος ισχυρών οικονομικών ελίτ. Το νεοφιλελεύθερο μοντέλο που ακολουθεί η ΕΕ αλλά και οι περισσότερες εκ των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων ιεραρχεί τις ανάγκες άσκησης κρατικής εξουσίας στην εξαγορά στρατιωτικών εξοπλισμών, παραγκωνίζοντας το κοινωνικό κράτος και τα δικαιώματα των πολιτών. Η υγεία και η παιδεία μετατρέπονται σε όπλα, η στέγαση σε πολυτέλεια και οι κοινωνικές ανισότητες σε κανονικότητα. Κρατικοδίαιτες ελίτ διαχειρίζονται πληθώρα κρατικών κονδυλίων, μέσω της παραγωγής εξοπλισμών και εξοπλιστικών συστημάτων σε βάρος των λαϊκών αναγκών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας εταιρείας αποτελεί η τεράστια αύξηση κερδών της γερμανικής εταιρείας πώλησης οπλικών συστημάτων Rheinmetall, μετά την έναρξη του πολέμου στην Oυκρανία.
Οι πολιτικές λιτότητας αποτελούν συστατικό στοιχείο στήριξης της παραπάνω πολιτικής, όπου οι πολιτικές κοινωνικής πρόνοιας θα θυσιάζονται στον βωμό του «δημοσιονομικού κόστους», ενώ οι σπατάλες κρατικών κονδυλίων υπέρ εξοπλισμών θα αποτελούν λόγους εθνικής και ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Συμπληρωματικά, ως προς τον παραπάνω ισχυρισμό συμβάλλει η δήλωση της Κριστίν Λαγκάρντ, προ ολίγων ημερών, σχετικά με το ενδεχόμενο παρέμβασης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για αγορά γαλλικών ομολόγων, λόγω της εκτίναξης των αποδόσεων των γαλλικών τίτλων. Η Λαγκάρντ σε αυτή την περίπτωση δήλωσε: «Έχω δει την Ελλάδα, την Πορτογαλία, την Ιρλανδία και την Κύπρο να ξεπερνούν εξαιρετικά επώδυνες κρίσεις, να εξυγιαίνουν τα δημόσια οικονομικά τους και να αποκαθιστούν την εμπιστοσύνη. Έκτοτε, οι χώρες αυτές επέστρεψαν σε τροχιά ανάπτυξης, συχνά με ρυθμούς υψηλότερους από τον μέσο όρο».
Επαναφέρουν στη δημόσια συζήτηση μια σκληρά νεοφιλελεύθερη πολιτική, πλήρους αυταρχισμού και λιτότητας, η οποία κρίθηκε απολύτως αποτυχημένη (το είχε παραδεχτεί ακόμη και η Άγκελα Μέρκελ, όντας ένθερμη υποστηρίκτρια της παραπάνω πολιτικής). Μια πολιτική η οποία είχε εξουθενώσει τους παραπάνω λαούς, που ακόμα και σήμερα δεν βρίσκονται ούτε σε συνθήκες δημοσιονομικής σταθερότητας ούτε οικονομικής ευημερίας.[1]
Επιστράτευση κατασταλτικών μηχανισμών απέναντι στη δημοκρατία
Αποτελεί σαφή στρατηγικό σχεδιασμό των νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων η ενεργοποίηση κατασταλτικών μηχανισμών και η παραβίαση δημοκρατικών θεσμών προκειμένου να κερδίσουν τη συναίνεση των προαναφερθεισών πολιτικών από το κοινωνικό σύνολο.
Το νεοφιλελεύθερο μοντέλο δημιουργεί συνθήκες σκληρού κρατικού αυταρχισμού, όπου παράλληλα με την τεχνολογική πρόοδο (αποκαλούμενος ψηφιακός καπιταλισμός) αποστειρώνει την κοινωνία ως «σύνολο» και δημιουργεί παραγωγικές μονάδες προς όφελος του κέρδους. Βλέπουμε έτσι μια Ευρώπη χαμηλών μισθών, πολύωρης και εξαντλητικής εργασίας. Κατά την περίπτωση ξεσπάσματος κοινωνικών αντιδράσεων και αναταραχών, το βλέπουμε και στην περίπτωση της Γαλλίας, τις τελευταίες ημέρες, οι νόμοι του κράτος μετατρέπονται σε εργαλεία κρατικού αυταρχισμού.
Το κράτος σε αυτά τα πλαίσια λειτουργεί ως «εταιρεία», όπου η ελεύθερη αγορά αντικαθιστά τον ρόλο του και τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, προκειμένου οι ισχυρές οικονομικές ελίτ να κατέχουν πλήρη πρόσβαση κατά τις διαδικασίες λήψεως αποφάσεων. Σε αυτή την περίπτωση οι λαϊκές μάζες ζουν υπό το βάρος των κοινωνικών αποκλεισμών, δεν συμβάλλουν κατά τη λήψη αποφάσεων και κυριεύονται από το δόγμα There Is No Alternative. (TINA).
Η στρατιωτικοποίηση και η άνοδος της Ακροδεξιάς
Σε αυτό το πλαίσιο σημειώνεται άνοδος της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς, ιδιαίτερα μετά τις δύο συνεχόμενες νίκες του AfD, σε ομοσπονδιακό επίπεδο, αλλά και λόγω του ενδεχομένου επικράτησης της Ακροδεξιάς στη Γαλλία, συμπληρωματικά με ανοχή της φιλελεύθερης Δεξιάς. Το ίδιο δύναται να συμβεί και στην Ισπανία με συμμετοχή του νεοφασιστικού Vox, σε κυβέρνηση συνεργασίας με τη συντηρητική Δεξιά, το αντίστοιχο κόμμα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος στην Ισπανία. Βλέπουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο να αναδύεται μια συμμαχία Δεξιάς-Ακροδεξιάς, η οποία έρχεται να διασώσει και να διαχειριστεί τις δομικές αστοχίες του καπιταλιστικού συστήματος και του νεοφιλελευθερισμού. Την «πρωτοπορία» σε αυτό το μοντέλο κατέχει η Ιταλία της Τζόρτζια Μελόνι.
Η άνοδος της νεοφασιστικής Ακροδεξιάς έρχεται ως φυσικό επόμενο του κλίματος, της «Μαύρης Διεθνούς» που καλλιέργησε ο Ντόναλντ Τραμπ, με επιθέσεις κατά των μεταναστών, κατά της woke ατζέντας, κατά της ελευθερίας έκφρασης, με τον αποκλεισμό δημοσιογραφικών συγκροτημάτων κ.ά. Καθένας από μας θυμάται τις εικόνες απαγωγών και δολοφονιών καθημερινών ανθρώπων από τον σύγχρονο ρατσιστικό στρατό της ICE, όμοιο με εκείνον της Κου Κλουξ Κλαν.
Από την πρώτη κιόλας ημέρα της εκλογής του, ο Τραμπ επέλεξε να στηρίξει πολιτικούς ηγέτες στα «πρότυπά» του, εκείνα της «Μαύρης Διεθνούς». Σε σχέση με την Ευρώπη, πρόβαλε το πρότυπο κυβέρνησης Δεξιάς-Ακροδεξιάς, κυρίως αυτό της Ιταλίας, με την Τζόρτζια Μελόνι. Κυβερνήσεις οι οποίες στέκονται συναινετικά στις αμερικανικές απαιτήσεις, και σε περιπτώσεις διαφωνίας θα τίθενται στο στόχαστρο και θα βρίσκονται σε λίστες αποκλεισμών. Για παράδειγμα, κατά συνάντηση μελών του ΝΑΤΟ τον επόμενο μήνα στην Πολωνία, δημιουργήθηκε μια λίστα «καλών και κακών», με πολλές χώρες οι οποίες δαπανούν υψηλά ποσοστά αμυντικών δαπανών στο ΝΑΤΟ να μη λαμβάνουν προσκλήσεις, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και τα κράτη της Βαλτικής. Η πολιτική αυτή είχε προοικονομηθεί από τον περασμένο Απρίλιο, και σίγουρα αυτές οι πολιτικές επιλογές δεν πηγάζουν μόνο από τις αλαζονικές απαιτήσεις του Τραμπ. Πηγάζουν από την ανακοίνωση αύξησης των δαπανών προς το ΝΑΤΟ, ύψους 5% του ΑΕΠ, κάθε ευρωπαϊκής χώρας. Ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ έχει υιοθετήσει αυτή τη λογική. Έχει ενθαρρύνει τους «συμμάχους-πρότυπα» και έχει προειδοποιήσει ότι όσοι δεν στηρίζουν τα αμερικανικά συμφέροντα θα υποστούν συνέπειες.
Επιπλέον, η ΕΕ, μετά το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία, είναι πλήρως ενεργειακά εξαρτημένη από τις ΗΠΑ, αγοράζοντας το πιο ακριβό αέριο στην ενεργειακή αγορά, υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG). Η Πράσινη Μετάβαση μετατρέπεται σε πεδίο κερδοφορίας και χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας, τη στιγμή που οι πόροι της θα μπορούσαν να συμβάλουν σε μια συζήτηση για την αποτροπή των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής. Τελικά, η ενέργεια δεν είναι απομονωμένη από τις γεωπολιτικές εξελίξεις, όπως έσπευδαν να δηλώσουν κορυφαίοι συντηρητικοί ηγέτες της ΕΕ κατά τις υπογραφές συμφωνίας με τις ΗΠΑ, και αυτό φαίνεται κυρίως στο βιοτικό επίπεδο των λαών της Ευρώπης.
Οι ευρωπαϊκές χώρες βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στις ΗΠΑ για στρατιωτικούς παράγοντες, όπως η επιτήρηση και η αναγνώριση, οι πληροφορίες, η στρατηγική μεταφορά, η πυραυλική άμυνα και τα διαστημικά μέσα.
Η Ευρώπη αντιμετωπίζει δομικές αστοχίες και κρίσεις επί του νεοφιλελεύθερου μοντέλου διακυβέρνησης. Υποτάσσεται στα κέρδη πολυεθνικών οργανισμών και στρέφει την οικονομία στην πολεμική βιομηχανία ως βιώσιμη προοπτική, με μεταφορά της παραγωγής σε κράτη, όπως η Τουρκία, των χαμηλών μισθών. Όταν τα κέρδη αυτά δεν είναι εγγυημένα, η Ευρώπη ακολουθεί πολιτικές λιτότητας και αυταρχισμού και «καταδίκης» των κοινωνικών πολιτικών. Φυσικά, το σύστημα φροντίζει να θέσει την Ακροδεξιά στην κατάλληλη θέση προκειμένου να υπερασπιστεί αυτές τις πολιτικές.
Δεν είναι τυχαία η δήλωση για το στεγαστικό, ενδεικτικά, του προέδρου του ακροδεξιού Vox Σαντιάγο Αμπασκάλ στην Ισπανία. Σε μια χρονική περίοδο όπου σύσσωμος ο ισπανικός λαός βρίσκεται στον δρόμο εξαιτίας του στεγαστικού προβλήματος αυτός επαναλαμβάνει τη «μαγική φόρμουλα» της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς για το πρόβλημα της στέγασης: έξωση εκατομμυρίων ανθρώπων. Όπως και η υπόλοιπη Ακροδεξιά στην Ευρώπη, το κόμμα του Αμπασκάλ δεν προσφέρει λύσεις, αλλά, αντιθέτως, προκαλεί οργή και δείχνει με το δάχτυλο τον πιο αδύναμο κρίκο, τον μεταναστευτικό πληθυσμό, τον οποίο προτείνει να απελάσουν μαζικά.[2] Φυσικά, το στεγαστικό μετατρέπεται σε ζήτημα ατομικής ευθύνης. Όχι κρατικής και νεοφιλελευθερισμού.
Επίλογος
Το «ερώτημα του ενός εκατομμυρίου» που προκύπτει από την παραπάνω ανάλυση είναι τι μπορεί να κάνει η Αριστερά και πώς μπορεί να αποτρέψει μια τέτοια εξέλιξη.
Η Αριστερά θα πρέπει να προβάλει έναν «Νέο Ευρωπαϊσμό», ο οποίος θα απορρίπτει τα χαρακτηριστικά παραίτησης και παρακολούθησης των εξελίξεων. Να καλλιεργήσει έναν σύγχρονο διεθνισμό προκειμένου να αντιμετωπίσει τη συμμαχία νεοφιλελεύθερης Δεξιάς και Ακροδεξιάς, η οποία υποστηρίζεται και από εξωτερικές δυνάμεις, κατά κύριο λόγο από εκείνες του τραμπισμού. Να οικοδομήσει μια δημοκρατική, βιώσιμη και υποστηρικτική Ευρώπη προς όφελος του λαϊκού παράγοντα. Μια Ευρώπη με χαρακτηριστικά κοινωνικής πρόνοιας, με δημόσια υγεία και παιδεία, γεωπολιτική ασφάλεια και συνεργασία. Η Ευρώπη θα πρέπει να αποτελέσει πυλώνα σταθερότητας εντός ενός πολυπολικού συστήματος εντάσεων στο οποίο ζούμε σήμερα, και όχι μέρος του πολεμικού προβλήματος.
Το προοδευτικό μέτωπο το οποίο θα πρέπει να οικοδομήσει η Αριστερά θα πρέπει να προβάλλει σαφείς αιχμές, πλήρως αντιπαραθετικές απέναντι στο ολιγαρχικό μοντέλο το οποίο οικοδομεί η συμμαχία Δεξιάς-Ακροδεξιάς. Οι αιχμές αυτές θα έχουν ως πυλώνα την κοινωνική πολιτική: δημόσια υγεία και παιδεία, στέγαση, την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης και τη χρήση των πόρων της «Πράσινης Μετάβασης» προς αυτή την κατεύθυνση, και, τέλος, την ειρήνη και τη συνεργασία μεταξύ λαών. Η Αριστερά θα πρέπει να πείσει τους λαούς πως το μόνο κέρδος που μπορεί να έχουν είναι μέσω των κοινωνικών πολιτικών και όχι μέσω της στροφής στην πολεμική βιομηχανία.
Φωτό: Peter Pryharski / unsplash
- Καλημέρη, Τ. (n.d.). ΕΚΤ: Γιατί είναι απίθανο να παρέμβει για τη Γαλλία. www.Ot.Gr. Ανάκτηση 10 Ιανουαρίου 2026 από το:
- Chientaroli, N. (2026). Vox repite la ‘fórmula mágica’ de la ultraderecha europea para el problema de la vivienda: echar a millones de personas. www.Eldiario.Es.
Πηγή – Εποχή








