ΔιεθνήΕπίθεση σε Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο από Ουάσιγκτον και Μόσχα
Μέσα σε δύο ημέρες, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο βρέθηκε αντιμέτωπο με δύο διαφορετικές επιχειρήσεις εξουδετέρωσής του. Στις 8 Οκτωβρίου η Ρωσία ανακοίνωσε ότι ζητάει από την Ολλανδία και άλλες χώρες να συλλάβουν…
12 Οκτωβρίου 2026 · 06:35
Μέσα σε δύο ημέρες, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο βρέθηκε αντιμέτωπο με δύο διαφορετικές επιχειρήσεις εξουδετέρωσής του. Στις 8 Οκτωβρίου η Ρωσία ανακοίνωσε ότι ζητάει από την Ολλανδία και άλλες χώρες να συλλάβουν και να της παραδώσουν εννέα σημερινούς και πρώην αξιωματούχους του και στις 9 Οκτωβρίου οι ΗΠΑ πρόσθεσαν το ίδιο το Δικαστήριο στον κατάλογο των οντοτήτων στις οποίες επιβάλλουν κυρώσεις.
Η καταδίκη της απόφασης Τραμπ είναι δικαιολογημένη, η αξιοπιστία όμως όσων στράφηκαν κατά του Προέδρου των ΗΠΑ, εξαρτάται και από το αν συνοδεύεται από την ίδια καταδίκη των ρωσικών ενεργειών. Όποιος βλέπει εκβιασμό στην προσπάθεια της Ουάσιγκτον να στερήσει από το ΔΠΔ τα μέσα λειτουργίας του, οφείλει να αναγνωρίζει εκφοβισμό και όταν η Μόσχα μετατρέπει τους δικαστές του σε καταζητούμενους.
Το τελεσίγραφο της Ουάσιγκτον
Η απόφαση των ΗΠΑ της 9ης Οκτωβρίου αποτελεί κλιμάκωση της πολεμικής κατά του ΔΠΔ. Η αμερικανική κυβέρνηση πέρασε από τις κυρώσεις κατά συγκεκριμένων προσώπων στην καταχώριση του ίδιου του ΔΠΔ στον κατάλογο των οντοτήτων του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών. Στο επίσημο έγγραφο αναγράφονται η επωνυμία του Δικαστηρίου, η διεύθυνσή του στη Χάγη και η ημερομηνία ίδρυσής του.
Ο υπουργός εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο κάλεσε τις άλλες χώρες να συνταχθούν με την αμερικανική εκστρατεία, ενώ προειδοποίησε ότι διαφορετικά οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να αποδομούν το Δικαστήριο «τούβλο τούβλο», μέχρι να πάψει, κατά την αμερικανική θέση, να απειλεί Αμερικανούς. Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση Τραμπ δεν μένει στην αμφισβήτηση μιας δικαστικής απόφασης αλλά απειλεί την επιβίωση του θεσμού.
Η αιτιολογία είχε καταγραφεί στο εκτελεστικό διάταγμα του Τραμπ στις 6 Φεβρουαρίου 2025. Ο Τραμπ χαρακτήριζε παράνομες και αβάσιμες τις ενέργειες του ΔΠΔ, κατά αμερικανικού προσωπικού και Ισραηλινών αξιωματούχων, κατονομάζοντας τον Μπενιαμίν Νετανιάχου και τον πρώην υπουργό Άμυνας Γιοάβ Γκάλαντ. Υποστήριζε ότι το ΔΠΔ δεν έχει δικαιοδοσία επί των ΗΠΑ και του Ισραήλ, επειδή δεν έχουν επικυρώσει το Καταστατικό της Ρώμης.
Στις 18 Αυγούστου 2026 οι κυρώσεις επεκτάθηκαν στην πρόεδρο του Δικαστηρίου, την Ιαπωνίδα δικαστή Τομόκο Ακάνε, και στον Σενεγαλέζο δικηγόρο της εισαγγελικής ομάδας Αμπντουλάγιε Σέγε. Η Ακάνε βρίσκεται έτσι στο στόχαστρο και των δύο μεγάλων δυνάμεων. Η Ουάσιγκτον την τιμωρεί οικονομικά και η Μόσχα ζητάει την παράδοσή της.
Οικονομικός στραγγαλισμός
Ο εκβιασμός των αμερικανικών κυρώσεων συνδέεται με τον ρόλο των ΗΠΑ στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Μια τράπεζα ή εταιρεία που εξυπηρετεί το ΔΠΔ πρέπει πλέον να εξετάζει αν οι συναλλαγές της εμπίπτουν στις απαγορεύσεις. Η πρακτική συνέπεια μπορεί να είναι η αποχώρηση παρόχων, λόγω φόβου μην περιληφθούν στις κυρώσεις.
Πάντως υπάρχουν εξαιρέσεις, μέχρι τις 7 Απριλίου 2027 και στη γενική άδεια αναφέρονται ρητά, εισφορές κρατών, μισθοί, ασφάλιση υγείας, ιατρικές υπηρεσίες, ενοίκια και λειτουργικά έξοδα. Η προσωρινή αυτή άδεια αφορά το Δικαστήριο και δεν καταργεί αυτομάτως τις χωριστές κυρώσεις κατά αξιωατούχων.
Διαφορετική άδεια επιτρέπει τηλεπικοινωνίες, υπηρεσίες διαδικτυακής επικοινωνίας και επιχειρησιακό λογισμικό. Επομένως, η θέση ότι απαγορεύονται αδιακρίτως όλες οι τεχνολογικές υπηρεσίες δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Οι επιπτώσεις πάντως έχουν γίνει αισθητές. Την 1η Οκτωβρίου το ΔΠΔ επιβεβαίωσε ότι τερματίστηκε, με κοινή συμφωνία, η συνεργασία του με τη γαλλική ασφαλιστική εταιρεία AXA και ότι βρέθηκε άλλος πάροχος. Το Δικαστήριο δεν ανακοίνωσε την αιτία, αλλά σύμφωνα με τους Financial Times, η AXA είχε επισημάνει τους κινδύνους από την εφαρμογή των αμερικανικών κυρώσεων.
Ρωσικά αντίποινα για το ένταλμα κατά Πούτιν
Στις 17 Μαρτίου του 2023 το ΔΠΔ εξέδωσε εντάλματα σύλληψης κατά του Βλαντιμίρ Πούτιν και της επιτρόπου για τα δικαιώματα του παιδιού Μαρία Λβόβα Μπέλοβα. Αφορούσαν την ευθύνη τους για παράνομη απέλαση και απαγωγές παιδιών από κατεχόμενες περιοχές της Ουκρανίας και μεταφορά τους στη Ρωσία. Πρόκειται για εντάλματα σχετικά με εγκλήματα πολέμου.
Τρεις ημέρες αργότερα, στις 20 Μαρτίου, η ρωσική Ανακριτική Επιτροπή άνοιξε ποινική υπόθεση κατά του τότε εισαγγελέα Καρίμ Χαν και των δικαστών Τομόκο Ακάνε, Ροζάριο Σαλβατόρε Αϊτάλα και Σέρχιο Χεράρδο Ουγκάλδε Γκοδίνες. Η ανακοίνωση παρουσίαζε την έκδοση των ενταλμάτων ως παράνομη δίωξη προσώπων τα οποία η ίδια η Ρωσία χαρακτήριζε αθώα.
Την ίδια ημέρα ο Ντμίτρι Μεντβέντεφ, αντιπρόεδρος του ρωσικού Συμβουλίου Ασφαλείας, έγραψε ότι μπορούσε κανείς να φανταστεί πλήγμα με πύραυλο κατά του δικαστικού κτιρίου στη Χάγη. Η αναφορά έγινε δημοσίως στο Telegram, ως απάντηση στο ένταλμα κατά Πούτιν. Ο εκφοβισμός πλέον αποκτούσε και στρατιωτικό λεξιλόγιο.
Στις 28 Απριλίου 2023 η Ρωσία υιοθέτησε επίσης νόμο που ποινικοποιούσε τη συνεργασία με διεθνείς οργανισμούς στους οποίους δεν μετέχει και με ξένες κρατικές αρχές. Η συνεργασία που απαγορεύεται μπορούσε να τιμωρηθεί με φυλάκιση έως πέντε χρόνια. Το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Human Rights Watch, κατήγγειλε τότε ότι το μέτρο στόχευε την προσπάθεια διεθνούς λογοδοσίας, περιλαμβανομένου του ΔΠΔ.
Καταδίκες και στα αιτήματα έκδοσης στη Ρωσία
Η εξέλιξη της υπόθεσης καταγράφεται σε ανακοίνωση της 8ης Οκτωβρίου 2026 από την ρωσική εισαγγελία. Εννέα αξιωματούχοι του ΔΠΔ είχαν καταδικαστεί ερήμην από το Δικαστήριο της Μόσχας τον Δεκέμβριο του 2025. Οι κατηγορίες περιλάμβαναν εν γνώσει δίωξη αθώου, παράνομη κράτηση και επίθεση ή απειλή επίθεσης κατά προσώπων ή θεσμών που απολαμβάνουν διεθνή προστασία.
Στον Καρίμ Χαν επιβλήθηκαν 15 χρόνια φυλάκισης, ενώ οι ποινές των άλλων κυμαίνονταν από τριάμισι έως 15 χρόνια. Στα καταδικασθέντα μέλη του ΔΠΔ περιλαμβάνεται και ο πρώην πρόεδρος του Πιότρ Χοφμάνσκι. Το ρωσικό έγγραφο χρησιμοποιεί μάλιστα για ορισμένους παλαιούς τίτλους θέσεων που δεν κατέχουν πλέον.
Η Γενική Εισαγγελία της Ρωσίας, ανακοίνωσε ότι έστειλε στο ολλανδικό υπουργείο Δικαιοσύνης και Ασφάλειας, καθώς και σε άλλες χώρες τις οποίες δεν κατονομάζει, αιτήματα σύλληψης και έκδοσης. Τους χαρακτηρίζει διεθνώς καταζητούμενους. Στη συγκεκριμένη ανακοίνωση δεν υπάρχει αναφορά σε χρηματική αμοιβή για τη σύλληψή τους.
Η Μόσχα επικαλείται τη μη συμμετοχή της στο Καταστατικό της Ρώμης και τη μη αναγνώριση της δικαιοδοσίας του ΔΠΔ. Χρησιμοποιεί έτσι ένα επιχείρημα αντίστοιχο με εκείνο της Ουάσιγκτον, για να δικαιολογήσει τη δική της επίθεση στο ΔΠΔ.
Κοινές προφάσεις Τραμπ – Πούτιν
Το επιχείρημα ότι ένας υπήκοος χώρας που δεν μετέχει στο ΔΠΔ βρίσκεται εξ ορισμού έξω από τη δικαιοδοσία του, παραλείπει μια βασική διάταξη. Το άρθρο 12 του Καταστατικού προβλέπει, μεταξύ άλλων, δικαιοδοσία όταν η εξεταζόμενη πράξη τελέστηκε στο έδαφος κράτους που μετέχει ή έχει αποδεχθεί τη δικαιοδοσία. Δεν απαιτείται να μετέχουν ταυτόχρονα τόσο η χώρα τέλεσης όσο και η χώρα υπηκοότητας του υπόπτου.
Αυτή η εδαφική βάση βρίσκεται πίσω από τις υποθέσεις για την Ουκρανία και τα παλαιστινιακά εδάφη. Η άρνηση συμμετοχής της Ρωσίας, των ΗΠΑ ή του Ισραήλ δεν αρκεί, από μόνη της, για να αποκλείσει κάθε πιθανή δίωξη υπηκόων τους.
Το Καταστατικό προβλέπει διαδικασίες αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας, αλλά η απειλή διάλυσης του Δικαστηρίου και η ποινική δίωξη των δικαστών του, επιχειρούν να επιβάλουν το αποτέλεσμα έξω από αυτές τις διαδικασίες.
Αξίζει να υπενθυμίσουμε πως η πρώτη κυβέρνηση Τραμπ είχε επιβάλει κυρώσεις στην εισαγγελέα Φατού Μπενσούντα και στον αξιωματούχο Φακίσο Μοτσοτσόκο στις 2 Σεπτεμβρίου 2020. Η κυβέρνηση Μπάιντεν ήρε το καθεστώς κυρώσεων τον Απρίλιο του 2021. Ακολούθησαν οι ρωσικές διώξεις του 2023 και η νέα αμερικανική εκστρατεία διάλυσης του ΔΠΔ, που ξεκίνησε το 2025.
Η υποκρισία έχει και ρωσική υπογραφή
Ένα συγκεκριμένο παράδειγμα επιλεκτικής στάσης προέρχεται από το ίδιο το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών. Στις 30 Απριλίου 2024 η Μαρία Ζαχάροβα κατήγγειλε την Ουάσιγκτον επειδή υποστήριζε το ένταλμα κατά Πούτιν, αλλά απέρριπτε τη δικαιοδοσία του ΔΠΔ στην έρευνα για το Ισραήλ. Η αντίφαση της αμερικανικής στάσης ήταν υπαρκτή. Η Ζαχάροβα την επισήμαινε ενώ η χώρα της είχε ήδη κινήσει ποινικές διαδικασίες κατά του εισαγγελέα και των δικαστών που εξέδωσαν το ένταλμα κατά Πούτιν.
Η καταγγελία αποκάλυπτε και τη ρωσική υποκρισία. Το Κρεμλίνο επέκρινε την αμερικανική επιλεκτικότητα ενώ κυνηγούσε τους δικαστές που επιχείρησαν να ελέγξουν τον Πούτιν.
Το ίδιο ισχύει για κόμματα, οργανώσεις και δημόσια πρόσωπα στη Δύση. Η υπεράσπιση του ΔΠΔ είναι ειλικρινής όταν περιλαμβάνει την ανεξαρτησία του και στις υποθέσεις που ενοχλούν πολιτικούς συμμάχους. Η καταδίκη των αμερικανικών κυρώσεων δεν απαλλάσσει κανέναν από την ανάγκη να τοποθετηθεί για τις ρωσικές καταδίκες, ούτε η καταδίκη της Ρωσίας δικαιολογεί τις ενέργειες Τραμπ.
Οι έντιμες αντιδράσεις
Στις 22 Μαΐου 2023 η Ευρωπαϊκή Ένωση κατήγγειλε τις ρωσικές ποινικές διαδικασίες, χαρακτήρισε τις απόπειρες εκφοβισμού πολιτικά υποκινούμενες και απαράδεκτες και δεσμεύτηκε να υπερασπιστεί το προσωπικό του Δικαστηρίου.
Η Διεθνής Αμνηστία είχε ήδη ζητήσει, από τις 17 Μαρτίου 2023, να συλληφθούν ο Πούτιν και η Λβόβα Μπέλοβα εφόσον ταξίδευαν εκτός Ρωσίας. Το Human Rights Watch κατέγραφε τον Νοέμβριο του 2024 τόσο τις ρωσικές διώξεις όσο και τις αμερικανικές και ισραηλινές πιέσεις, ζητώντας συνεπή προστασία του ΔΠΔ σε όλες τις υποθέσεις.
Ακόμη πιο πρόσφατα, την 1η Οκτωβρίου 2026, η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης υιοθέτησε ομόφωνα ψήφισμα που κατονομάζει τις ΗΠΑ και τη Ρωσία ως χώρες που ασκούν εξαναγκαστικά μέτρα κατά δικαστών και εισαγγελέων.
Στις 9 Οκτωβρίου οι υπουργοί Εξωτερικών, του Καναδά, τη Δανίας, τη Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Ιαπωνίας, της Ολλανδίας και της Βρετανίας εξέφρασαν από κοινού την έντονη διαφωνία τους με τις αμερικανικές κυρώσεις. Πρόκειται για συμμάχους των ΗΠΑ που επιλέγουν να υπερασπιστούν τη δικαστική ανεξαρτησία απέναντι στην Ουάσιγκτον, γράφοντας στα παλαιότερα των υποδημάτων τους τις προτροπές Τραμπ, για να ταυτιστούν μαζί του.
Μας αφορά και εμάς
Η Κύπρος επικύρωσε το Καταστατικό της Ρώμης στις 7 Μαρτίου 2002. Η προστασία του ΔΠΔ αφορά επομένως έναν θεσμό στη δημιουργία και λειτουργία του οποίου συμμετέχει και η Κυπριακή Δημοκρατία.
Η οικονομική αποδυνάμωσή του ΔΠΔ δεν περιορίζεται στις υποθέσεις Αμερικανών ή Ισραηλινών, αλλά επηρεάζει την ικανότητά του να λειτουργεί συνολικά, περιλαμβανομένων των ερευνών για την Ουκρανία. Αντίστοιχα, η ρωσική δίωξη δικαστών επιχειρεί να καταστήσει την άσκηση των καθηκόντων τους προσωπικό κίνδυνο.
Το ΔΠΔ χρειάζεται να εξασφαλίζει τραπεζικές, ασφαλιστικές και τεχνολογικές υπηρεσίες και να προστατεύει τους λειτουργούς του Δικαστηρίου. Αυτά περιλαμβάνονται στις συστάσεις της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης, η οποία ζητάει και ενεργοποίηση ευρωπαϊκών ή εθνικών μηχανισμών προστασίας από τις εξωτερικές πιέσεις.
Για εμάς ως μια μικρή χώρα που στηρίζει την ασφάλεια και τις διεκδικήσεις της στο διεθνές δίκαιο, το κριτήριο πρέπει να παραμένει σταθερό. Οι δικαστές δεν μπορούν να εργάζονται με την προϋπόθεση ότι οι αποφάσεις τους θα εγκρίνονται πρώτα στην Ουάσιγκτον ή στη Μόσχα και η υπεράσπισή τους δεν μπορεί να εξαρτάται από το ποιον ενοχλεί η επόμενη υπόθεση.
Πηγή – Cyprus Times








