Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2026
Λευκωσία 19°
Πολιτισμός

Από τη «Λάμψη» μέχρι το «Trainspotting»: Η λίστα με τις καλύτερες μεταφορές βιβλίων στη μεγάλη οθόνη

Είναι πάντα διασκεδαστικό να συμμετέχεις σε μια συλλογική «μανία», όπως θα ενθουσιαζόταν ένας Βικτωριανός με τα ποδήλατα τύπου penny-farthing. Ίσως γι’ αυτό, όταν η δημοσιογράφος Λουίζ Γουίλντερ παρά τις επιφυλάξεις της, πήγε αυτό το…

21 Οκτωβρίου 2026 · 16:58

Είναι πάντα διασκεδαστικό να συμμετέχεις σε μια συλλογική «μανία», όπως θα ενθουσιαζόταν ένας Βικτωριανός με τα ποδήλατα τύπου penny-farthing. Ίσως γι’ αυτό, όταν η δημοσιογράφος Λουίζ Γουίλντερ παρά τις επιφυλάξεις της, πήγε αυτό το καλοκαίρι να δει την υπερπαραγωγή του Κρίστοφερ Νόλαν, «Οδύσσεια», εξασφαλίζοντας, όπως όλοι οι υπόλοιποι, τη θέση της στη δημόσια συζήτηση. Η άλλη πολυσυζητημένη και διχαστική κινηματογραφική διασκευή της χρονιάς, τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» της Έμεραλντ Φένελ, είχε ήδη προκαλέσει ατελείωτες αντιπαραθέσεις προτού καν ο κόσμος προλάβει να δει την ταινία. Αναμφίβολα, οι δημιουργοί της πρόσφατης μεταφοράς της «Λογικής και Ευαισθησίας» ήλπιζαν επίσης ότι αρκετοί θεατές θα έσπευδαν στις αίθουσες, έστω και μόνο για να διαπιστώσουν αν θα τη μισήσουν.

Άλλωστε, ελάχιστοι θεατές βγαίνουν από την αίθουσα λέγοντας: «Ακριβώς έτσι το είχα φανταστεί». Ακόμη λιγότερο πιθανό είναι να ακούσει κανείς: «Ήταν καλύτερο από το βιβλίο». Το πιθανότερο είναι οι άνθρωποι να βγουν έξω διαμαρτυρόμενοι για το πώς κατέστρεψαν το φινάλε, απλοποίησαν υπερβολικά την ιστορία, έκαναν το ασυγχώρητο λάθος να επιλέξουν έναν ηθοποιό με λάθος μαλλιά ή πρόδωσαν έναν αγαπημένο χαρακτήρα, όπως συνέβη πέρυσι με το φιάσκο του «The Thursday Murder Club».

Τι είναι, λοιπόν, αυτό που κάνει μια διασκευή καλή; Όπως και στην περίπτωση του ίδιου του Οδυσσέα, αλλά και όπως γνωρίζει κάθε φαν της Νάνσι Μέγιερς, η απάντηση είναι περίπλοκη. Για παράδειγμα, όταν η Γουίλντερ ολοκλήρωσε ένα βιβλίο για τα δυσθεώρητα ύψη και τα εξωφρενικά βάθη των διασκευών, με τίτλο The Book Was Better, στο πλαίσιο του οποίου υπέβαλε τον εαυτό της σε μερικές από τις χειρότερες δυνατές κινηματογραφικές εμπειρίες. Ανάμεσά τους, το ροκ μιούζικαλ με soft rock ήχο  «Heathcliff», η αλλόκοτα κακή «Το Νησί του Δόκτωρα Μορό» του 1996 και μια φρικτή τηλεοπτική μεταφορά του «Ο Άτλας Eπαναστάτησε» της Άιν Ραντ, χωρισμένη σε τρία μέρη. Είδε, όμως, και αρκετά αριστουργήματα που στάθηκαν ισάξια με τα πρωτότυπα έργα ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα ξεπέρασαν.

Ο Νονός 2

Το πρώτο συμπέρασμα είναι πως η ποιότητα του πρωτότυπου έργου δεν έχει σημασία. Ξεκίνησε την έρευνά της με ορισμένες αρκετά παγιωμένες αντιλήψεις. Για παράδειγμα, ότι «οι εξαιρετικές διασκευές βασίζονται σχεδόν πάντα σε μυθιστορήματα δεύτερης ή τρίτης κατηγορίας», όπως έγραψε ο Άντονι Μπέρτζες. Ότι ορισμένα έργα είναι «αδύνατο να μεταφερθούν στον κινηματογράφο». Ή ότι τα κλασικά έργα έχουν περισσότερο χώρο να αναπτυχθούν όταν μεταφέρονται στην τηλεόραση. Σύντομα συνειδητοποίησε ότι τίποτα από όλα αυτά δεν ίσχυε.

Ναι, μερικές φορές μυθιστορήματα που είναι καλογραμμένα αλλά όχι σπουδαία, όπως η τριάδα των τελών της δεκαετίας του ’60 και των αρχών του ’70 που αποτελείται από τα «Σαγόνια του Καρχαρία», τον «Νονό» και τον «Εξορκιστή», μπορούν να μεταμορφωθούν σε κινηματογραφικά έργα ιδιοφυούς επιπέδου. Ωστόσο, και τα σπουδαία βιβλία μπορούν να γεννήσουν σπουδαίες ταινίες. Το «Trainspotting», «Ο Μεσάζων», «Ο Γατόπαρδος» και το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» του ίδιου του Μπέρτζες είναι μερικά μόνο παραδείγματα. Και, βέβαια, υπάρχουν περιπτώσεις όπως ο «Κώδικας Ντα Βίντσι» και οι «Πενήντα Αποχρώσεις του Γκρι», όπου ένα βαθιά γελοίο βιβλίο μετατρέπεται σε μια εξίσου γελοία ταινία.

Είναι αλήθεια ότι ορισμένα βιβλία προσφέρονται περισσότερο για κινηματογραφική μεταφορά. Οι άψογα δομημένες ιστορίες της Τζέιν Όστιν, στις οποίες ο έρωτας συναντά διαρκώς εμπόδια, αποτελούν πρότυπα που μπορούν να ντυθούν με τα ρούχα οποιασδήποτε εποχής. Είναι σαν το ψηφιακό πρότυπο που χρησιμοποιεί η Σερ Χόροβιτς για να σχεδιάσει τα σύνολά της στην αρχή της ταινίας «Το Κορίτσι του Μπέβερλι Χιλς», της απόλυτης ίσως εκδοχής μιας διασκευής που παίρνει μεγάλες δημιουργικές ελευθερίες. Τα μυθιστορήματα της Όστεν περιέχουν ήδη το DNA όλων των ρομαντικών κομεντί, όπως ακριβώς ο «Ροβινσώνας Κρούσος» βρίσκεται πίσω από τον «Άρη», το γοτθικό μυθιστόρημα πίσω από τις ταινίες τρόμου και το «Χριστουγεννιάτικο Παραμύθι» πίσω από κάθε χριστουγεννιάτικη ταινία που γυρίστηκε ποτέ.

Trainspotting

Τα διηγήματα, με τις ανατροπές τους και τη γρήγορη πορεία προς την τελική κορύφωση, μοιάζουν φτιαγμένα για τον κινηματογράφο. Η αγαπημένη ταινία, το «Μετά τα Μεσάνυχτα», βασίζεται σε μια νουβέλα της Ντάφνι ντι Μοριέ. Οι ασαφείς καταβολές και η ελαστικότητα των μύθων, καθώς και των συγγενικών τους ειδών, όπως οι λαϊκές παραδόσεις και τα παραμύθια, τους καθιστούν ανεξάντλητη πηγή διασκευών: αφήνουν κενά που κάθε κινηματογραφιστής μπορεί να συμπληρώσει με τη δική του φαντασία.

Συνήθως, το να μην είσαι πιστός στο πρωτότυπο λειτουργεί υπέρ σου. Ορισμένες από τις καλύτερες διασκευές φλερτάρουν με το αρχικό υλικό, παίρνουν εξωφρενικές ελευθερίες και στη συνέχεια το εγκαταλείπουν σύξυλο, όπως ένας άπιστος σύντροφος που γίνεται θέμα στα ταμπλόιντ. «Κλέψε ό,τι χρειάζεσαι και μετά τρέξε όσο πιο γρήγορα μπορείς», συμβούλευε ο Πολ Τόμας Άντερσον. Ο Χίτσκοκ ισχυριζόταν ότι διάβασε μία φορά τα «Πουλιά» πριν γυρίσει τη δική του εκδοχή και ότι έκτοτε δεν ξανασκέφτηκε το βιβλίο. Ένας σεναριογράφος με τον οποίο συνομίλησε η δημοσιογράφος είπε ότι κάποτε του ζητήθηκε να μην ανοίξει καν το μυθιστόρημα που επρόκειτο να διασκευάσει, επειδή η εταιρεία παραγωγής θεωρούσε ότι η ανάγνωσή του θα λειτουργούσε ανασταλτικά.

Τα βιβλία και οι ταινίες είναι εντελώς διαφορετικά πλάσματα, «μήλα και καμηλοπαρδάλεις», όπως το έθεσε κάποτε ο συγγραφέας και σεναριογράφος Ντένις Λέιν. Η διασκευή είναι μια πράξη μετάφρασης από τον λόγο στην εικόνα και, για να πετύχει, ο κινηματογραφιστής πρέπει να βρει τη δική του γλώσσα.

Μία από τις πιο αγαπημένες διασκευές της Γουίλντερ που απομακρύνονται από το πρωτότυπο είναι το «Τα Παιδιά των Ανθρώπων» του Αλφόνσο Κουαρόν, του 2006 – και όχι μόνο επειδή πρωταγωνιστεί ο Κλάιβ Όουεν στην κορύφωση της γοητείας του. Η ταινία καταφέρνει να μετατρέψει ένα εγκεφαλικό, θεολογικό μυθιστόρημα της συντηρητικού πολιτικού και συγγραφέα Π. Ντ. Τζέιμς σε ένα δυστοπικό θρίλερ για τον λαϊκισμό, την τρομοκρατία και την αντιμετώπιση των μεταναστών. Παρότι έχουν περάσει πλέον δύο δεκαετίες από την κυκλοφορία της, μοιάζει κάθε χρόνο πιο επίκαιρη. Η ίδια η Τζέιμς, άλλωστε, ενθουσιάστηκε με την ταινία.

Τα Παιδιά των Ανθρώπων

Ο Κουαρόν κράτησε το μυθιστόρημα ως αφετηρία και στη συνέχεια το άφησε πίσω του, ακολουθώντας τη δική του διαδρομή. Αυτό που διατήρησε ήταν ο πυρήνας της ιδέας: τι θα συνέβαινε αν ζούσαμε σε έναν κόσμο χωρίς παιδιά; Οι μεγάλες, υποθετικές ιδέες του είδους της επιστημονικής φαντασίας προσφέρονται ιδανικά για τέτοιου είδους δημιουργικές ελευθερίες. Λειτουργούν σαν δοχεία στα οποία ένας κινηματογραφιστής μπορεί να τοποθετήσει τις προσωπικές του εμμονές, αλλά και τις αγωνίες της εποχής του.

Όταν η σεναριογράφος και σκηνοθέτις Σάλι Πότερ επαναπροσέγγισε το «Orlando» της Βιρτζίνια Γουλφ, αυτό το φαντασμαγορικό ταξίδι στον χρόνο, το αντιμετώπισε «σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ το βιβλίο». Το μετέτρεψε σε μια μεγαλοπρεπή πρόκληση προς το βρετανικό κατεστημένο, το οποίο μόλις είχε ψηφίσει το Άρθρο 28, έναν νόμο που περιόριζε την προώθηση της ομοφυλοφιλίας από τις τοπικές αρχές. Όπως είπε η ίδια, φέρθηκε σκληρά στο μυθιστόρημα για να φερθεί καλά στην ταινία.

Πρόκειται για τη λογική της καταστροφής ως δημιουργίας. Στα χέρια του κατάλληλου σεναριογράφου και σκηνοθέτη, το πρωτότυπο έργο μπορεί (και πρέπει) να υποταχθεί στο δικό του όραμα. Ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ πρόδωσε το όραμα του Στίβεν Κινγκ για τη «Λάμψη», αλλά δημιούργησε ένα έργο-σταθμό. Η «Καρδιά του Σκότους» μεταλλάχθηκε σε πολεμικό έπος με το «Αποκάλυψη Τώρα». Και το «Red Dragon» έγινε, με δυο λόγια, μια ταινία του Μάικλ Μαν: το υπνωτιστικό «Ο Ανθρωποκυνηγός». Μια διασκευή δεν πρέπει ποτέ να καταλήγει σε μια άψυχη συλλογή με τις μεγαλύτερες επιτυχίες του πρωτότυπου έργου. Η υπερβολική ευλάβεια απέναντι στη λογοτεχνική πηγή μπορεί να αποβεί μοιραία. Ίσως γι’ αυτό ταινίες όπως το «Hunger Games» και ο «Δρόμος», παρότι γυρίστηκαν με αγάπη για το πρωτότυπο και με αξιοσημείωτη αισθητική φροντίδα, μου φάνηκαν κάπως άτονες στην οθόνη, ακριβώς επειδή άλλαξαν ελάχιστα.

Η Σιωπή των Αμνών

Μπορεί, άραγε, μια διασκευή να είναι πραγματικά πιστή; Και, κυρίως, σε τι ακριβώς οφείλει να είναι πιστή; Καμία ιστορία δεν είναι απολύτως πρωτότυπη. Όπως είπε ο σεναριογράφος του «Alien», Νταν Ο’Μπάνον: «Δεν έκλεψα από κανέναν. Έκλεψα από όλους!». Δεν μπορείς να είσαι «πιστός στο πνεύμα» ενός κειμένου, γιατί το πνεύμα του αλλάζει ανάλογα με τον αναγνώστη. Όταν διαβάζουμε, ο καθένας μας προβάλλει στο μυαλό του τη δική του μικρή ταινία. Πολλοί βλέπουν στον «Μεγάλο Γκάτσμπι» τον επιθανάτιο ρόγχο του αμερικανικού ονείρου. Οι δημιουργοί των διασκευών, αντίθετα, μοιάζουν να σκέφτονται: «πάρτι!». Ο Χίθκλιφ είναι ένας ψυχοπαθής που του αρέσει να κρεμάει μικρά σκυλιά. Οι σκηνοθέτες που τον έχουν μεταφέρει κατά καιρούς στην οθόνη, προφανώς, δεν συμμερίζονται την άποψή μου.

Ιδιαίτερα απολαυστική ήταν η ανακάλυψη ότι η Τζόντι Φόστερ πίεσε έντονα για να πάρει τον ρόλο της Κλαρίς Στέρλινγκ στη «Σιωπή των Αμνών», επειδή, για εκείνη, το μυθιστόρημα αφορούσε μια γυναίκα που σώζει τη ζωή μιας άλλης γυναίκας, ενώ «όλοι αυτοί οι γαμημένοι άντρες» μπαίνουν διαρκώς στη μέση. Μια διασκευή μπορεί απλώς να αποτελεί μια ματιά μέσα από τα μάτια κάποιου άλλου, αλλά η εικόνα που βλέπει εκείνος σπάνια συμπίπτει με αυτή που είχαμε σχηματίσει εμείς.

Διαβάστε περισσότερα

Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα να είναι το κάστινγκ. Όπως η νύχτα διαδέχεται τη μέρα, έτσι και το Χόλιγουντ επιλέγει συνήθως ηθοποιούς πιο όμορφους απ’ όσο απαιτεί ο ρόλος – αν και όχι πάντα σε βαθμό που να φτάνει την περίπτωση της Ντενίζ Ρίτσαρντς, η οποία εμφανίστηκε με καυτό σορτσάκι ως πυρηνική φυσικός στο «Τζέιμς Μποντ: Ο Κόσμος δεν Είναι Αρκετός». Μερικές φορές αυτό γίνεται σκόπιμα. Στο μυθιστόρημα «Ψυχώ» του Ρόμπερτ Μπλοχ, ο Νόρμαν Μπέιτς είναι αποκρουστικός στην όψη. Ο Χίτσκοκ, όμως, ήθελε για τον ρόλο τον γλυκύτατο Άντονι Πέρκινς, ώστε να αιφνιδιάσει το κοινό.

Συχνότερα, η επιλογή αυτή οφείλεται σε αυτό που παρατήρησε ο κριτικός Ρότζερ Ίμπερτ: ο κινηματογράφος είναι μια μηχανή παραγωγής ενσυναίσθησης. Έτσι, οι πρωταγωνιστές πρέπει, σύμφωνα με αυτή τη λογική, να είναι «συμπαθείς». Η επιλογή, ωστόσο, του Μπρους Γουίλις για τον ρόλο ενός καταβεβλημένου Άγγλου δημοσιογράφου στην περιβόητα αποτυχημένη μεταφορά του «Η Απατηλή Λάμψη της Ματαιοδοξίας» του Τομ Γουλφ είχε καταστροφικά αποτελέσματα. Κάποιες φορές, βέβαια, ένας ηθοποιός που μοιάζει εντελώς ακατάλληλος στα χαρτιά καταφέρνει να κάνει τον ρόλο δικό του. Είτε πρόκειται για τη Μάργκαρετ Ράδερφορντ ως Μις Μαρπλ, τη Ρενέ Ζελβέγκερ ως Μπρίτζετ Τζόουνς ή τον Μάικλ Κέιν ως Χάρι Πάλμερ στο «Απόρρητος Φάκελος Ίπκρες» (στα μυθιστορήματα του Λεν Ντέιτον ο ήρωας είναι βόρειος Άγγλος και δεν έχει καν όνομα). Το χάρισμα ενός ηθοποιού μπορεί να κάνει θαύματα.

Far Out / YouTube Still

Ίσως, τελικά, όλα να ανάγονται στα συναισθήματα και τις αισθήσεις. «Έχεις πιει το ποτό και αυτό που μένει στη γεύση σου είναι εκείνο που κρατάς», όπως περιέγραψε ο Άντονι Μινγκέλα τη διαδικασία διασκευής του «Ο Ταλαντούχος Κύριος Ρίπλεϊ». Ο Ίρβιν Γουέλς έλεγε ότι πρέπει να μπορείς να μυρίζεις τα βιβλία. Ο Χοσεΐν Αμίνι, ο οποίος επαναπροσέγγισε το «Τα Φτερά της Αγάπης» ως «φιλμ νουάρ εποχής», ήθελε να ανακτήσει εκείνη την εκστατική στιγμή κατά την οποία «κανένας άλλος άνθρωπος στον κόσμο δεν καταλάβαινε ούτε βίωνε αυτό το βιβλίο ακριβώς όπως εγώ».

Επιστρέφοντας στην «Οδύσσεια», αναρωτιέται κανείς γιατί, ενώ ο Νόλαν έκανε όσα θεωρητικά έπρεπε, υποτάσσοντας το έπος στο δικό του κοσμοείδωλο και επανεφευρίσκοντάς το χωρίς ιδιαίτερη προσήλωση στο πρωτότυπο, ώστε να μιλήσει στη δική μας εποχή, μετατρέποντας έναν πανούργο και πολυμήχανο ήρωα σε έναν βετεράνο με τραύματα πολέμου, η ταινία σε κάνει να αισθανθείς σαν να έχεις μόλις επιστρέψει από έναν πόλεμο: μεγάλες περίοδοι ανίας και αναμονής, διακοπτόμενες από εκρήξεις βίας. Ίσως, τελικά, ο Νόλαν να το σκέφτηκε υπερβολικά και να έπρεπε να το νιώσει περισσότερο. Ή μήπως, όπως είχε πει η εκλιπούσα Χίλαρι Μαντέλ για τη διασκευή, πρέπει απλώς να «αφήσεις το κείμενο στην άκρη και να το ονειρευτείς»;

#βιβλίο #ταινία

Πηγή – Popaganda (Guardian)

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Στήριξε την ανεξάρτητη ενημέρωση

Επίλεξε τη συνδρομή που προτιμάς. Η ασφαλής πληρωμή ολοκληρώνεται μέσω Stripe.