Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι η απαξιωτική στάση των Ιρλανδών ποδοσφαιριστών απέναντι στους Ισραηλινούς αντιπάλους τους, στον αγώνα του Nations League, που έγινε την Κυριακή στην ουδέτερη Ουγγαρία (Ντέμπρετσεν) δεν ήταν τίποτε περισσότερο από αντανάκλαση της αποχώρησης δεκάδων εθνικών αντιπροσώπων στον ΟΗΕ, όταν ο Μπένιαμιν Νετανιάχου ανέβηκε στο βήμα. Κάποιος άλλος θα αντιτείνει πως όταν υπεραντιδράς, όπως οι Ιρλανδοί ποδοσφαιριστές και ένα μεγάλο μέρος του ιρλανδικού έθνους, κινδυνεύεις να χάσεις το δίκιο σου. Καθένας βλέπει και κρίνει για λογαριασμό του.

Η ουσία είναι πως οι Ιρλανδοί διεθνείς φέρθηκαν στους Ισραηλινούς συναδέλφους τους σαν σκουπίδια, σαν να τους έβλεπαν ντυμένους με στολές του «Τσαχάλ» ή των εποίκων της Δυτικής Οχθης, να σκοτώνουν αμάχους Παλαιστίνιους στη Γάζα και να γκρεμίζουν τα σπίτια τους. Ορισμένοι Ισραηλινοί ποδοσφαιριστές μπορεί και να έχουν κάνει τέτοια αίσχη, αλλά η ισοπέδωση των πάντων είναι μία άλλη ιστορία.

Κάνοντας τον δικηγόρο του διαβόλου (εν προκειμένω των Ιρλανδών), θα έλεγε κανείς πως η συμπεριφορά τους ήταν συμβολικό χάδι μπροστά στη γενοκτονική πολιτική του ισραηλινού κράτους. Ιστορικά, άλλωστε, η Ιρλανδία όχι μόνο δεν ήταν ποτέ αντισημιτική, αλλά με το Σύνταγμα του 1937 πρόσφερε ειδική προστασία τόσο στους ελάχιστους ντόπιους Εβραίους (σήμερα δεν ξεπερνούν τις 3-4 χιλιάδες) αλλά και στους φυγάδες από την ηπειρωτική Ευρώπη.

Οπως και να έχει, η βεντέτα είναι γεγονός. «Η χώρα μας είναι 10 φορές καλύτερη από την Ιρλανδία και πολύ πιο ισχυρή. Αν μας μισούν ούτε εμείς τους αγαπάμε», δήλωσε ο Ισραηλινός αρχηγός Μανόρ Σόλομον (παίζει στη Γουέστ Χαμ), σοκαρισμένος από την επιδεικτική άρνηση του Ιρλανδού ομολόγου του Ντάρα Ο΄ Σι να του δώσει το χέρι, γυρίζοντάς του την πλάτη και… βάζοντάς το στα πόδια.