GreeceΠήγαν στο Εφετείο για περισσότερα και έχασαν αποζημιώσεις €71.740.000 από την Τουρκία
Δύο Ελληνοκύπριοι που είχαν κερδίσει αποζημιώσεις €71.740.000 από την Τουρκία για τις περιουσίες τους στην κατεχόμενη Κερύνεια, βρέθηκαν τελικά να χάνουν ακόμη και τα χρήματα που τους είχαν επιδικαστεί, επειδή προσέφυγαν στο Εφετείο…
15 October 2026 · 18:00
Δύο Ελληνοκύπριοι που είχαν κερδίσει αποζημιώσεις €71.740.000 από την Τουρκία για τις περιουσίες τους στην κατεχόμενη Κερύνεια, βρέθηκαν τελικά να χάνουν ακόμη και τα χρήματα που τους είχαν επιδικαστεί, επειδή προσέφυγαν στο Εφετείο ζητώντας περισσότερα. Η υπόθεση έφτασε μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο με ομόφωνη απέρριψε την αίτησή τους για περαιτέρω εξέταση της υπόθεσης.
Το Εφετείο είχε ακυρώσει την αρχική απόφαση, κρίνοντας ότι η Τουρκία δεν μπορούσε να δικαστεί από κυπριακό δικαστήριο για τη συγκεκριμένη υπόθεση, καθώς προστατεύεται από την αρχή της κρατικής ασυλίας.
Ωστόσο, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν αποφάσισε αν η Τουρκία δικαιούται ή όχι να επικαλείται αυτή την ασυλία σε υποθέσεις ελληνοκυπριακών περιουσιών στα κατεχόμενα. Δεν εξέτασε ούτε αν το Εφετείο είχε εφαρμόσει σωστά τον νόμο.
Η απόρριψη της αίτησης βασίστηκε σε έναν διαφορετικό λόγο. Οι δύο ιδιοκτήτες δεν είχαν διατυπώσει συγκεκριμένο νομικό ερώτημα που να επιτρέπει, σύμφωνα με τη νομοθεσία, την εξέταση της υπόθεσης σε τρίτο βαθμό δικαιοδοσίας. Αντίθετα, σύμφωνα με το Ανώτατο, επιχειρούσαν ουσιαστικά να ασκήσουν νέα έφεση, κάτι που δεν επιτρέπεται.
Έτσι, η απόφαση του Εφετείου παραμένει σε ισχύ και οι αποζημιώσεις των €71.740.000 έκαναν φτερά (όχι ότι θα τα πλήρωνε ποτέ η Τουρκία, εφαρμόζοντας απόφαση κυπριακού Δικαστηρίου).
Κέρδισαν το 2019
Η υπόθεση ξεκίνησε με αγωγή που καταχώρισαν ο Ιωάννης Σεκέρσαββας και η αδελφή του Κατίνα Σάββα Κουνναμά εναντίον της Τουρκίας.
Οι δύο Ελληνοκύπριοι είναι ιδιοκτήτες ή δικαιούχοι εγγραφής μεγάλου αριθμού ακινήτων στην κατεχόμενη Κερύνεια και διεκδικούσαν αποζημιώσεις επειδή στερούνται τη δυνατότητα χρήσης και αξιοποίησης των περιουσιών τους.
Στις 30 Σεπτεμβρίου 2019, το Επαρχιακό Δικαστήριο Κερύνειας εξέδωσε απόφαση υπέρ τους. Η Τουρκική Δημοκρατία δεν είχε εμφανιστεί στη διαδικασία και η υπόθεση εκδικάστηκε με βάση την απόδειξη που παρουσίασαν οι ενάγοντες. Προφανώς δεν περίμενε κάποιος να εμφανιστεί στο Δικαστήριο εκπρόσωπος της Τουρκίας.
Το Δικαστήριο επιδίκασε στον Ιωάννη Σεκέρσαββα €33.440.000 και στην Κατίνα Σάββα Κουνναμά €38.300.000, μαζί με τόκους και δικαστικά έξοδα.
Συνολικά οι αποζημιώσεις ανέρχονταν σε €71.740.000.
Ωστόσο, οι δύο Ελληνοκύπριοι δεν είχαν ζητήσει μόνο χρηματική αποζημίωση. Επιδίωκαν επίσης την έκδοση δικαστικών διαταγμάτων με τα οποία να αναγνωρίζεται η κυριότητά τους επί των ακινήτων.
Παράλληλα, ζητούσαν να αναγνωριστεί από το Δικαστήριο ο παράνομος χαρακτήρας και η ακυρότητα της λεγόμενης Επιτροπής Ακίνητης Περιουσίας και του «ανώτερου διοικητικού δικαστηρίου», που λειτουργούν στα κατεχόμενα μέσω του ψευδοκράτους.
Το Επαρχιακό Δικαστήριο, παρότι επιδίκασε τις χρηματικές αποζημιώσεις, δεν εξέδωσε τα συγκεκριμένα διατάγματα.
Οι δύο ιδιοκτήτες δεν έμειναν ικανοποιημένοι και αποφάσισαν να προσφύγουν στο Εφετείο, επιδιώκοντας να εξασφαλίσουν και όσα αιτήματα δεν είχαν γίνει δεκτά.
Η έφεση ανέτρεψε τα πάντα
Η εξέλιξη της υπόθεσης όμως, ήταν αντίθετη από αυτή που προσδοκούσαν.
Στις 31 Οκτωβρίου 2024, το Εφετείο ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, περιλαμβανομένων και των αποζημιώσεων.
Η απόφαση στηρίχθηκε στην αρχή της κρατικής ασυλίας, που αποτελεί κανόνα του διεθνούς δικαίου.
Σύμφωνα με αυτή την αρχή, ένα κράτος προστατεύεται, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, από δικαστικές διαδικασίες που κινούνται εναντίον του σε δικαστήρια άλλων κρατών για πράξεις που αφορούν την άσκηση της κρατικής του εξουσίας.
Το Εφετείο έκρινε ότι η Τουρκική Δημοκρατία καλυπτόταν από αυτή την προστασία στη συγκεκριμένη υπόθεση και, επομένως, δεν μπορούσε να εναχθεί ενώπιον κυπριακού δικαστηρίου.
Με βάση αυτή την κρίση ακύρωσε την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου.
Το αποτέλεσμα ήταν οι δύο Ελληνοκύπριοι να βρεθούν σε χειρότερη θέση από εκείνη στην οποία βρίσκονταν πριν ασκήσουν έφεση.
Ενώ είχαν ήδη μια δικαστική απόφαση που τους επιδίκαζε €71.740, μετά την εκδίκαση της δικής τους έφεσης έμειναν χωρίς τις αποζημιώσεις και χωρίς τα πρόσθετα διατάγματα που ζητούσαν.
Αυτή ακριβώς η εξέλιξη αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα επιχειρήματα που προέβαλαν στη συνέχεια ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Στο Ανώτατο για την κρατική ασυλία της Τουρκίας
Μετά την απόφαση του Εφετείου, οι δύο ιδιοκτήτες ζήτησαν από το Ανώτατο Δικαστήριο να τους παραχωρήσει άδεια ώστε να εξεταστούν περαιτέρω τα νομικά ζητήματα που, κατά την άποψή τους, προέκυπταν από την απόφαση.
Στην αίτησή τους παρουσίασαν επτά λόγους για τους οποίους θεωρούσαν ότι το Εφετείο είχε αποφασίσει λανθασμένα.
Ο σημαντικότερος αφορούσε την κρατική ασυλία της Τουρκίας.
Υποστήριξαν ότι το Εφετείο έκανε λάθος θεωρώντας πως τα κυπριακά δικαστήρια δεν είχαν δικαιοδοσία να εξετάσουν την αγωγή τους.
Κατά τη θέση τους, η απόφαση αυτή παραβίαζε τόσο το διεθνές δίκαιο όσο και το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ισχυρίστηκαν επίσης ότι δεν τους είχε δοθεί η δυνατότητα να τοποθετηθούν για το ζήτημα της κρατικής ασυλίας πριν εκδοθεί η απόφαση. Όπως ανέφεραν, το Εφετείο δεν είχε προηγουμένως θέσει το συγκεκριμένο θέμα ώστε να μπορέσουν να αναπτύξουν τις θέσεις τους.
Επικαλέστηκαν ακόμη παραβίαση των συνταγματικών τους δικαιωμάτων στην ιδιοκτησία και στη δίκαιη δίκη, καθώς και άνιση μεταχείριση σε βάρος των Ελληνοκυπρίων.
Ένα επιπλέον επιχείρημά τους ήταν ότι δεν έπρεπε να χειροτερεύσει η θέση τους εξαιτίας της έφεσης που είχαν ασκήσει οι ίδιοι.
Στην προκειμένη περίπτωση, η έφεση δεν είχε απλώς απορριφθεί, αλλά είχε οδηγήσει στην ακύρωση μιας απόφασης που τους επιδίκαζε χρηματικές αποζημιώσεις.
Οι ιδιοκτήτες υποστήριξαν ακόμη ότι, αφού τα ακίνητα βρίσκονται στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, τα κυπριακά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εξετάζουν υποθέσεις που τα αφορούν.
Το αίτημα προς το Δικαστήριο της ΕΕ
Στην αίτησή τους περιέλαβαν επίσης ένα ζήτημα που αφορούσε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στις 20 Σεπτεμβρίου 2024, πριν από την έκδοση της εφετειακής απόφασης, είχαν υποβάλει αίτημα για παραπομπή συγκεκριμένου νομικού ερωτήματος στο ευρωπαϊκό δικαστικό όργανο.
Κατά την άποψή τους, μια απάντηση από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα μπορούσε να ξεκαθαρίσει τα νομικά ζητήματα που είχαν προκύψει.
Το Εφετείο απέρριψε το σχετικό αίτημα.
Οι δύο ιδιοκτήτες υποστήριξαν ενώπιον του Ανωτάτου ότι η απόρριψη έγινε χωρίς να εξεταστεί προηγουμένως το αίτημα και χωρίς να ακουστούν οι θέσεις τους.
Αμφισβήτησαν επίσης τη διαπίστωση του Εφετείου ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας δεν είχε εξεταστεί κατά την πρωτόδικη διαδικασία.
Με αυτά τα επιχειρήματα επιδίωκαν να πείσουν το Ανώτατο ότι υπήρχαν σοβαροί λόγοι για νέα εξέταση της υπόθεσης.
Δεν γίνεται έφεση στην έφεση
Το Ανώτατο Δικαστήριο επικεντρώθηκε στις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για να μπορεί μια υπόθεση να εξεταστεί σε τρίτο βαθμό.
Σύμφωνα με το άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου 33/1964, μια απόφαση του Εφετείου δεν μπορεί να προσβληθεί με νέα έφεση, όπως συμβαίνει με τις πρωτόδικες αποφάσεις.
Υπάρχει δυνατότητα εξέτασης από το Ανώτατο μόνο όταν προκύπτει συγκεκριμένο νομικό ζήτημα που πληροί τις προϋποθέσεις της νομοθεσίας.
Για παράδειγμα, μπορεί να χρειάζεται να ξεκαθαριστεί η σωστή ερμηνεία ενός νόμου, να αντιμετωπιστούν αντιφατικές δικαστικές αποφάσεις ή να απαντηθεί ένα σημαντικό νομικό ερώτημα που αφορά το δημόσιο συμφέρον.
Το γεγονός ότι ένας διάδικος διαφωνεί με το Εφετείο ή θεωρεί ότι η απόφασή του είναι λανθασμένη δεν αρκεί για να δοθεί άδεια.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, το Ανώτατο μελέτησε τόσο την αρχική απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου όσο και την απόφαση του Εφετείου. Εξέτασε επίσης τους επτά λόγους που παρουσίασαν οι δύο ιδιοκτήτες και τις θέσεις των δικηγόρων τους.
Κατέληξε ότι κανένας από τους επτά λόγους δεν διατύπωνε ένα συγκεκριμένο νομικό ερώτημα που θα μπορούσε να εξεταστεί στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας.
Αντίθετα, έκρινε ότι οι ιδιοκτήτες προσπαθούσαν να αποδείξουν πως το Εφετείο είχε κάνει λάθη.
Με άλλα λόγια, ζητούσαν από το Ανώτατο να εξετάσει ξανά την ουσία της έφεσής τους, ενώ ο νόμος δεν επιτρέπει μια τέτοια διαδικασία.
Το Ανώτατο τόνισε ότι ο ρόλος του σε αυτό το στάδιο δεν είναι να διορθώνει πιθανά λάθη του Εφετείου.
Η αρμοδιότητά του περιορίζεται στην εξέταση συγκεκριμένων νομικών ζητημάτων, όταν αυτά πληρούν τις απαιτήσεις του νόμου.
Στην απόφαση αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι η συγκεκριμένη διαδικασία δεν μπορεί να χρησιμοποιείται «ως όχημα για την απόκτηση μιας ακόμη ευκαιρίας αμφισβήτησης της εφετειακής κρίσης».
Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο η αίτηση απορρίφθηκε.
Τι αποφασίστηκε για την Τουρκία
Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν αποφάσισε ότι η Τουρκία απαλλάσσεται από την ευθύνη για τη στέρηση των ελληνοκυπριακών περιουσιών στα κατεχόμενα, ούτε αποφάνθηκε ότι οι συγκεκριμένοι ιδιοκτήτες δεν δικαιούνται αποζημιώσεις επειδή έχασαν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν τα ακίνητά τους.
Επίσης, δεν εξέτασε αν ήταν ορθή ή λανθασμένη η απόφαση του Εφετείου για την κρατική ασυλία της Τουρκίας.
Αυτό που αποφάσισε είναι ότι οι δύο Ελληνοκύπριοι δεν είχαν παρουσιάσει το απαιτούμενο νομικό ζήτημα ώστε να επιτραπεί η περαιτέρω εξέταση της υπόθεσης.
Επομένως, η κρίση του Εφετείου για την κρατική ασυλία της Τουρκίας εξακολουθεί να ισχύει στη συγκεκριμένη υπόθεση, χωρίς όμως να έχει εξεταστεί και επιβεβαιωθεί επί της ουσίας από το Ανώτατο.
Η διαφορά είναι ουσιαστική.
Το Εφετείο είχε κρίνει ότι η Τουρκία δεν μπορούσε να εναχθεί ενώπιον κυπριακού δικαστηρίου για τη συγκεκριμένη διαφορά.
Το Ανώτατο δεν έκρινε εκ νέου αυτό το ζήτημα. Αποφάσισε μόνο ότι δεν υπήρχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για να το εξετάσει.
Ως αποτέλεσμα, παραμένει σε ισχύ η απόφαση του Εφετείου της 31ης Οκτωβρίου 2024, με την οποία είχαν ακυρωθεί οι αποζημιώσεις των €71.740.000.
Η απόφαση δεν ανατρέπει ούτε αμφισβητεί γενικά τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα των Ελληνοκυπρίων στα κατεχόμενα. Αφορά τη δυνατότητα εκδίκασης της συγκεκριμένης αγωγής κατά της Τουρκίας και, στο τελευταίο στάδιο, τις προϋποθέσεις εξέτασής της από το Ανώτατο.
Η απόφαση εκδόθηκε ομόφωνα από τριμελή σύνθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αποτελούμενη από τους δικαστές Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α. Δαυίδ και Αλ. Παναγιώτου.
Τους δύο Ελληνοκύπριους εκπροσώπησε ο δικηγόρος Σ. Αγγελίδης, για το δικηγορικό γραφείο Ανδρέας Σ. Αγγελίδης ΔΕΠΕ, με τον Χρ. Παπασωτηρίου.
Από τη δικαίωση στην ακύρωση
Η δικαστική πορεία της συγκεκριμένης υπόθεσης παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη εξέλιξη.
Το 2019, οι δύο Ελληνοκύπριοι εξασφάλισαν απόφαση που τους επιδίκαζε συνολικά €71.740.000 για την απώλεια χρήσης και αξιοποίησης των περιουσιών τους στην κατεχόμενη Κερύνεια.
Το 2024, με δική τους έφεση, επεδίωξαν να εξασφαλίσουν επιπλέον δικαστικά διατάγματα. Αντί γι’ αυτό, το Εφετείο ακύρωσε και τις αποζημιώσεις, κρίνοντας ότι η Τουρκία προστατεύεται από την κρατική ασυλία.
Το 2026, προσπάθησαν να ανατρέψουν αυτή την εξέλιξη μέσω του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αλλά η αίτησή τους απορρίφθηκε επειδή δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του νόμου.
Έτσι, επτά χρόνια μετά την αρχική απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου, οι δύο ιδιοκτήτες έμειναν χωρίς τις αποζημιώσεις που τους είχαν επιδικαστεί και χωρίς τα πρόσθετα διατάγματα που διεκδικούσαν.
Η τελευταία δικαστική απόφαση δεν έδωσε απάντηση στο κατά πόσο η Τουρκία μπορεί να επικαλείται κρατική ασυλία σε τέτοιες υποθέσεις. Άφησε, όμως, σε ισχύ την προηγούμενη κρίση του Εφετείου, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την ακύρωση των αποζημιώσεων.
Πηγή – Cyprus Times








