Friday, 23 October 2026
Λευκωσία 28°
Διεθνής Αριστερά

Η Ιζαμπέλα Βέμπερ για το πώς μπορεί να ηττηθεί η ακροδεξιά

Το κλειδί για μια μακροπρόθεσμη λύση απέναντι στην ακροδεξιά είναι ένα οικονομικό πρόγραμμα που θα εγγυάται την ασφάλεια για όλους, συμπεριλαμβανομένης της προσιτής στέγασης και άλλων βασικών προϋποθέσεων για μια αξιοπρεπή ζωή, δηλώνει η…

23 October 2026 · 14:32

Το κλειδί για μια μακροπρόθεσμη λύση απέναντι στην ακροδεξιά είναι ένα οικονομικό πρόγραμμα που θα εγγυάται την ασφάλεια για όλους, συμπεριλαμβανομένης της προσιτής στέγασης και άλλων βασικών προϋποθέσεων για μια αξιοπρεπή ζωή, δηλώνει η Ιζαμπέλα Βέμπερ στο Jacobin.

Η οικονομολόγος Ιζαμπέλα Βέμπερ είναι ευρύτερα γνωστή για το έργο της πάνω σε αυτό που συχνά αποκαλείται «πληθωρισμός των πωλητών» (seller’s inflation) — την ικανότητα των εταιρειών με δεσπόζουσα θέση στην αγορά να αυξάνουν τις τιμές και να εκτοξεύουν τα κέρδη τους σε περιόδους κρίσης. Κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά την πανδημία της COVID-19, η Βέμπερ ήταν από τις πιο δυνατές φωνές που άσκησαν κριτική σε όσους αντιμετώπιζαν τον πληθωρισμό αποκλειστικά ως προϊόν υπερβολικής ζήτησης, προκαλώντας τότε την αποδοκιμασία των συστημικών οικονομολόγων. Έξι χρόνια μετά, τα επιχειρήματά της έχουν δικαιωθεί σε μεγάλο βαθμό. Είναι πλέον σαφές ότι, ενώ οι περιορισμοί στην προσφορά όντως προκάλεσαν την εκτίναξη ορισμένων τιμών, τα επακόλουθα σοκ κόστους οδήγησαν σε συντονισμένες εταιρικές ανατιμήσεις που διέδωσαν τον πληθωρισμό σε ολόκληρη την οικονομία.

Στο νέο της βιβλίο, Anti-Fascist Economics: In Defense of Affordability, Dignity, and Democracy (Αντιφασιστικά Οικονομικά: Υπερασπιζόμενοι την Προσιτότητα, την Αξιοπρέπεια και τη Δημοκρατία), στρέφεται σε ένα εξίσου πιεστικό πολιτικό ζήτημα: Τι χρειάζεται για να ανακοπεί το ανερχόμενο κύμα του ακροδεξιού εξτρεμισμού; Η απάντησή της είναι ένα εναλλακτικό οικονομικό σχέδιο, το οποίο χτίζει πάνω στο προηγούμενο έργο της και θέτει στο επίκεντρο την προσιτή πρόσβαση σε βασικά αγαθά και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Η Βέμπερ μίλησε στο Jacobin για το πώς θα έμοιαζε ένα οικονομικό σύστημα που θα έδινε προτεραιότητα στις υλικές ανάγκες των απλών ανθρώπων έναντι των εταιρικών κερδών, και πώς αυτό θα μπορούσε να συμβάλει στο να σταματήσει εν τη γενέσει της η προέλαση αυτού που ορισμένοι αποκαλούν φασισμό.

Μπαρτολομέο Σάλα: Στο νέο σας βιβλίο Anti-Fascist Economics, χτίζετε μια ισχυρή επιχειρηματολογία υπέρ μιας νέας «οικονομίας για τους απλούς ανθρώπους» ως το μοναδικό αντίδοτο στην απειλή ενός αναδυόμενου «φασισμού του τέλους του κόσμου» (end-times fascism).

Αφιερώνετε το κεντρικό μέρος του βιβλίου στο να δείξετε πώς το φαινόμενο «Τραμπ 2.0» ήταν εν τέλει απόρροια του υψηλού πληθωρισμού, ο οποίος εκτίναξε τις τιμές των βασικών αγαθών και ροκάνισε το βιοτικό επίπεδο των πολιτών. Ωστόσο, ξεκινάτε το βιβλίο επισημαίνοντας ότι η σημερινή απειλή για τη δημοκρατία δεν είναι αποτέλεσμα της κακής διαχείρισης μιας μεμονωμένης κρίσης. Αντιθέτως, είναι η αναπόφευκτη κατάληξη πενήντα ετών νεοφιλελευθερισμού και ενός συστήματος που βάζει τα κέρδη πάνω από όλα.

Πώς γίνεται ο νεοφιλελευθερισμός —με τη δογματική του εμμονή σε αυτό που εσείς αποκαλείτε «φονταμενταλισμό του κέρδους» και την περιορισμένη του αντίληψη για την ελευθερία ως υποταγή στον απρόσωπο κανόνα της αγοράς— να οδηγεί σχεδόν αναπόφευκτα στον φασισμό;

Ιζαμπέλα Βέμπερ: Μόνο μια διευκρίνιση πριν ξεκινήσουμε. Δεν θα έλεγα ότι ο νεοφιλελευθερισμός οδηγεί αναγκαστικά στον φασισμό. Πιστεύω ότι ο φασισμός είναι ένα πολύ περίπλοκο ιστορικό φαινόμενο με πολλαπλά αίτια, και η οικονομία είναι ένα από αυτά. Ωστόσο, νομίζω ότι είναι χρήσιμο να δούμε πως υπάρχει ένα είδος σύγκλισης μεταξύ των λογικών τους. Αυτό δεν σημαίνει ότι ταυτίζονται, αλλά ότι, στον πυρήνα τους, αποτελούν και τα δύο μορφές κοινωνικού δαρβινισμού.

Σε έναν νεοφιλελεύθερο κόσμο, κυριαρχεί η ιδέα ότι η αξία του καθενός πρέπει να καθορίζεται στην αγορά, ότι η αγορά δημιουργεί μια αξιοκρατική ιεραρχία. Αν είσαι πλούσιος και βρίσκεσαι στην κορυφή αυτής της ιεραρχίας, είναι επειδή έχεις ισχυρές ικανότητες, είσαι ανώτερος από τους άλλους, έχεις καταφέρει περισσότερα. Αντιστρόφως, αν είσαι φτωχός ή αν εξαρτάσαι από τα κοινωνικά επιδόματα, τότε αυτό είναι βασικά αποτέλεσμα της δικής σου έλλειψης ικανοτήτων. Υπό αυτή την έννοια, λοιπόν, ο νεοφιλελευθερισμός είναι ένας εξαιρετικά ιεραρχικός, βασισμένος στον ανταγωνισμό τρόπος θεώρησης του κόσμου. Στον φασισμό, δεν έχουμε μια ιεραρχία που καθιερώνεται μέσω της αγοράς, αλλά μια «φυσική» ιεραρχία. Πράγματι, η όλη ιδέα του φασισμού είναι ότι η παρακμή και η απελπισία του παρόντος είναι αποτέλεσμα παρεμβάσεων ενάντια σε αυτή τη φυσική ιεραρχία, και η δουλειά του φασισμού είναι να αποκαταστήσει ένα μυθικό παρελθόν όπου αυτή η φυσική ιεραρχία θα αφεθεί ξανά να λειτουργήσει ελεύθερα.

Αυτή η φυσική ιεραρχία, στην περίπτωση του φασισμού, θεωρεί ρητά ορισμένους πληθυσμούς αναλώσιμους. Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά με την κλιματική αλλαγή, όπου, αν την αφήσουμε να εξελιχθεί, ορισμένοι πληθυσμοί θα πεθάνουν, ή με την ενεργειακή κρίση, όπου, αν αφήσουμε τις τιμές της ενέργειας να εκραγούν, τα μέσα επιβίωσης κάποιων ανθρώπων ενδέχεται να καταστραφούν. Από τη νεοφιλελεύθερη οπτική γωνία, αυτό αποτελεί μια ατυχή παράπλευρη απώλεια. Δυστυχώς, η αγορά παράγει αποτελέσματα όπου τα μέσα επιβίωσης κάποιων ανθρώπων καταστρέφονται. Αυτό που κάνουν οι φασίστες είναι να ενστερνίζονται αυτή τη μαλθουσιανή λογική που είναι ριζωμένη στη νεοφιλελεύθερη σκέψη. Τη βλέπουν ως έναν μηχανισμό κάθαρσης, όπου ορισμένοι από αυτούς τους πλεονάζοντες πληθυσμούς εκκαθαρίζονται, δημιουργώντας έτσι περισσότερο χώρο για την ανώτερη φυλή.

Μπαρτολομέο Σάλα: Επομένως, ο φασισμός είναι ένα είδος έσχατης λύσης για τον νεοφιλελευθερισμό;

Ιζαμπέλα Βέμπερ: Μέχρι στιγμής μίλησα για τον νεοφιλελευθερισμό ως σύστημα σκέψης. Ωστόσο, ο νεοφιλελευθερισμός στην πράξη, ως καθεστώς οργάνωσης της οικονομίας μας, έχει επιφέρει θεαματική συγκέντρωση πλούτου, και ιδίως εταιρική συγκέντρωση. Για να σας δώσω απλώς ένα στατιστικό στοιχείο: το 1930, το κορυφαίο 0,1% των επιχειρήσεων, όσον αφορά την ιδιοκτησία περιουσιακών στοιχείων, κατείχε το 47% των παγίων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 2013, το κορυφαίο 0,1% κατείχε το 88% των περιουσιακών στοιχείων.

Το γεγονός ότι ο νεοφιλελευθερισμός επιφέρει αυτή τη συγκέντρωση εξουσίας και συγκαλύπτει τη συγκεκριμένη διαδικασία, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για να την εκμεταλλευτούν οι φασίστες, είναι η μία όψη του νομίσματος. Η άλλη όψη του να γίνονται κάποιοι άνθρωποι υπερβολικά πλούσιοι είναι, φυσικά, το ότι πολλοί άνθρωποι ζουν εξαιρετικά επισφαλείς ζωές, όντας διαρκώς στο έλεος της επόμενης αναταραχής της αγοράς. Για να είμαστε σαφείς, η οικονομική ανασφάλεια δεν είναι το ίδιο με τη φτώχεια, και συχνά εκείνοι που έχουν κάτι να χάσουν είναι οι πιο δεκτικοί στις υποσχέσεις της ακροδεξιάς. Είναι η έλλειψη εναλλακτικών —η οποία αποτελεί δομικό στοιχείο του νεοφιλελευθερισμού— και η αίσθηση αδυναμίας που τη συνοδεύει, που καθιστούν ελκυστική τη φασιστική υπόσχεση: την αποκατάσταση της αυταξίας των ανθρώπων, των οποίων οι ζωές έχουν υποβαθμιστεί για δεκαετίες, μέσω της επιστροφής σε ένα μυθικό παρελθόν φυλετικής καθαρότητας.

Μπαρτολομέο Σάλα: Το σημείο όπου αυτή η αδυναμία να ληφθούν σοβαρά υπόψη οι υλικές ανάγκες των απλών ανθρώπων εκδηλώθηκε με όλη της τη δύναμη και τελικά αποδείχθηκε μοιραία, είναι η ιδέα του «vibecession», δηλαδή η ιδέα ότι η αμερικανική οικονομία γνώριζε άνθηση μετά την πανδημία και ότι οι άνθρωποι που ένιωθαν το αντίθετο έκαναν απλώς λάθος.

Πολλά από τα επιχειρήματα που διατυπώσατε πριν από πέντε χρόνια —ότι περνούσαμε μια κρίση κόστους ζωής, υποκινούμενη από εταιρείες που αντιμετώπιζαν τα σοκ και τα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα ως δικαιολογία για να ανεβάσουν τις τιμές— έχουν πλέον γίνει ευρέως αποδεκτά. Ωστόσο, εκείνη την εποχή, η συζήτηση γύρω από τον υψηλό πληθωρισμό ήταν διχασμένη ανάμεσα σε εκείνους που υποστήριζαν τη λιτότητα και σε εκείνους που πρότειναν απλώς να περιμένουμε να περάσει η μπόρα. Τελικά, αυτή η πιο ήπια προσέγγιση επικράτησε, χωρίς όμως να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις από την εκτόξευση του κόστους ζωής.

Πού έκανε λάθος αυτή η προσέγγιση σχετικά με αυτό που τότε αποκαλέσατε «πληθωρισμό υποκινούμενο από τους πωλητές» (seller-induced inflation); Τι θα μπορούσε να είχε γίνει διαφορετικά; Ήταν η απροθυμία του Τζο Μπάιντεν να τηρήσει πιο σκληρή στάση απέναντι στις μεγάλες επιχειρήσεις και να κυνηγήσει τα κέρδη τους αποτέλεσε τελικά την αιτία για την πτώση των Δημοκρατικών;

Ιζαμπέλα Βέμπερ: Όσον αφορά το ποιος κέρδισε τη συζήτηση στο επίπεδο της χάραξης πολιτικής: είναι αλήθεια ότι η «Ομάδα της Αναμονής» επικράτησε όσον αφορά τη δημοσιονομική πολιτική, αλλά τελικά είχαμε επιθετικές αυξήσεις των επιτοκίων, που ήταν η συνταγή της «Ομάδας της Λιτότητας». Το γεγονός ότι το δημοσιονομικό σκέλος παρέμεινε ισχυρό, αντιστάθμισε εν μέρει τη νομισματική λιτότητα. Τέλος πάντων, συγχωρέστε με που μιλάω τόσο σαν καθηγήτρια…

Μπαρτολομέο Σάλα: Μα γι’ αυτό είμαστε εδώ!

Ιζαμπέλα Βέμπερ: Εντάξει, επιστρέφοντας στο θέμα του πληθωρισμού, νομίζω ότι πρέπει να συνειδητοποιήσουμε τι ακριβώς συνέβη σε αυτή την κρίση. Αρχικά, είχαμε μια πανδημία, την πρώτη παγκόσμια πανδημία εδώ και έναν αιώνα. Οι άνθρωποι ήταν είτε κλειδωμένοι στα σπίτια τους είτε εργάζονταν στην πρώτη γραμμή, εκτεθειμένοι στον ιό.

Στη συνέχεια, η οικονομία επανεκκίνησε. Ωστόσο, λόγω όλων των αναταραχών που είχαν προκαλέσει τα lockdown, ξαφνικά υπήρξαν πολλές ελλείψεις. Αυτές οι ελλείψεις δημιούργησαν ένα πρόσχημα για αυξήσεις τιμών, αλλά ο τρόπος που αυτό εκτυλίχθηκε εξαρτήθηκε από τον εκάστοτε τομέα: στην περίπτωση της ενέργειας, υπήρξε μια κατάρρευση της ζήτησης κατά τη διάρκεια των lockdown. Οι πετρελαϊκές εταιρείες τότε έκλεισαν μέρος της παραγωγικής τους ικανότητας. Όταν η ζήτηση επανήλθε, δεν βιάστηκαν καθόλου να επαναφέρουν την παραγωγή στα προηγούμενα επίπεδα. Αυτή η αναντιστοιχία έστειλε τις τιμές του πετρελαίου στα ύψη, και η ρωσική επίθεση στην Ουκρανία τις έκανε να εκραγούν. Το ερώτημα λοιπόν είναι: Πώς αντιδρά ο υπόλοιπος εταιρικός κόσμος σε μια αύξηση των τιμών της ενέργειας; Απορροφούν αυτή την αύξηση, ή τη μετακυλίουν με τρόπους που προστατεύουν τα περιθώρια κέρδους τους ή ίσως και να τα αυξάνουν; Αυτό που είδαμε είναι ότι ο εταιρικός τομέας στο σύνολό του κατάφερε να καταγράψει κέρδη-ρεκόρ καταμεσής αυτής της κρίσης.

Τώρα, αυτό είναι ένα οικονομικό ζήτημα. Ως ετερόδοξη οικονομολόγος, η τάση μου είναι πάντα να εστιάζω στις δομές, και η έρευνά μου δείχνει πώς οι καταστάσεις έκτακτης ανάγκης άνοιξαν παράθυρα ευκαιρίας για αυξήσεις τιμών. Ωστόσο, είναι επίσης ένα ζήτημα ηθικής και του πώς οργανώνουμε την κοινωνία και την οικονομία μας. Ο καπιταλισμός είναι πάντα ανήθικος, αλλά όταν, σε μια κατάσταση όπως αυτή —όπου οι άνθρωποι πάλευαν για την επιβίωσή τους και ο κόσμος ζούσε με τον φόβο απέναντι στην απειλή του ιού— η αντίδραση του εταιρικού τομέα είναι να ανεβάσει τις τιμές με τρόπους που παράγουν κέρδη-ρεκόρ, τότε αυτό φέρνει την ανηθικότητα του καπιταλισμού σε κοινή θέα. Γι’ αυτό οι άνθρωποι ήταν πολύ θυμωμένοι με αυτό που εγώ και άλλοι ονομάσαμε «πληθωρισμό της απληστίας» (greedflation).

Έπειτα, υπάρχει το ζήτημα της βιωμένης πραγματικότητας. Οι άνθρωποι συνεχίζουν να πηγαίνουν στη δουλειά κάθε μέρα και βλέπουν τις τιμές των βασικών αγαθών, από τα τρόφιμα και την ενέργεια μέχρι τη στέγαση και τις μεταφορές, να γίνονται όλο και πιο ακριβές. Αυτό τους εξαναγκάζει σε αδύνατες επιλογές, όπως το να διαλέξουν ανάμεσα στο να αγοράσουν ένα άλλο μεταχειρισμένο αυτοκίνητο επειδή το παλιό χάλασε, ή να πληρώσουν το ενοίκιο. Αυτό δημιουργεί ένα τεράστιο αίσθημα ανασφάλειας και άγχους. Αν η απάντηση είναι απλώς «Εντάξει, ας περιμένουμε να περάσει», αυτό αποτελεί άλλη μια απόδειξη της αδυναμίας της κυβέρνησης να δράσει.

Αυτή είναι η αντίφαση με την οποία ξεκινάω το βιβλίο. Υπό τον νεοφιλελευθερισμό, οι κυβερνήσεις λένε ότι η δημοκρατία είναι το σπουδαιότερο από όλα τα πολιτικά συστήματα, αλλά όταν πρόκειται για τις βασικές υλικές ανάγκες των ανθρώπων, δυστυχώς φαίνεται πως δεν μπορούν να κάνουν απολύτως τίποτα. Αυτό αποτελεί ήδη αντίφαση σε ομαλές περιόδους, αλλά γίνεται ακόμα μεγαλύτερη σε περιόδους κρίσης, διότι τότε η εμπιστοσύνη των πολιτών στη δημοκρατία υπονομεύεται θεμελιωδώς.

Μπαρτολομέο Σάλα: Και δεν πρόκειται για μεμονωμένες κρίσεις. Αν μη τι άλλο, θα γίνονται όλο και πιο συχνές.

Ιζαμπέλα Βέμπερ: Το έχουμε δει επανειλημμένα στις δημοσκοπήσεις. Καθώς ο πληθωρισμός κάλπαζε, όλο και περισσότεροι άνθρωποι άρχισαν να επιρρίπτουν τις ευθύνες για τις υψηλές τιμές στις εταιρείες, πιστεύοντας ότι η κυβέρνηση πρέπει να παρέμβει και να επιβάλει ελέγχους τιμών. Όπως λέτε, αυτό δεν είναι μακρινή ιστορία και αυτά τα σοκ δεν είναι τυχαία. Βρισκόμαστε σε μια παγκόσμια κρίση αποσύνθεσης του φυσικού μας περιβάλλοντος και της γεωπολιτικής τάξης, η οποία καθιστά αναπόφευκτα τα μελλοντικά και συχνά σοκ.

Τα αντιφασιστικά οικονομικά περιλαμβάνουν πολλά περισσότερα από τους στοχευμένους ελέγχους τιμών στα βασικά αγαθά. Ωστόσο, σε μια περίοδο κρίσης όπως η δική μας, το ζήτημα της σταθεροποίησης των τιμών για τα αγαθά χωρίς τα οποία οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζήσουν, είναι εντέλει ζήτημα του κατά πόσο η κυβέρνηση προτίθεται να παρέμβει για να διασφαλίσει την πρόσβαση των πολιτών σε προσιτές συνθήκες διαβίωσης, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι θα πάει κόντρα στα συμφέροντα ισχυρών εταιρειών ή όσων επιμένουν ότι η αγορά είναι ο μοναδικός κριτής, εκθέτοντας έτσι τους ψηφοφόρους τους σε βαθιά ανήθικα αποτελέσματα.

Μπαρτολομέο Σάλα: Όπως γράφετε στο κεφάλαιο «Το Κεφάλαιο Δεν θα Σώσει τη Δημοκρατία», οι καπιταλιστές και οι φασίστες είναι φυσικοί σύμμαχοι σήμερα, ακριβώς όπως ήταν και τη δεκαετία του 1930 — όχι μόνο επειδή οι δεύτεροι γεμίζουν τις τσέπες των πρώτων όταν ξεπουλάνε το κράτος κομμάτι-κομμάτι, αλλά επειδή οι φασίστες αποτελούν το καλύτερο ανάχωμα για τα μονοπώλιά τους. Πράγματι, οι δύο τους μοιράζονται έναν κοινό εχθρό: τα «δημοκρατικά κράτη… όταν ρυθμίζουν τις επιχειρηματικές δραστηριότητες προς το κοινό συμφέρον, προστατεύουν το περιβάλλον ή προασπίζονται τα εργασιακά δικαιώματα». Μπορείτε να μας πείτε γιατί η ανίερη συμμαχία μεταξύ των «Ανθρώπων του Νταβός» (Davos Men) και αυταρχικών ηγετών όπως ο Ντόναλντ Τραμπ δεν αποτελεί ανωμαλία, αλλά μια φυσιολογική εξέλιξη;

Ιζαμπέλα Βέμπερ: Καταρχάς, ένα από τα πράγματα που μου έκανε πραγματικά εντύπωση ευρισκόμενη στο Νταβός το 2025, κατά τη διάρκεια της ορκωμοσίας του Τραμπ, ήταν ότι μεγάλα τμήματα της επιχειρηματικής κοινότητας μου φάνηκαν περισσότερο ως ακόλουθοι παρά ως ηγέτες. Πολλοί από αυτούς δεν είχαν δωρίσει χρήματα στην εκστρατεία του Τραμπ, αλλά τη στιγμή που άλλαξαν οι ισορροπίες ισχύος, συντάχθηκαν μαζί του. Είναι φονταμενταλιστές του κέρδους και, ως τέτοιοι, θα πηγαίνουν πάντα με το μέρος της εξουσίας.

Τώρα, όσον αφορά την ερώτησή σας για τον ρόλο του δημοκρατικού κράτους σε αυτό το πλαίσιο, βρήκα την ομιλία του Χαβιέρ Μιλέι στο Νταβός πολύ αποκαλυπτική. Είναι πρόεδρος μιας χώρας, φυσικά, αλλά επιμένει ότι όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Δύση είναι αποτέλεσμα του φεμινιστικού «wokeness», κάτι που μας επιστρέφει ξανά στη φασιστική ιδέα ότι υπάρχουν φυσικές ιεραρχίες και ότι, αν προσπαθήσεις να παρέμβεις, ανατρέπεις τη φυσική τάξη. Η διάγνωσή του για την παρακμή της Δύσης είναι απλώς: «αν είχε επικρατήσει η ελεύθερη επιχειρηματικότητα στην πιο αγνή της μορφή, τότε δεν θα είχαμε αυτή την παρέκκλιση». Έτσι νομίζω ότι ένας άνθρωπος σαν τον Μιλέι καταλήγει να ενσαρκώνει τη σύγκλιση μεταξύ νεοφιλελευθερισμού και φασισμού για την οποία μιλήσαμε στην αρχή.

Ως προς το τι πραγματικά συμβαίνει σχετικά με το ποιους τελικά εξυπηρετεί η παγκοσμιοποίηση, το πρώτο «κινεζικό σοκ» ήταν στην ουσία ένα σοκ εξωτερικής ανάθεσης (outsourcing). Η Κίνα ήταν μόνο το ένα μέρος της ιστορίας. Το άλλο μέρος ήταν οι πολυεθνικές εταιρείες με έδρα τη Δύση, οι οποίες ήταν απολύτως πρόθυμες να θυσιάσουν ένα σημαντικό μερίδιο της εργατικής τάξης σε Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες. Το δεύτερο «κινεζικό σοκ» είναι κάτι εντελώς διαφορετικό, γι’ αυτό και ο όρος είναι κάπως παραπλανητικός. Σε αυτό το σοκ, η σχεδόν απόλυτη κυριαρχία των δυτικών εταιρειών βρίσκεται ξαφνικά υπό απειλή, καθώς κινεζικές επιχειρήσεις, πλησιάζοντας την αιχμή της τεχνολογίας σε τομείς-κλειδιά, αρχίζουν να αποτελούν σοβαρή πρόκληση για μια παγκόσμια ιεραρχία στον διεθνή καταμερισμό εργασίας, η οποία χρονολογείται από τον δέκατο ένατο αιώνα.

Το ενδιαφέρον είναι ότι, από τη στιγμή που η έκθεση στις αγορές, οι ελεύθερες ροές κεφαλαίων και το ανοιχτό εμπόριο δεν λειτουργούν πλέον μονοσήμαντα προς όφελος των εταιρειών με δυτική έδρα, η πίστη σε αυτά τα φιλελεύθερα ιδεώδη αρχίζει να αντιστρέφεται. Αντ’ αυτού, μια ακραία στάση κατά της Κίνας, τύπου «με κάθε αναγκαίο μέσο», καταλήγει να γίνεται η κυρίαρχη τάση. Αυτό που υποστηρίζω είναι ότι το παραπάνω αποτελεί ένα κρίσιμο πλαίσιο, το οποίο πρέπει να αναγνωρίσουμε όταν εξετάζουμε το πώς η παγκοσμιοποίηση νεοφιλελεύθερου τύπου καταστρέφεται και αντικαθίσταται από ομοβροντίες δασμών και γεωπολιτικούς ελιγμούς, που ρίχνουν στο παιχνίδι ολόκληρη την εργαλειοθήκη της κρατικής ισχύος προκειμένου να οχυρωθεί ένας συγκεκριμένος παγκόσμιος καταμερισμός εργασίας.

Μπαρτολομέο Σάλα: Αν το μόνο εφικτό είναι ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος μεταξύ κρατών και εταιρειών, ο καλύτερος τρόπος για να ξεπεράσεις την κρίση είναι να την προσκαλέσεις και να ελπίζεις ότι θα κερδίσεις, ώστε τουλάχιστον σε αυτόν τον κόσμο του μηδενικού αθροίσματος να είσαι εσύ αυτός που έχει το πάνω χέρι.

Ιζαμπέλα Βέμπερ: Ακριβώς, πρόκειται για έναν ανταγωνισμό μηδενικού αθροίσματος, ο οποίος πλέον διεξάγεται με διαφορετικά μέσα κατά μία έννοια, αλλά δεν παύει να είναι ένας ανταγωνισμός μηδενικού αθροίσματος.

Μπαρτολομέο Σάλα: Θα μπορούσατε να μας μιλήσετε λίγο πιο συγκεκριμένα για το πώς αντιλαμβάνεστε τα αντιφασιστικά οικονομικά;

Ιζαμπέλα Βέμπερ: Μια σημαντική πηγή έμπνευσης είναι ο Καρλ Πολάνυι, ο οποίος ήθελε να γράψει ένα βιβλίο, το «Γενικό Σχέδιο για τον Κοινό Άνθρωπο» (Masterplan for the Common Man), ως ένα έργο αντιφασιστικών οικονομικών. Για εκείνον, όταν υπάρχει μια κρίση που απειλεί το υπαρξιακό θεμέλιο της ζωής των ανθρώπων, αναδύονται αυτά που ονομάζει «αντικινήματα» (countermovements). Ο φασισμός είναι ένα αντικίνημα που στοχεύει στην οχύρωση μιας τάξης πραγμάτων θεμελιωμένης στον φονταμενταλισμό του κέρδους, μέσω της κρατικής βίας. Αυτό που υποστηρίζω εγώ είναι η ανάγκη για ένα αντικίνημα απέναντι στον σημερινό «φασισμό του τέλους του κόσμου» —για να χρησιμοποιήσω τον όρο της Ναόμι Κλάιν και της Άστρα Τέιλορ — το οποίο θα έχει ως πρωταρχικό του στόχο τη διασφάλιση των υλικών θεμελίων διαβίωσης των ανθρώπων ως προϋπόθεση για μια αξιοπρεπή ζωή.

Η αφετηρία για αυτό είναι, εντελώς πρακτικά, τα βασικά αγαθά για την κάλυψη των ανθρώπινων αναγκών και τα συστήματα παραγωγής. Διότι, προφανώς, για να ικανοποιήσουμε αυτές τις ανάγκες, πρέπει να έχουμε εγκαθιδρύσει συγκεκριμένες παραγωγικές δομές. Αυτός είναι ο πυρήνας. Έπειτα, υπάρχουν οι πολιτικές προσιτότητας που τα συνδέουν όλα αυτά — μέτρα όπως το πάγωμα των ενοικίων, ένα καλάθι αγαθών με ελεγχόμενες τιμές, οι δωρεάν δημόσιες συγκοινωνίες ή η δημόσια ιδιοκτησία της ενέργειας και οι προσιτές υπηρεσίες κοινής ωφέλειας. Αυτές είναι πολιτικές που προσφέρουν άμεση ανακούφιση.

Ωστόσο, για να μπορέσει να διατηρηθεί μια παρέμβαση στις τιμές, πρέπει να αλλάξουν οι δομές εφοδιασμού σε αυτούς τους βασικούς τομείς. Και αυτό, σε τελική ανάλυση, είναι ένα ζήτημα ιδιοκτησίας. Δεδομένου ότι βρισκόμαστε σε αυτή την παγκόσμια κρίση διαβίωσης, δεν αρκεί να ρίξουμε την τιμή της βενζίνης και έτσι να κάνουμε τη ζωή πιο προσιτή για τους ανθρώπους που οδηγούν, ενώ παράλληλα εμείς καίμε όλο και περισσότερο πετρέλαιο και αφήνουμε τον πλανήτη να καεί. Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τα μέτρα σταθεροποίησης των τιμών ώστε να κερδίσουμε χρόνο για τη δομική αλλαγή: εκείνη που μπορεί να μας οδηγήσει σε μια κατάσταση όπου η χρήση των φυσικών πόρων θα γίνει συμβατή με τη συνέχιση της ανθρώπινης ζωής στον πλανήτη Γη. Αυτό ίσως να ακούγεται κάπως δραματικό, αλλά νομίζω ότι αυτό είναι που πραγματικά διακυβεύεται εδώ.

Μπαρτολομέο Σάλα: Πώς μπορεί αυτή η οικονομική οπτική, που ξεκινά από τις βασικές ανάγκες των ανθρώπων, να λειτουργήσει χέρι-χέρι με την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής και την απάντηση στις ανησυχίες για την παγκοσμιοποίηση;

Ιζαμπέλα Βέμπερ: Ο Πολάνυι διατυπώνει την ιδέα ότι η γη, η εργασία και το χρήμα αποτελούν βασικά αγαθά. Εγώ, ουσιαστικά, διευρύνω αυτή την κατηγορία λέγοντας ότι όλα τα πράγματα από τα οποία εξαρτάται η ζωή μας είναι βασικά, διότι είναι ψέμα ότι όλα αυτά μπορούν απλώς να λειτουργήσουν όπως η αγορά για τα πλαστικά παιχνίδια ή τις τσίχλες. Αν το ενοίκιο είναι υπερβολικά υψηλό, δεν μπορείς απλώς να μειώσεις τη ζήτησή σου. Χρειάζεσαι στέγη και ένα μέρος για να ζήσεις. Και για μια αξιοπρεπή ζωή, πρέπει επίσης να μπορείς να ζεις εκεί που βρίσκονται οι φίλοι και η οικογένειά σου. Δεν γίνεται να μετακινείσαι σαν ένα εναλλάξιμο άτομο από το ένα μέρος στο άλλο επειδή αυξήθηκε το ενοίκιο. Στο φαγητό, τα πράγματα είναι ακόμα πιο ξεκάθαρα. Δεν μπορείς να πεις «η τιμή του φαγητού ανέβηκε, οπότε δεν θα φάω».

Το ερώτημα λοιπόν γίνεται το εξής: Πώς οργανώνεις τον καθένα από αυτούς τους τομείς με τρόπους που να επιτυγχάνουν βραχυπρόθεσμη προσιτότητα στις τιμές, αλλάζοντας παράλληλα τη δομή του εφοδιασμού προς όφελος, μεταξύ άλλων, της κλιματικής σταθεροποίησης; Αυτό που προτείνω στην περίπτωση της γεωργίας είναι τα συστήματα ρυθμιστικών αποθεμάτων (buffer stock systems), ιδανικά σε πολυμερές επίπεδο. Να υπάρχει δηλαδή ένας δημόσιος φορέας διατήρησης αποθεμάτων, ο οποίος θα αγοράζει όταν οι τιμές καταρρέουν λόγω υπερπαραγωγής και θα πουλάει όταν προκύπτει ένα σοκ προσφοράς που περιορίζει τη διαθεσιμότητα και εκτινάσσει τις τιμές. Το αποτέλεσμα ενός τέτοιου φορέα δεν θα ήταν μόνο η σταθεροποίηση των τιμών, αλλά και η αλλαγή της δυναμικής σε μια αγορά όπου, αυτή τη στιγμή, τέσσερις παγκόσμιες εταιρείες εμπορίας βασικών διατροφικών αγαθών ελέγχουν το 70% με 90% του παγκόσμιου εμπορίου τροφίμων.

Αν διαθέτεις τέτοια συστήματα δημόσιων αποθεμάτων, ουσιαστικά στήνεις έναν τεράστιο μηχανισμό προμηθειών, επειδή αρχίζεις να αγοράζεις σιτηρά και άλλα ανθεκτικά βασικά αγαθά σε μεγάλη κλίμακα. Αυτό σου επιτρέπει να θέσεις όρους: να αγοράζεις, για παράδειγμα, μόνο συγκεκριμένους τύπους σιτηρών που είναι ανθεκτικοί στην κλιματική αλλαγή ή που έχουν παραχθεί με έναν συγκεκριμένο, φιλικό προς το περιβάλλον τρόπο. Στη συνέχεια, θα μπορούσες —και μάλιστα θα έπρεπε— να το συνδυάσεις με μια πολιτική προμηθειών και βιομηχανικής ανάπτυξης για «πράσινα» λιπάσματα. Αναπτύσσοντας αυτή τη δημόσια ικανότητα, δημιουργείς παράλληλα έναν μοχλό πίεσης που μπορείς να χρησιμοποιήσεις για να αλλάξεις τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η παραγωγή τροφίμων στη γεωργία, σε έναν τομέα δηλαδή που είναι από τους πιο δύσκολους ως προς την απανθρακοποίηση. Αντίθετα, αν παρέμβεις επιβάλλοντας τιμολόγηση του άνθρακα σε ένα περιβάλλον ήδη υψηλού πληθωρισμού, όπου οι τιμές των τροφίμων έχουν αυξηθεί πάνω από 30% από το 2019, όπως συμβαίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες, το μόνο που καταφέρνεις είναι να κάνεις τα πράγματα χειρότερα.

Η ίδια αρχή ισχύει και για τη στεγαστική κρίση. Αν εφαρμόσεις πάγωμα των ενοικίων, το επόμενο βήμα είναι να δημιουργήσεις περισσότερη δημόσια στέγαση. Σε μια πόλη όπως το Βερολίνο, αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει την κοινωνικοποίηση των μεγάλων εταιρικών ιδιοκτητών και των εταιρειών real estate, οι οποίες ελέγχουν ήδη σημαντικό μερίδιο της προσφοράς κατοικίας. Αν αναλάβεις αυτό το απόθεμα κατοικιών και το περάσεις σε δημόσια χέρια, δημιουργείς μια δημόσια εναλλακτική που έχει τεράστιο αντίκτυπο στο τι συμβαίνει στη συνολική αγορά κατοικίας. Προφανώς πρέπει να χτίσεις κι άλλα, αλλά μπορείς πλέον να διασφαλίσεις ότι αυτό θα γίνει με οικολογικό τρόπο. Το ίδιο ισχύει και για την ενέργεια. Και έπειτα, όταν πάρεις και τα τρία αυτά μαζί και προσθέσεις κι άλλα βασικά αγαθά, όπως οι μεταφορές, μπαίνεις πραγματικά σε ένα πεδίο όπου αντιμετωπίζεις πια ένα σημαντικό μερίδιο της χρήσης πόρων και των εκπομπών ρύπων στην οικονομία σου.

Μπαρτολομέο Σάλα: Εξαιρετικά. Είναι κρίμα που δεν προλάβαμε να υπεισέλθουμε πραγματικά στο ζήτημα του παγκόσμιου εμπορίου και στο πώς μια τέτοια ατζέντα θα εξάλειφε τις αιτίες για την αναζωπύρωση του ανταγωνισμού και του ιμπεριαλισμού. Δεν ξέρω αν έχετε κάποιες τελευταίες σκέψεις να προσθέσετε;

Ιζαμπέλα Βέμπερ: Για να κλείσουμε: η κεντρική ιδέα είναι να βάλουμε ένα «κατώτατο όριο» ασφαλείας στη διαβίωση των ανθρώπων, εγγυώμενοι προσιτές συνθήκες ζωής με τέτοιον τρόπο ώστε, σε βάθος χρόνου, να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο παρέχονται αυτά τα αγαθά. Ταυτόχρονα, όμως, βάζουμε και ένα «ταβάνι» στις ακραίες μορφές πλούτου και εταιρικής ισχύος. Αυτό σημαίνει, φυσικά, φορολόγηση των υπερπλουσίων, αντιμονοπωλιακούς νόμους με τη βούληση να «σπάσουν» οι μεγάλες εταιρείες, αλλά και δημόσιες εναλλακτικές  και δημόσια ιδιοκτησία. Διότι, όταν δημιουργείς δημόσιες εναλλακτικές, δημιουργείς και μια δημόσια ισχύ που μπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο.

Τώρα, αν το δει κανείς από μακροοικονομική σκοπιά, αυτό που προτείνω είναι επίσης ένα καθεστώς «ετοιμότητας για τον πληθωρισμό» (inflation preparedness). Διότι, όταν χτυπούν οι κρίσεις, δεν πρέπει να αφήνεις τις τιμές της ενέργειας και των τροφίμων να εκτοξεύονται, δημιουργώντας αλυσιδωτές επιπτώσεις σε ολόκληρη την οικονομία, για να αντιδράσεις στη συνέχεια με αυξήσεις επιτοκίων. Τέτοιες αυξήσεις όχι μόνο πετούν τους ανθρώπους στην ανεργία, αντιμετωπίζοντας τη ζωή τους ως παράπλευρη απώλεια, αλλά επιπλέον καθιστούν τις επενδύσεις που απαιτούνται για να αλλάξουν οι δομές της οικονομίας πολύ πιο ακριβές και απρόσιτες. Η ετοιμότητα για τον πληθωρισμό, όπως την έχω περιγράψει, υποβαθμίζει τον ρόλο του τυφλού εργαλείου της νομισματικής λιτότητας. Αυτό σημαίνει ότι απελευθερώνεται χώρος για πολιτικές όπως η πλήρης απασχόληση, όπου, επενδύοντας σε αυτούς τους βασικούς τομείς, θα δημιουργούσαμε παράλληλα χρήσιμες και αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας. Και με αυτή τη μορφή δημόσιας δημιουργίας θέσεων εργασίας, ουσιαστικά χτίζεις εκ νέου έναν δημόσιο ανταγωνισμό απέναντι στους ιδιώτες εργοδότες, προσφέροντας το είδος των εργασιακών συνθηκών που είναι απαραίτητες για μια αξιοπρεπή ζωή. Το δικαίωμα σε μια καλή εργασία με ουσιαστικό νόημα γίνεται μια ρεαλιστική προοπτική. Επομένως, αν τα συνθέσεις όλα αυτά, συγκροτούν ένα συνεκτικό πρόγραμμα, ακόμα και από μακροοικονομική άποψη.

Όσον αφορά τώρα τη διεθνή διάσταση, αυτό που υποστηρίζω είναι ότι η προσιτότητα του κόστους ζωής αποτελεί επίσης ζήτημα ειρήνης. Το βλέπουμε πολύ καθαρά με τον πόλεμο στο Ιράν. Η προσπάθεια για ειρήνη είναι στην πραγματικότητα προσπάθεια για διαρκή προσιτότητα αγαθών. Επομένως, σε επίπεδο διεθνούς εμπορίου, προτείνω να ξεπεράσουμε το δίπολο μεταξύ εθνικιστικού προστατευτισμού και φιλελεύθερου ελεύθερου εμπορίου. Πρέπει να περάσουμε σε μορφές διαχειριζόμενου εμπορίου (managed trade), οι οποίες θα οργανώνονται τόσο προς το συμφέρον των χωρών του Παγκόσμιου Νότου που παράγουν βασικά εμπορεύματα και είναι εξαιρετικά ευάλωτες στις διακυμάνσεις των τιμών, όσο και προς το συμφέρον των εργαζομένων σε ολόκληρο τον κόσμο.

Jacobin

Πηγή – Commonality

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Στήριξε την ανεξάρτητη ενημέρωση

Επίλεξε τη συνδρομή που προτιμάς. Η ασφαλής πληρωμή ολοκληρώνεται μέσω Stripe.