Monday, 2 November 2026
Λευκωσία 21°
Cyprus

Δίκη Αββακούμ:Στο επίκεντρο οι οικονομικές σχέσεις με Μητρόπολη

Τις οικονομικές σχέσεις μεταξύ της Μητρόπολης Ταμασού και της Ιεράς Μονής Οσίου Αββακούμ, με αναφορά και στη μεταβίβαση ακινήτου από τη Μητρόπολη προς τη Μονή στο πλαίσιο διευθέτησης οφειλής, εξέτασε τη Δευτέρα η υπεράσπιση…

2 November 2026 · 16:32

      

Τις οικονομικές σχέσεις μεταξύ της Μητρόπολης Ταμασού και της Ιεράς Μονής Οσίου Αββακούμ, με αναφορά και στη μεταβίβαση ακινήτου από τη Μητρόπολη προς τη Μονή στο πλαίσιο διευθέτησης οφειλής, εξέτασε τη Δευτέρα η υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του αρχιμανδρίτη Διονυσίου Κοπτίδη ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας.

Η υπεράσπιση υπέβαλε ότι η μεταβίβαση έγινε ως ένδειξη εκτίμησης προς τους μοναχούς, με τον μάρτυρα να απαντά ότι «μεταβιβάσεις κτημάτων δεν γίνονται ως ένδειξη σεβασμού».

Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, η υπεράσπιση του πρώτου κατηγορουμένου, πατρός Νεκτάριου, μέσω της δικηγόρου Μαρίας Κέστωρος, αναφέρθηκε αρχικά στην πορεία του στην Εκκλησία και στις χειροτονίες του, καθώς και στις τελετές κατά τις οποίες έλαβε τα εκκλησιαστικά αξιώματα του πνευματικού, του αρχιμανδρίτη και του ηγουμένου. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι είχε παρευρεθεί στην ενθρόνισή του ως ηγουμένου, όχι όμως και στις υπόλοιπες τελετές.

Σε σχέση με τη λειτουργία της Μονής, ο μάρτυρας ανέφερε ότι μετά τα γεγονότα της 5ης Μαρτίου 2024 είχε στην κατοχή του τα κλειδιά της εισόδου και του γραφείου της Μονής, καθώς είχε αναλάβει καθήκοντα διαχειριστή κατόπιν απόφασης του Μητροπολίτη. Σε υποβολή της υπεράσπισης ότι η Μονή αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα, ο μάρτυρας διαφώνησε, σημειώνοντας ότι υπάγεται στη Μητρόπολη Ταμασού.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στη συμφωνία της 6ης Φεβρουαρίου 2024 μεταξύ της Μητρόπολης Ταμασού και της Μονής Οσίου Αββακούμ. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι η συμφωνία σχετιζόταν με τη διευθέτηση οφειλών που αφορούσαν κεφαλαιουχικούς φόρους και τρέχουσες δαπάνες, ενώ η εξόφληση του υπόλοιπου ποσού από τη Μητρόπολη προς τη Μονή προβλεπόταν να γίνει μέσω μεταβίβασης οικιστικού τεμαχίου.

Όπως είπε, τη συμφωνία υπέγραψε εκ μέρους της Μητρόπολης ο Μητροπολίτης Ταμασού, ενώ εκ μέρους της Μονής υπέγραψε ο δεύτερος κατηγορούμενος, πατήρ Πορφύριος. Ο πρώτος κατηγορούμενος, ως ηγούμενος τότε της Μονής, δεν υπέγραψε, καθώς, σύμφωνα με τον μάρτυρα, είχε δηλώσει ότι δεν μπορούσε να παρευρεθεί. Όπως ανέφερε ο μάρτυρας, κατά την εξέταση στοιχείων της συγκεκριμένης περιόδου είχε εντοπίσει ανανέωση συνδρομής σε διαδικτυακή πλατφόρμα γνωριμιών, η οποία, όπως είπε, είχε χρεωθεί στην κάρτα του πρώτου κατηγορουμένου και φέρεται να είχε πραγματοποιηθεί εκείνη τη μέρα.

Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι η μεταβίβαση του ακινήτου δεν αποτελούσε εξόφληση οφειλής, αλλά έγινε ως ένδειξη εκτίμησης προς τους μοναχούς για την οικονομική στήριξη που είχαν προσφέρει στη Μητρόπολη. Η κ. Κέστωρος υπέβαλε, μάλιστα, ότι ο Μητροπολίτης επιθυμούσε να προχωρήσει στη μεταβίβαση ως ένδειξη ευχαριστίας προς τη Μονή για ποσά που, όπως ανέφερε, είχαν καταβληθεί σε επικοινωνιολόγους του κατά την προεκλογική του εκστρατεία, καθώς και προς τον αδελφό του. Ο μάρτυρας απέρριψε την υποβολή, προσθέτοντας ότι «κανένας δεν μεταβιβάζει σε μονές τεμάχια για τέτοιου είδους ενέργειες».

Σε υποβολή της υπεράσπισης ότι η διαδικασία ενώπιον του Επισκοπικού Δικαστηρίου ήταν «παρωδία», ο μάρτυρας ανέφερε ότι επρόκειτο για εκκλησιαστική διαδικασία και πρόσθεσε ότι η Εκκλησία έχει, βάσει του Συντάγματος, το δικαίωμα να διαχειρίζεται εσωτερικά τις υποθέσεις της.

Ερωτηθείς για τις επτά επιταγές συνολικού ύψους €18.776,58, οι οποίες εκδόθηκαν από τον λογαριασμό της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου στο Φτερικούδι μεταξύ 20 Ιουνίου και 13 Ιουλίου 2020, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είχε λάβει σχετικά πρακτικά συνεδριάσεων της εκκλησιαστικής επιτροπής. Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι τα χρήματα κατατέθηκαν σε λογαριασμό των κατηγορουμένων προκειμένου να πληρωθούν σε μετρητά έμποροι και πιστωτές της εκκλησίας, οι οποίοι δεν δέχονταν επιταγές.

Ο μάρτυρας απάντησε ότι οι πληρωμές θα μπορούσαν να γίνουν απευθείας από το ταμείο του ναού προς τους προμηθευτές, προσθέτοντας ότι η κατάθεση χρημάτων σε προσωπικό λογαριασμό δημιουργεί ενδείξεις προσωπικού οφέλους.

Στη συνέχεια, η αντεξέταση του μάρτυρα από τον δικηγόρο του δεύτερου κατηγορουμένου, πατρός Πορφυρίου, Ευστάθιο Ευσταθίου, επικεντρώθηκε, μεταξύ άλλων, στις ενέργειες που έγιναν στη Μονή στις 5 Μαρτίου 2024, καθώς και στις συνθήκες υπό τις οποίες λήφθηκαν αποφάσεις σχετικά με τους κατηγορουμένους ενώπιον του Επισκοπικού Δικαστηρίου.

Ο μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι ορισμένες ενέργειες της 5ης Μαρτίου έγιναν από τον ίδιο κατόπιν οδηγιών του Μητροπολίτη, περιλαμβανομένης της προετοιμασίας εγγράφων για τις ποινές και τις παραδοχές ενώπιον του Επισκοπικού Δικαστηρίου, καθώς και εξουσιοδοτήσεων για την είσοδο κληρικών και λαϊκών στη Μονή.

Αναφορικά με το οπτικοακουστικό υλικό από τις κάμερες της Μονής, ο μάρτυρας είπε ότι αυτό φυλασσόταν στη Μητρόπολη και αναφέρθηκε σε απόσπασμα απομαγνητοφώνησης συνομιλίας μεταξύ των δύο κατηγορουμένων, ημερομηνίας 22 Φεβρουαρίου 2024. Σύμφωνα με το απόσπασμα, ο δεύτερος κατηγορούμενος φέρεται να πρότεινε στον πρώτο, τρόπο απόκρυψης χρημάτων, ώστε να μην τα εντοπίσει η Μητρόπολη. «Του έδωσε λύση να ανοίξει τη γη, να κάνει ένα κυρίζι με μπετόν για να κρύψει τα χρήματα, ώστε να μην μπουκάρει η Μητρόπολη και να τα πάρει», ανέφερε ο μάρτυρας, ο οποίος απομαγνητοφώνησε το υλικό για σκοπούς της διαδικασίας.

Σε ό,τι αφορά τις φερόμενες παραδοχές του δεύτερου κατηγορουμένου στο Επισκοπικό Δικαστήριο, η υπεράσπιση υποστήριξε ότι αυτές έγιναν υπό ψυχολογική πίεση και χωρίς να έχει προηγηθεί επαρκής προετοιμασία. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν ενώπιον του εκκλησιαστικού Δικαστηρίου, υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα και παραδέχθηκε όσα του αποδίδονταν. Όταν, ωστόσο, του υποβλήθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε και ουδέποτε έκλεψε ποσό ύψους €12.484,20, ο μάρτυρας είπε ότι ο κατηγορούμενος είχε κάνει αναφορά σε «μαύρα χρήματα», αλλά δεν του είχε αναφέρει προσωπικά συγκεκριμένη πράξη κλοπής, συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό ή πρόθεση ιδιοποίησης χρημάτων.

Η υπεράσπιση υποστήριξε ακόμη ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν είχε παραδεχθεί ιδιοποίηση ποσού €807.000, ενώ υπέβαλε ότι ο Μητροπολίτης δεν είχε εξοφλήσει το δάνειο που είχε λάβει από τη Μονή Αββακούμ και εξακολουθούσε να οφείλει ποσό άνω των €150.000. Ο μάρτυρας απάντησε ότι «ο Μητροπολίτης δεν χρωστά τίποτα».

Σε άλλο σημείο, η υπεράσπιση παρουσίασε τραπεζικά έγγραφα που αφορούσαν πληρωμές από λογαριασμό της Μονής προς πρόσωπα που συνδέονται με τον Μητροπολίτη. Συγκεκριμένα, παρουσιάστηκε αποδεικτικό πληρωμής €13.000 προς τον αδελφό του Μητροπολίτη, ημερομηνίας 16 Οκτωβρίου 2021. Ο μάρτυρας αναγνώρισε το πρόσωπο, αλλά ανέφερε ότι δεν γνώριζε τη συγκεκριμένη πληρωμή ούτε ποιος την είχε ζητήσει. Η υπεράσπιση υπέδειξε ότι το ποσό αφορούσε συνεισφορά σε χριστουγεννιάτικη δραστηριότητα της Μητρόπολης.

Παρουσιάστηκε επίσης επιταγή ύψους €4.000, ημερομηνίας 26 Δεκεμβρίου 2021, προς τρίτο πρόσωπο, το οποίο ο μάρτυρας γνώριζε ως επισκέπτη της Μητρόπολης. Ο ίδιος ανέφερε ότι δεν γνώριζε εάν το συγκεκριμένο πρόσωπο παρείχε υπηρεσίες ή ποιος είχε δώσει εντολή για την πληρωμή. Η υπεράσπιση συνέδεσε την επιταγή με υπηρεσίες που, όπως υποστήριξε, είχε προσφέρει το πρόσωπο αυτό κατά την προεκλογική εκστρατεία του Μητροπολίτη για τις αρχιεπισκοπικές εκλογές. Ο μάρτυρας απάντησε ότι κατά την περίοδο εκείνη σπούδαζε και δεν κατείχε τη θέση του πρωτοσυγκέλλου, ώστε να γνωρίζει τα συγκεκριμένα ζητήματα.

Η υπεράσπιση παρουσίασε ακόμη τραπεζικό αποδεικτικό για ποσό ύψους €21.900, το οποίο μεταφέρθηκε από τρίτο πρόσωπο σε εταιρεία πώλησης αυτοκινήτων, στις 16 Αυγούστου 2021, με αναφορά στη Μητρόπολη Ταμασού, ρωτώντας τον μάρτυρα κατά πόσο η πληρωμή αφορούσε μεταφορικά μέσα της Μητρόπολης. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνώριζε σχετικά.

Στο ίδιο πλαίσιο, η υπεράσπιση επανήλθε στη μεταβίβαση του ακινήτου από τη Μητρόπολη προς τη Μονή, υποστηρίζοντας ότι επρόκειτο για δωρεά ως ένδειξη εκτίμησης και σεβασμού και όχι για εξόφληση της συμφωνίας δανείου. Ο μάρτυρας επέμεινε στη θέση του, λέγοντας ότι «μεταβιβάσεις κτημάτων δεν γίνονται ως ένδειξη σεβασμού».

Η διαδικασία ενώπιον του Κακουργιοδικείου θα συνεχιστεί στις 9 Νοεμβρίου, στις 09:30.

Υπενθυμίζεται ότι η υπόθεση αφορά τους μοναχούς Νεκτάριο και Πορφύριο, οι οποίοι αντιμετωπίζουν, μεταξύ άλλων, κατηγορίες που αφορούν συνωμοσία προς καταδολίευση, πλαστογραφία και χρήση πλαστών εγγράφων, κλοπή από αντιπρόσωπο, παράνομη κατοχή περιουσίας, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία και υποβολή ψευδούς φορολογικής δήλωσης.

Πηγή – Cyprus Times (ΚΥΠΕ)

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Στήριξε την ανεξάρτητη ενημέρωση

Επίλεξε τη συνδρομή που προτιμάς. Η ασφαλής πληρωμή ολοκληρώνεται μέσω Stripe.