Ροή ΕιδήσεωνΒρετανικές κυρώσεις και στα όρια των Βάσεων στην Κύπρο
Μια οικονομική συναλλαγή που πραγματοποιείται στη Δεκέλεια ή στο Ακρωτήρι μπορεί να απαγορεύεται από τη βρετανική νομοθεσία περί κυρώσεων, ακόμη και όταν αντίστοιχη συναλλαγή στην υπόλοιπη Κύπρο δεν απαγορεύεται από τις κυρώσεις της Ευρωπαϊκής…
5 November 2026 · 06:25
Μια οικονομική συναλλαγή που πραγματοποιείται στη Δεκέλεια ή στο Ακρωτήρι μπορεί να απαγορεύεται από τη βρετανική νομοθεσία περί κυρώσεων, ακόμη και όταν αντίστοιχη συναλλαγή στην υπόλοιπη Κύπρο δεν απαγορεύεται από τις κυρώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το ίδιο πρόσωπο μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς μετακίνησης στις Βρετανικές Βάσεις, χωρίς να έχει επιβληθεί αντίστοιχη απαγόρευση από την Κυπριακή Δημοκρατία.
Αυτή είναι μία από τις πρακτικές συνέπειες του νέου βρετανικού διατάγματος Statutory Instrument 2026 No. 1089, που τέθηκε σε ισχύ στις 15 Οκτωβρίου 2026 και επεκτείνει στις Περιοχές των Βάσεων Ακρωτηρίου και Δεκέλειας το αναθεωρημένο βρετανικό καθεστώς κυρώσεων για σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου.
Το διάταγμα εκδόθηκε στις 14 Οκτωβρίου, με απόφαση του Βασιλιά Καρόλου κατόπιν εισήγησης του Privy Council, στη βάση του νόμου Sanctions and Anti-Money Laundering Act 2018. Με το άρθρο 2 επεκτείνεται στις Βάσεις η εφαρμογή των κανονισμών 2026/1071, με τις ειδικές τροποποιήσεις του δεύτερου παραρτήματος. Παράλληλα, το άρθρο 4 καταργεί το προηγούμενο διάταγμα του 2020 για τις υπερπόντιες περιοχές.
Η ρύθμιση αφορά συνολικά δώδεκα βρετανικά υπερπόντια εδάφη ή ομάδες εδαφών. Ανάμεσά τους βρίσκονται οι Βάσεις στην Κύπρο, οι Νήσοι Κέιμαν και οι Βρετανικές Παρθένοι Νήσοι. Οι Βερμούδες και το Γιβραλτάρ εξαιρούνται από το συγκεκριμένο διάταγμα, καθώς εφαρμόζουν κυρώσεις μέσω δικών τους νομοθετικών ρυθμίσεων.
Ανθρώπινα δικαιώματα και δίκαιο του πολέμου
Η σημαντικότερη αλλαγή βρίσκεται στο είδος των πράξεων για τις οποίες το Λονδίνο μπορεί να επιβάλει κυρώσεις.
Το προηγούμενο καθεστώς του 2020 επικεντρωνόταν σε τέσσερις βασικές κατηγορίες σοβαρών παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αφορούσε προσβολές του δικαιώματος στη ζωή, βασανιστήρια και απάνθρωπη μεταχείριση, δουλεία και καταναγκαστική εργασία, καθώς και παραβιάσεις της προσωπικής ελευθερίας και ασφάλειας. Οι κανονισμοί 2026/1071 διατηρούν αυτές τις κατηγορίες, αλλά προσθέτουν δύο ιδιαίτερα σημαντικές περιπτώσεις.
Η πρώτη αφορά σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, δηλαδή των κανόνων που ισχύουν κατά τη διάρκεια ένοπλων συγκρούσεων και προστατεύουν, μεταξύ άλλων, τον άμαχο πληθυσμό και πρόσωπα που δεν συμμετέχουν στις εχθροπραξίες.
Η δεύτερη αφορά την παρεμπόδιση της παράδοσης, της διανομής ή της πρόσβασης σε ανθρωπιστική βοήθεια.
Στην πράξη, το βρετανικό καθεστώς αποκτά μεγαλύτερη εμβέλεια. Δεν περιορίζεται πλέον σε πράξεις όπως τα βασανιστήρια ή οι αυθαίρετες κρατήσεις, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για σοβαρές παραβιάσεις των κανόνων διεξαγωγής πολέμου, καθώς και για ενέργειες που εμποδίζουν την ανθρωπιστική βοήθεια να φτάσει σε όσους τη χρειάζονται.
Το άρθρο 4 των κανονισμών περιλαμβάνει ρητά τόσο τις πράξεις όσο και τις παραλείψεις. Επομένως, το νομοθετικό πλαίσιο δεν εξετάζει αποκλειστικά όσα έκανε κάποιος, αλλά μπορεί να καλύπτει και περιπτώσεις στις οποίες η παράλειψη ενέργειας συνιστά μία από τις προβλεπόμενες παραβιάσεις.
Η ύπαρξη μιας σοβαρής παραβίασης δεν σημαίνει ότι επιβάλλονται αυτομάτως κυρώσεις. Απαιτείται απόφαση χαρακτηρισμού συγκεκριμένου προσώπου ή οργανισμού από τις αρμόδιες βρετανικές αρχές, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες.
Το διάταγμα 1089 δεν κατονομάζει νέους παραβάτες, αλλά δημιουργεί το νομικό πλαίσιο ώστε οι σχετικές βρετανικές αποφάσεις κυρώσεων να εφαρμόζονται και στις Βάσεις.
Δέσμευση περιουσιακών στοιχείων
Οι οικονομικές κυρώσεις αποτελούν τον βασικό μηχανισμό εφαρμογής του νέου καθεστώτος.
Οι κανονισμοί 14 έως 18 του διατάγματος 1071 προβλέπουν τη δέσμευση χρημάτων και οικονομικών πόρων προσώπων που έχουν ενταχθεί στον βρετανικό κατάλογο κυρώσεων. Παράλληλα, απαγορεύουν τη διάθεση χρημάτων ή οικονομικών πόρων προς αυτά τα πρόσωπα ή προς όφελός τους, με τους όρους που καθορίζει η νομοθεσία.
Η έννοια της δέσμευσης είναι ευρύτερη από το πάγωμα ενός τραπεζικού λογαριασμού. Μπορεί να αφορά χρήματα, απαιτήσεις, μετοχές, ακίνητα και άλλα περιουσιακά στοιχεία που έχουν οικονομική αξία.
Η δέσμευση δεν ισοδυναμεί με κατάσχεση ή μεταβίβαση της ιδιοκτησίας στο βρετανικό κράτος. Σημαίνει ότι ο ιδιοκτήτης δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ή να διαθέσει τα συγκεκριμένα στοιχεία κατά τρόπο που παραβιάζει τις απαγορεύσεις.
Για παράδειγμα, εάν πρόσωπο που βρίσκεται στον σχετικό βρετανικό κατάλογο διαθέτει περιουσιακά στοιχεία εντός των Βάσεων, η αξιοποίησή τους μπορεί να υπόκειται στους περιορισμούς των κανονισμών. Αντίστοιχα, μια επιχείρηση που δραστηριοποιείται εκεί οφείλει να εξετάζει εάν πληρωμή προς συγκεκριμένο συνεργάτη απαγορεύεται.
Δεν αρκεί πάντοτε να ελεγχθεί το όνομα που εμφανίζεται σε ένα τιμολόγιο ή σε μια σύμβαση. Χρειάζεται να εξεταστεί κατά πόσο τα χρήματα ή τα περιουσιακά στοιχεία καταλήγουν, άμεσα ή έμμεσα, σε πρόσωπο που υπόκειται σε κυρώσεις.
Οι απαγορεύσεις συνοδεύονται από διατάξεις κατά της καταστρατήγησής τους. Επομένως, η χρήση ενδιάμεσων προσώπων ή εταιρειών δεν αποτελεί νόμιμο τρόπο παράκαμψης των περιορισμών.
Οι εξαιρέσεις και οι άδειες
Η βρετανική νομοθεσία δεν αντιμετωπίζει τη δέσμευση περιουσίας ως απόλυτη απαγόρευση κάθε οικονομικής δραστηριότητας. Το δεύτερο παράρτημα των κανονισμών 1071 περιλαμβάνει περιπτώσεις στις οποίες μπορούν να χορηγούνται ειδικές άδειες. Μεταξύ αυτών είναι η κάλυψη βασικών αναγκών, όπως διατροφή, ιατρική περίθαλψη, ενοίκιο, λογαριασμοί κοινής ωφέλειας και φορολογικές υποχρεώσεις.
Προβλέπονται επίσης δυνατότητες πληρωμής εύλογων δικηγορικών αμοιβών και εξόδων νομικής εκπροσώπησης, καθώς και δαπανών για τη διατήρηση δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων.
Σημαντική είναι και η πρόβλεψη για ανθρωπιστικές δραστηριότητες. Το νέο καθεστώς επιδιώκει να αντιμετωπίσει όσους παρεμποδίζουν τη βοήθεια, χωρίς να αποκλείει τις νόμιμες διαδικασίες που επιτρέπουν την πραγματοποίηση ανθρωπιστικών αποστολών.
Στις Βάσεις, αρμόδιος για την έκδοση ειδικής άδειας οικονομικών κυρώσεων είναι ο Διοικητής, αλλά δεν ενεργεί ανεξάρτητα από το Λονδίνο. Σύμφωνα με την τροποποιημένη κανονιστική διάταξη 26, απαιτείται η συγκατάθεση του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών.
Ιδιαίτερη πρόβλεψη υπάρχει στην τροποποιημένη διάταξη 23 για υποχρεωτικές πληρωμές προς δημόσιες αρχές. Αυτές μπορεί να αφορούν φορολογικές υπηρεσίες, τελωνεία, αρχές γης, μητρώα εταιρειών και χρηματοοικονομικούς επόπτες.
Πρόκειται για πρακτική εξαίρεση, ώστε η επιβολή κυρώσεων να μη δημιουργεί αδιέξοδο σε υποχρεώσεις που προκύπτουν από την ισχύουσα νομοθεσία. Η εξαίρεση, πάντως, δεν αποτελεί γενική άδεια πραγματοποίησης οποιασδήποτε συναλλαγής με πρόσωπο που έχει υποστεί κυρώσεις.
Η ειδική πρόνοια για κατοίκους των Βάσεων
Μία από τις σημαντικότερες κυπριακές ιδιαιτερότητες βρίσκεται στο άρθρο 21, όπως αντικαθίσταται από το δεύτερο παράρτημα του διατάγματος 1089.
Η γενική ρύθμιση προβλέπει ότι πρόσωπο στο οποίο έχουν επιβληθεί βρετανικές κυρώσεις μετακίνησης δεν επιτρέπεται να εισέλθει, να διέλθει ή να παραμείνει στο έδαφος όπου εφαρμόζεται η απαγόρευση.
Ωστόσο, για το Ακρωτήρι και τη Δεκέλεια υπάρχει ρητή εξαίρεση. Η απαγόρευση δεν εφαρμόζεται σε πρόσωπο που δικαιούται να διαμένει στις Περιοχές των Βάσεων σύμφωνα με την εκεί ισχύουσα νομοθεσία.
Η πρόβλεψη αυτή έχει ουσιαστική σημασία, καθώς στις περιοχές των Βάσεων κατοικούν και Κύπριοι πολίτες, ενώ υπάρχουν οικισμοί, ιδιωτικές περιουσίες και καθημερινές οικονομικές δραστηριότητες. Επομένως, εάν ένα πρόσωπο έχει νόμιμο δικαίωμα διαμονής στις Βάσεις, η συγκεκριμένη απαγόρευση μετακίνησης δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί αυτομάτως για να του στερήσει το δικαίωμα αυτό.
Η εξαίρεση αφορά τη μετακίνηση και τη διαμονή. Δεν σημαίνει ότι ο κάτοικος απαλλάσσεται από τυχόν οικονομικές κυρώσεις που του έχουν επιβληθεί.
Επιπλέον, το άρθρο 21 προβλέπει εξαιρέσεις όταν η εφαρμογή περιορισμού θα ήταν αντίθετη προς τις υποχρεώσεις του Ηνωμένου Βασιλείου βάσει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή της Σύμβασης για τους Πρόσφυγες.
Η τροποποιημένη διάταξη 32 επιτρέπει στον Διοικητή να εγκρίνει ειδικές εξαιρέσεις από περιορισμούς μετακίνησης, με τη συγκατάθεση του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών. Οι αποφάσεις αυτές μπορούν να συνοδεύονται από όρους και πρέπει να έχουν καθορισμένη διάρκεια.
Η πρόνοια για τους νόμιμους κατοίκους είναι ιδιαίτερα σημαντική, επειδή αναγνωρίζει τις πραγματικές συνθήκες που επικρατούν στις Βάσεις της Κύπρου και αποτρέπει την εφρμογή κανόνων που σχεδιάστηκαν για διαφορετικές υπερπόντιες περιοχές.
Ποιοι πρέπει να ελέγχουν τις συναλλαγές τους
Το νέο καθεστώς δεν αφορά αποκλειστικά τράπεζες ή μεγάλες εταιρείες. Οι υποχρεώσεις πληροφόρησης και αναφοράς επεκτείνονται σε κατηγορίες επαγγελματιών που μπορούν να εμπλέκονται στη διαχείριση χρημάτων, περιουσίας ή εταιρικών δομών.
Στο πλαίσιο των σχετικών διατάξεων περιλαμβάνονται χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, λογιστές και ελεγκτές, επαγγελματίες που παρέχουν φορολογικές υπηρεσίες, δικηγόροι όταν ασκούν τις καλυπτόμενες επαγγελματικές δραστηριότητες, πάροχοι υπηρεσιών διαχείρισης εταιρειών και καταπιστευμάτων, καθώς και συγκεκριμένες κατηγορίες επιχειρήσεων ακινήτων.
Περιλαμβάνονται επίσης πάροχοι ανταλλαγής κρυπτονομισμάτων και υπηρεσιών φύλαξης ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων, καθώς και ορισμένες επιχειρήσεις που εμπορεύονται αγαθά ή έργα τέχνης μεγάλης αξίας.
Το διάταγμα χρησιμοποιεί συγκεκριμένα κριτήρια για ορισμένες από αυτές τις δραστηριότητες. Για παράδειγμα, στην κατηγορία των εμπόρων αγαθών μεγάλης αξίας περιλαμβάνονται επιχειρήσεις και αυτοεργοδοτούμενοι που πραγματοποιούν ή δέχονται πληρωμές με μετρητά συνολικού ύψους τουλάχιστον €10.000 για μία συναλλαγή ή για περισσότερες συνδεδεμένες συναλλαγές.
Αντίστοιχο όριο αξίας €10.000 προβλέπεται για συγκεκριμένες συναλλαγές έργων τέχνης.
Οι επαγγελματίες που εμπίπτουν στις σχετικές διατάξεις οφείλουν να προσέχουν εάν, κατά την άσκηση της δραστηριότητάς τους, διαπιστώνουν ότι συναλλάσσονται με πρόσωπο που υπόκειται σε κυρώσεις ή ότι κατέχουν πληροφορίες για δεσμευμένα περιουσιακά στοιχεία.
Η υποχρέωση αναφοράς δεν ταυτίζεται με μια γενική υποχρέωση κάθε δικηγόρου, λογιστή ή μεσίτη στην Κυπριακή Δημοκρατία να ενημερώνει τις Βρετανικές Βάσεις για όλους τους πελάτες του.
Κρίσιμο είναι εάν ο επαγγελματίας υπάγεται στις συγκεκριμένες διατάξεις, εάν υπάρχει η απαιτούμενη σύνδεση με τη δικαιοδοσία των Βάσεων και εάν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις αναφοράς.
Για τις επιχειρήσεις κρυπτονομισμάτων, η ρύθμιση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς το νέο καθεστώς δεν περιορίζει τον έλεγχο στις παραδοσιακές τραπεζικές μεταφορές. Η δυνατότητα μεταφοράς οικονομικής αξίας μέσω ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων δεν εξαιρεί μια συναλλαγή από τις απαγορεύσεις κυρώσεων.
Οι κανονισμοί προβλέπουν επίσης εξουσίες αναζήτησης πληροφοριών, απαίτησης εγγράφων και ανταλλαγής στοιχείων μεταξύ αρμόδιων αρχών. Η παράλειψη συμμόρφωσης με νόμιμη απαίτηση ή η παροχή παραπλανητικών στοιχείων μπορεί να έχει ποινικές συνέπειες.
Οι εξουσίες αστυνομίας, τελωνείων και Διοικητή
Η εφαρμογή των κυρώσεων συνοδεύεται από συγκεκριμένες ελεγκτικές εξουσίες.
Το διάταγμα προβλέπει ότι εξουσιοδοτημένοι λειτουργοί μπορούν να ζητούν πληροφορίες και έγγραφα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των οικονομικών περιορισμών.
Στην κατηγορία των εξουσιοδοτημένων λειτουργών περιλαμβάνονται μέλη των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων που υπηρετούν στην περιοχή, αστυνομικοί, τελωνειακοί και πρόσωπα που έχουν λάβει σχετική εξουσιοδότηση από τον Διοικητή.
Οι εξουσίες αυτές συνδέονται με τις διατάξεις για την αναζήτηση πληροφοριών, την προσκόμιση εγγράφων, τη γνωστοποίηση στοιχείων και την έκδοση ενταλμάτων έρευνας.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η τροποποίηση του άρθρου 33. Εκεί όπου οι βρετανικοί κανονισμοί προβλέπουν ενημέρωση του βρετανικού Υπουργείου Οικονομικών, το διάταγμα για τις υπερπόντιες περιοχές ορίζει ως αποδέκτη τον Διοικητή.
Επιπλέον, τα αρμόδια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να τον ενημερώνουν χωρίς καθυστέρηση όταν πιστώνουν δεσμευμένο λογαριασμό σύμφωνα με τη σχετική νόμιμη εξαίρεση. Το διάταγμα προβλέπει και ποινικές κυρώσεις για παραβάσεις. Στο τροποποιημένο άρθρο 42 οι Βάσεις Ακρωτηρίου και Δεκέλειας εντάσσονται ρητά στην ίδια κατηγορία με τα Φόκλαντ, την Αγία Ελένη και ορισμένες άλλες βρετανικές υπερπόντιες περιοχές, για τις οποίες καθορίζεται ιδιαίτερο πλαίσιο ποινών.
Δύο καθεστώτα κυρώσεων στην ίδια χώρα;
Η κυπριακή διάσταση του νέου διατάγματος είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.
Οι Περιοχές των Βάσεων έχουν ειδικό νομικό καθεστώς που απορρέει από τις συμφωνίες του 1960. Δεν αποτελούν ανεξάρτητο κράτος ούτε το νέο διάταγμα μεταβάλλει το καθεστώς τους. Στην υπόλοιπη επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας εφαρμόζονται οι δεσμευτικές κυρώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η σχετική κυπριακή νομοθεσία.
Στις Βάσεις εφαρμόζεται το βρετανικό καθεστώς, όπως επεκτείνεται και προσαρμόζεται από το διάταγμα 1089.
Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι αναγκαίο να ταυτίζονται απολύτως οι κατάλογοι προσώπων ή τα μέτρα που ισχύουν στις δύο δικαιοδοσίες.
Ένα πρόσωπο μπορεί να βρίσκεται σε βρετανικό κατάλογο κυρώσεων, χωρίς να περιλαμβάνεται στον αντίστοιχο ευρωπαϊκό. Το αντίστροφο είναι επίσης δυνατό.
Η διαφορά έχει σημασία για επιχειρήσεις που πραγματοποιούν συναλλαγές στις Βάσεις και το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μια οικονομική πράξη πρέπει να εξετάζεται με βάση τη νομοθεσία που εφαρμόζεται σε αυτήν και στα εμπλεκόμενα πρόσωπα.
Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι μια συναλλαγή που απαγορεύεται στις Βάσεις μπορεί αυτομάτως να πραγματοποιηθεί νόμιμα με τη μεταφορά της σε άλλη περιοχή της Κύπρου. Η βρετανική νομοθεσία περιλαμβάνει και διατάξεις εξωεδαφικής εφαρμογής για συγκεκριμένα πρόσωπα και δραστηριότητες.
Αντίστοιχα, η ύπαρξη των Βάσεων δεν δημιουργεί εξαίρεση από τις ευρωπαϊκές κυρώσεις για πρόσωπα και συναλλαγές που εξακολουθούν να υπάγονται στη δικαιοδοσία της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Το διάταγμα προβλέπει ότι ο Διοικητής της κάθε υπερπόντιας περιοχής οφείλει να δημοσιεύει ενημερωμένο κατάλογο των προσώπων στα οποία εφαρμόζονται οι σχετικές κυρώσεις.
Πρόκειται για σημαντική υποχρέωση, καθώς επιτρέπει σε επιχειρήσεις, επαγγελματίες και πολίτες να γνωρίζουν ποιοι υπόκεινται στους περιορισμούς.
Ωστόσο, από τα εξεταζόμενα νομοθετικά κείμενα δεν προκύπτει εάν η Διοίκηση των Βάσεων έχει ήδη εκδώσει ξεχωριστή εγκύκλιο ή αναλυτικές οδηγίες προς τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στο Ακρωτήρι και τη Δεκέλεια.
Το ουσιαστικό αποτέλεσμα είναι ότι οι Βρετανικές Βάσεις εντάσσονται πλέον στο διευρυμένο καθεστώς κυρώσεων του Λονδίνου, το οποίο καλύπτει και σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου.
Για τους κατοίκους, τους επαγγελματίες και τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στις περιοχές αυτές, το νέο διάταγμα δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη βρετανική νομοθετική πράξη. Καθορίζει ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να δεσμευθούν, ποιες συναλλαγές απαγορεύονται, ποιοι οφείλουν να παρέχουν πληροφορίες και ποιες αρχές έχουν την εξουσία να επιβάλλουν τον νόμο.
Πηγή – Cyprus Times









