Ιστορικές Διαδρομές: Η υπόθεση της οδού «28ης Οκτωβρίου» – Οι λαϊκές κινητοποιήσεις αποφυλακίζουν τον δήμαρχο και τους δημοτικούς συμβούλους

Ιστορικές Διαδρομές: Η υπόθεση της οδού «28ης Οκτωβρίου» – Οι λαϊκές κινητοποιήσεις αποφυλακίζουν τον δήμαρχο και τους δημοτικούς συμβούλους

​ Read More ​

Του Μιχάλη Μιχαήλ

Στο προηγούμενο σημείωμα παραθέσαμε μεταξύ άλλων αποσπάσματα από τον διάλογο που είχε στο δικαστήριο ο δήμαρχος Λεμεσού Κ. Παρτασίδης με τον αρχιδικαστή για το θέμα των οδικών πινακίδων.

Πριν από την έκδοση της απόφασης, η δικαστική διαδικασία είχε ήδη καταδείξει ότι η υπόθεση δεν αφορούσε απλώς την τήρηση ή μη ενός διοικητικού διατάγματος. Οι συνεχείς παρεμβάσεις του Αρχιδικαστή, η άρνηση του δικαστηρίου να εξετάσει την ουσία των επιχειρημάτων της Δημοτικής Αρχής και η επιμονή των κατηγορουμένων να υπερασπιστούν τις αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου ανέδειξαν το βαθύτερο πολιτικό περιεχόμενο της αντιπαράθεσης. Από τη μια βρισκόταν η αποικιακή εξουσία, αποφασισμένη να επιβάλει την απόφασή της, και από την άλλη η εκλεγμένη Δημοτική Αρχή της Λεμεσού, η οποία επέμενε ότι ενεργούσε σύμφωνα με τη λαϊκή εντολή και το περί δικαίου αίσθημα της τοπικής κοινωνίας.

Η στάση του δημάρχου Κώστα Παρτασίδη και των δημοτικών συμβούλων μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου αποτυπώθηκε με χαρακτηριστικό τρόπο αυτή τη σύγκρουση. Στο τελευταίο σημείωμα θα παρακολουθήσουμε τη συνέχεια της δίκης, την ετυμηγορία του δικαστηρίου, την καταδικαστική απόφαση σε βάρος του δημάρχου και των δημοτικών συμβούλων, καθώς και τις πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις που αυτή προκάλεσε.

Η δίκη του δημάρχου Λεμεσού Κώστα Παρτασίδη και των δημοτικών συμβούλων για την υπόθεση της οδού «28ης Οκτωβρίου» συνεχίστηκε ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου μέσα σε κλίμα έντασης, με τους κατηγορούμενους να επιμένουν ότι δεν παραβίασαν καμία δικαστική απόφαση, αλλά αντίθετα υπερασπίστηκαν τις αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου και τη λαϊκή βούληση.

Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ο Κώστας Παρτασίδης υποστήριξε ότι το Δημοτικό Συμβούλιο δεν είχε παραμελήσει τα καθήκοντά του. Όπως ανέφερε, οι πινακίδες της οδού «Βασιλέως του Μακεδόνος» υπήρχαν ήδη πριν από την έκδοση του κυβερνητικού διατάγματος και συνεπώς δεν μπορούσε να γίνει λόγος για παρακοή. Τόνισε επίσης ότι το Δημοτικό Συμβούλιο ενεργούσε με βάση τις υποχρεώσεις του απέναντι στους δημότες και στους εκλογείς του.

Ο πρόεδρος του δικαστηρίου, σε αρκετές περιπτώσεις, διέκοπτε τον Παρτασίδη, επισημαίνοντας ότι το δικαστήριο δεν επρόκειτο να επανεξετάσει κατά πόσο το κυβερνητικό διάταγμα ήταν ορθό ή λανθασμένο. Η έμφαση του δικαστηρίου περιοριζόταν αποκλειστικά στο κατά πόσο οι δημοτικοί σύμβουλοι είχαν συμμορφωθεί με τις δικαστικές οδηγίες.

Ο Παρτασίδης διαμαρτυρήθηκε έντονα για το γεγονός ότι δεν του επιτρεπόταν να αναπτύξει πλήρως την υπερασπιστική του γραμμή. Υποστήριξε ότι, εφόσον η απόφαση του Κυβερνήτη θεωρείτο εσφαλμένη, το δικαστήριο όφειλε να εξετάσει και τα σχετικά επιχειρήματα. Δήλωσε ακόμη ότι το Δημοτικό Συμβούλιο δεν μπορούσε να ενεργήσει αντίθετα προς τη συνείδησή του και τις δεσμεύσεις του έναντι του λαού της Λεμεσού.

Στη συνέχεια κατέθεσαν και άλλοι δημοτικοί σύμβουλοι.

Ο Χαρίλαος Σολομωνίδης δήλωσε ότι συμφωνούσε πλήρως με όσα είχε αναφέρει ο δήμαρχος, προσθέτοντας ότι θεωρούσε καθήκον του να υπηρετεί την πατρίδα και τον λαό. Παρόμοιες θέσεις εξέφρασαν και οι σύμβουλοι Κ. Ποταμίτης, Σ. Πετρίδης και άλλοι, οι οποίοι υπογράμμισαν ότι η στάση τους υπαγορευόταν από τις υποχρεώσεις τους προς τους πολίτες που τους εξέλεξαν.

Παρά τις τοποθετήσεις των κατηγορουμένων το δικαστήριο παρέμεινε σταθερό στη θέση ότι το μόνο ζήτημα που εξεταζόταν ήταν η συμμόρφωση ή μη προς το διάταγμα. Η διαδικασία ολοκληρώθηκε με την παραχώρηση σύντομης προθεσμίας στους δημοτικούς συμβούλους για να συμμορφωθούν, προαναγγέλλοντας ουσιαστικά την έκδοση της τελικής απόφασης, η οποία θα οδηγούσε στη καταδίκη και φυλάκισή τους.

Το δικαστήριο ολοκλήρωσε τις εργασίες του εκδίδοντας την απόφασή του, την οποία παραθέτουμε αυτούσια και στη γλώσσα και την ορθογραφία της εποχής.

«Εις τας 17/2/50 εξεδόθη διάταγμα υπό του Κυβερνήτου εν Συμβουλίω δυνάμει του άρθρου 79(α) των περί δήμων νόμων. Το διάταγμα διέταττε όπως ημείς (κάτω την 17/2/50) το Δημοτικόν Συμβούλιον εκτελέση το καθήκον του, δηλαδή αναρτήση τας πινακίδας δύο δρόμων της Λεμεσού. Ητο καθήκον το οποίον επεβάλλετο εις το Δημοτικόν Συμβούλιον βάσει του νόμου. Το Δημοτικόν Συμβούλιον δεν υπάκουσεν εις το διάταγμα εντός του καθωρισμένου χρόνου και συνεπεία τούτου το διάταγμα κατεχωρήθη εις το Δικαστήριον βάσει του νόμου, διά να εκτελεσθή, ως εάν ήτο διάταγμα του δικαστηρίου τούτου. Την 25/4/50 εξεδόθη διάταγμα υπό του δικαστηρίου τούτου, το οποίον απηυθύνετο εις τα μέλη του Δ.Σ. διατάσσον αυτά να αναρτήσουν τας πινακίδας των δύο δρόμων. Την 27/4/50 το διάταγμα επεδόθη υπό του δικαστηρίου συμφώνως προς τον νόμον. Τα μέλη του Δ.Σ. διετάσσοντο να υπακούσουν εις το διάταγμα του δικαστηρίου εντός 15 ημερών από της επιδόσεώς του. Δεν υπάκουσαν. Την 20/5/50 εξεδόθη διάταγμα υπό του δικαστηρίου αυτού, διά του οποίου διετάσσοντο 8 μέλη του Δ.Σ. να παρουσιασθούν ενώπιον του δικαστηρίου, δια να μην τιμωρηθούν δι’ ανυπακοή εις διάταγμα του Δικαστηρίου. Σήμερον παρουσιάσθησαν 8 μέλη του Δ.Σ. Εξη εξ αυτών προσεπάθησαν να στηρίξουν την υπεράσπισίν των με δύο επιχειρήματα: 1) οι σύμβουλοι δεν παρημέλησαν το καθήκον των προς το διάταγμα του Κυβερνήτου. 2) θα παραβίαζον πράγματι τας υποσχέσεις, τας οποίας έδωσαν προς τους εκλογείς των αν ανήρτων τας πινακίδας. Όσον αφορά τον πρώτον λόγον, το δικαστήριον τον εξήτασε προηγουμένως όταν οι δημοτικοί σύμβουλοι έκαμαν αίτησιν δια ακύρωσιν ή τροποποίησιν του διατάγματος του Κυβερνήτου εν Συμβουλίω. Το δικαστήριον ήτο της γνώμης ότι ήτο ζήτημα του Κυβερνήτου να εξακριβώση κατά πόσον το Δ.Σ. παρημέλησε το καθήκον του. Όσον αφορά τον δεύτερον λόγον, ότι δηλαδή το Δ.Σ. θα παραβίαζε τας υποσχέσεις του προς τον λαόν αν αναρτούσε τας πινακίδες Σερ Ρίτσμοντ Πάλμερ και Βασιλέου Μακεδόνος, αυτό είναι ζήτημα το οποίον το δικαστήριον δεν ημπορεί να εξετάση.

Έξη από τους δημοτικούς συμβούλους εστήριξαν την υπεράσπισίν των επί αυτών των δύο λόγων και είπον ότι δεν προτίθενται να συμμορφωθούν.

(…) Οι έξη δημοτικοί σύμβουλοι είναι φανερόν ότι δεν άφησαν εις ημάς καμμίαν εκλογήν, παρά να θεωρήσωμεν ότι είναι ένοχοι καταφώρου περιφρονήσεως του δικαστηρίου. Διατάσσομεν τα 6 μέλη να κλεισθούν εις τας κεντρικάς φυλακάς μέχρις ότου, είτε όλοι μαζί είτε χωριστά, συμμορφωθούν με το διάταγμα του δικαστηρίου και δώσουν εγγύησιν η οποία να ικανοποιήση εν εκ των μελών του δικαστηρίου ότι θα εκτελέσουν το διάταγμα. Οποιοσδήποτε δώσει αυτήν την υπόσχεσιν και την εγγύησιν θα ημπορεί να αποφυλακισθή. Όποιοι δεν δώσουν τοιαύτην υπόσχεσιν και εγγύησιν θα παραμείνουν εις τας φυλακάς μέχρι νεωτέρας διαταγής».

Στην απόφαση αναφέρονταν και οι λόγοι που δύο από τους κατηγορούμενους είχαν αθωωθεί.

«Οι δύο άλλοι ευρίσκοντο εις διαφορετικήν θέσιν. Ο Ε. Φυλακτού παρητήθη την 9/5/50, διότι, όπως μας διεβεβαίωσεν ο συνήγορός του, δεν συμφωνεί με τα άλλα μέλη του Δ.Σ. και όσον εξαρτάται από αυτόν θα βοηθήση εις την εκτέλεσιν του διατάγματος.

Όσον αφορά τον Ζεκκιάχ Πιεζιέτ, αυτός δεν συμφωνεί με τα άλλα μέλη του Δ.Σ. και μας διεβεβαίωσεν ότι δεν προτίθεται να παρακούση εις το διάταγμα. Ο Γενικός Αντεισαγγελεύς δεν εζήτησε από το δικαστήριον να ληφθούν μέτρα εναντίον των και δι’ αυτό το δικαστήριον τους απαλλάσσει».

Ο δήμαρχος Λεμεσού και οι δημοτικοί σύμβουλοι που φυλακίστηκαν τον Ιούνιο του 1950 παρέμειναν στη φυλακή περίπου ένα μήνα.

Αποφυλακίστηκαν έπειτα από το κύμα λαϊκών αντιδράσεων και τη γενική κατακραυγή που προκάλεσε η απόφαση της αποικιακής διοίκησης να τους φυλακίσει για την άρνησή τους να επαναφέρουν την ονομασία «Πάλμερ» στην οδό «28ης Οκτωβρίου».

Έτσι, στις αρχές Ιουλίου οι αποικιακές Αρχές αναγκάστηκαν να αποφυλακίσουν τους φυλακισμένους, χωρίς τελικά να εκτελεστεί το διάταγμα που προνοούσε την επαναφορά των πινακίδων με το όνομα του Πάλμερ και του Βασιλείου Μακεδόνος.

Ως κατακλείδα θα λέγαμε ότι η υπόθεση της οδού «28ης Οκτωβρίου» είχε πλέον ξεπεράσει κατά πολύ τα όρια μιας διαφωνίας για την ονομασία ενός δρόμου.

Η σύγκρουση ανάμεσα στο Δημοτικό Συμβούλιο Λεμεσού και την αποικιακή διοίκηση –με πρωταγωνιστικό ρόλο του ΑΚΕΛ και των λαϊκών δημοτικών Αρχών– εξελίχθηκε σε αναμέτρηση Αρχών, όπου συγκρούονταν η αποικιακή εξουσία με τη λαϊκή βούληση και την αξίωση των Κυπρίων να καθορίζουν οι ίδιοι τα σύμβολα και τη συλλογική τους μνήμη.

Η στάση αυτή του ΑΚΕΛ και γενικότερα της Αριστεράς ερχόταν σε αντίθεση με εκείνη της Δεξιάς, η οποία επέλεγε τη συνεργασία και τη συνεννόηση με τις αποικιακές Αρχές.

Τέλος, αξίζει να αναφέρουμε πως η φυλάκιση ενός εκλεγμένου δημάρχου και δημοτικών συμβούλων ανέδειξε τα στενά όρια της αυτοδιοίκησης υπό το αποικιακό καθεστώς και κατέστησε την υπόθεση σημείο αναφοράς στους αγώνες για δημοκρατικές ελευθερίες στην Κύπρο.

Image 32
Ιστορικές διαδρομές: η υπόθεση της οδού «28ης οκτωβρίου» – οι λαϊκές κινητοποιήσεις αποφυλακίζουν τον δήμαρχο και τους δημοτικούς συμβούλους – μέρος 4ο (τελευταίο) 7
Image 33
Ιστορικές διαδρομές: η υπόθεση της οδού «28ης οκτωβρίου» – οι λαϊκές κινητοποιήσεις αποφυλακίζουν τον δήμαρχο και τους δημοτικούς συμβούλους – μέρος 4ο (τελευταίο) 8

 ​Του Μιχάλη Μιχαήλ  

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *