Read More
Συναντήσεις
Ο Αντώνης Γεωργίου συναντά τον Πάνο Μαλακτό και μιλάνε για τον χορό

Η επιλογή σας από το Aerowaves, ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό ευρωπαϊκό πλαίσιο για νέους δημιουργούς, και η παρουσίασή σας στο Spring Forward Festival, τι σηματοδότησαν για εσάς καλλιτεχνικά και προσωπικά;
Η επιλογή από το Aerowaves και η παρουσίαση στο Spring Forward Festival ήταν σίγουρα μια σημαντική αναγνώριση, αλλά για μένα είχε και μια πολύ ενδιαφέρουσα ειρωνεία. Το NO IM NOT μιλάει για την ψυχική υγεία, αλλά κυρίως για την κατάχρηση εξουσίας μέσα στη βιομηχανία του χορού — και, κατ’ επέκταση, σε κάθε εργασιακό περιβάλλον. Μιλάει για abusive συμπεριφορές, για λεκτική βία, για χειρισμό, για το πώς ένα σώμα καλείται να είναι συνεχώς διαθέσιμο, παραγωγικό, ευγνώμον και «καλά», ακόμα κι όταν δεν είναι.
Οπότε το να παρουσιαστεί αυτή η δουλειά μέσα σε ένα από τα μεγαλύτερα dance networks της Ευρώπης, δηλαδή μέσα στο ίδιο το industry για το οποίο μιλάει το έργο, ήταν σαν να μπαίνουμε λίγο «στο στόμα του λύκου». Το λέω με χιούμορ, αλλά και πολύ κυριολεκτικά. Βρεθήκαμε σε έναν χώρο όπου βλέπαμε και ζούσαμε από κοντά τους ίδιους μηχανισμούς που το έργο προσπαθεί να αποκαλύψει ή να αμφισβητήσει. Αυτό δημιούργησε μια πολύ φορτισμένη, αλλά και πολύ ουσιαστική εμπειρία.
Προσωπικά, ως καλλιτέχνης που έρχεται από την Κύπρο, από ένα μικρό νησί, από μια queer και ακτιβιστική ταυτότητα που συχνά έπρεπε να διεκδικήσει χώρο, αυτή η επιλογή είχε μεγάλη σημασία. Δεν την ένιωσα σαν «έφτασα κάπου», αλλά σαν μια επιβεβαίωση ότι δεν χρειάζεται να μαλακώσω ή να εξημερώσω τη δουλειά μου για να υπάρξει διεθνώς. Μπορώ να πάω στην Ευρώπη με όλο το βάρος, την αντίφαση, την αλήθεια και την αμηχανία του σώματός μου.
Σαν μια επιβεβαίωση ότι δεν χρειάζεται να μαλακώσω ή να εξημερώσω τη δουλειά μου για να υπάρξει διεθνώς
Το NOIMNOT, που παρουσιάσατε στο SpringForwardFestival, πόσο σχετίζεται με προηγούμενες δουλειές σας και πώς εξελίχθηκαν οι θεματικές που σας απασχολούν περισσότερο;
Το NOIMNOT συνδέεται πολύ οργανικά με προηγούμενες δουλειές μου. Δεν το βλέπω σαν κάτι αποκομμένο, αλλά σαν ένα επόμενο κεφάλαιο σε μια έρευνα που κάνω εδώ και χρόνια γύρω από το σώμα, την ευαλωτότητα, την ψυχική υγεία, την queer ταυτότητα και την κατάχρηση εξουσίας. Για παράδειγμα, στο Hireme, please. με απασχολούσε ήδη η βία της ακρόασης: το πώς ένας χορευτής μπαίνει σε έναν χώρο και πρέπει να αποδείξει ότι αξίζει, ότι είναι διαθέσιμος, υπάκουος, ανθεκτικός, «αρκετός». Στο SADBOI αυτή η έρευνα έγινε πιο προσωπική και αυτομυθοπλαστική, γύρω από την επιθυμία, τη μοναξιά, την ανάγκη για επιβεβαίωση, το διαδίκτυο και το queer σώμα. Στο WeAllNeedTherapy και στο AreyouOKAY? άνοιξε πιο καθαρά το ζήτημα της ψυχικής υγείας, όχι μόνο ως ατομικό τραύμα, αλλά ως κάτι συλλογικό.
Το NOIMNOT έρχεται σαν απάντηση σε όλα αυτά. Είναι σαν να λέει: όχι, δεν είμαστε καλά — και ίσως δεν χρειάζεται πια να προσποιούμαστε ότι είμαστε. Με ενδιαφέρει πώς το σώμα κουβαλάει εμπειρίες κακοποίησης, χειρισμού, εξάντλησης, ντροπής, θυμού, αλλά και πώς μπορεί να τις μετατρέψει σε αντίσταση, χιούμορ, τρυφερότητα και δύναμη.
Νομίζω ότι οι θεματικές μου δεν αλλάζουν εντελώς από έργο σε έργο· περισσότερο βαθαίνουν και μετατοπίζονται. Ξεκινώ συχνά από κάτι πολύ προσωπικό, αλλά στην πορεία καταλαβαίνω ότι δεν είναι μόνο δικό μου. Είναι δομικό, κοινωνικό, πολιτικό. Και εκεί με ενδιαφέρει να φτάνει η δουλειά: στο σημείο όπου η προσωπική εμπειρία γίνεται κοινό σώμα, κοινή μνήμη, κοινή άρνηση.

Πώς ανταποκρίθηκε το διεθνές κοινό στο έργο σας και πώς, η εμπειρία της παρουσίασης σε ένα διεθνές κοινό, επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπετε πλέον τη δουλειά σας;
Αυτό που με συγκίνησε περισσότερο ήταν ότι το διεθνές κοινό ανταποκρίθηκε πολύ άμεσα, όχι απαραίτητα μέσα από μια διανοητική κατανόηση του έργου, αλλά σωματικά και συναισθηματικά. Νομίζω ότι τα θέματα του NO IM NOT —η κατάχρηση εξουσίας, η εξάντληση, η πίεση να είμαστε συνέχεια λειτουργικοί, διαθέσιμοι και «καλά»— δεν ανήκουν μόνο σε μια χώρα ή σε μια συγκεκριμένη σκηνή. Είναι εμπειρίες που πολλοί άνθρωποι αναγνωρίζουν, ακόμα κι αν τις έχουν ζήσει σε διαφορετικά περιβάλλοντα.
Η παρουσίαση σε ένα διεθνές κοινό μού επιβεβαίωσε ότι όσο πιο συγκεκριμένος και ειλικρινής είμαι με τη δική μου εμπειρία, τόσο πιο ανοιχτό μπορεί να γίνει το έργο για τους άλλους. Δεν χρειάζεται να κάνω τη δουλειά μου πιο «ουδέτερη» για να ταξιδέψει. Αντίθετα, νομίζω ότι αυτό που ταξιδεύει είναι ακριβώς η αλήθεια, η αμηχανία, η ωμότητα, το χιούμορ και η αντίφαση.
Με έκανε επίσης να δω τη δουλειά μου λιγότερο ως κάτι που απευθύνεται μόνο σε μια τοπική ή προσωπική συνθήκη, και περισσότερο ως μέρος μιας μεγαλύτερης συζήτησης για το πώς δουλεύουμε, πώς επιβιώνουμε, πώς φροντίζουμε ο ένας τον άλλον και πώς αντιστεκόμαστε σε συστήματα που μας ζητούν να είμαστε συνεχώς παραγωγικοί, σιωπηλοί και ευγνώμονες.
Το σώμα μπορούσε να πει πράγματα που το στόμα δεν ένιωθε ακόμα ελεύθερο να πει
Η πορεία σας συνεχίζεται με εμφανίσεις στο Φεστιβάλ Αθηνών. Τι θα παρουσιάσετε εκεί;
Στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου 22-24 Ιουλίου 2026, θα παρουσιάσω το Brightest Heroine, ένα σόλο που συνεχίζει, με έναν άλλο τρόπο, την έρευνά μου γύρω από το σώμα ως χώρο μνήμης, αντίστασης και μεταμόρφωσης.
Για μένα το έργο μιλά για ένα σώμα που κουράστηκε, που τραυματίστηκε, που έζησε μέσα σε βία, πίεση και χάος, αλλά παρ’ όλα αυτά προσπαθεί να ξανασηκωθεί. Με ενδιαφέρει η φιγούρα της heroine όχι σαν κλασική ηρωίδα ή superhero, αλλά σαν ένα σώμα γεμάτο glitches, αδυναμίες, φαντασία, θυμό και τρυφερότητα. Ένα σώμα που δεν είναι τέλειο, αλλά συνεχίζει να πολεμά. Το έργο έχει αναφορές από video games, anime, pop culture και ψηφιακούς κόσμους, αλλά στον πυρήνα του είναι πολύ ανθρώπινο. Είναι μια προσπάθεια να μιλήσω για το πώς μπορούμε να αντιστεκόμαστε στα «τέρατα» της εποχής μας — προσωπικά, κοινωνικά, πολιτικά — χωρίς να χάνουμε την ανάγκη μας για φροντίδα, για φαντασία και για ζωή.
Όλο και περισσότεροι Κύπριοι χορογράφοι παρουσιάζουν τη δουλειά τους στο εξωτερικό. Πρόκειται κυρίως για αποτέλεσμα ατομικών προσπαθειών ή για ένδειξη διεθνούς αναγνώρισης του σύγχρονου χορού της Κύπρου;
Πιστεύω ότι είναι κυρίως αποτέλεσμα ατομικής προσπάθειας. Υπάρχουν φυσικά στην Κύπρο οργανισμοί και χώροι, όπως το Dance House Λεμεσός, το Dance House Λευκωσίας, κάποια ανεξάρτητα φεστιβάλ, αλλά και προγράμματα του Υφυπουργείου Πολιτισμού, που στηρίζουν με διάφορους τρόπους τη χορευτική σκηνή. Δεν θέλω να το μηδενίσω αυτό.
Όμως, δεν πιστεύω ότι υπάρχει ακόμα μια ουσιαστική, σταθερή και στρατηγική στήριξη που να προωθεί τον σύγχρονο χορό της Κύπρου διεθνώς. Συνήθως, οι Κύπριοι χορογράφοι που καταφέρνουν να παρουσιάσουν τη δουλειά τους στο εξωτερικό το κάνουν επειδή δουλεύουν πάρα πολύ σκληρά μόνοι τους: χτίζουν δίκτυα, στέλνουν αιτήσεις, ταξιδεύουν, κάνουν παραγωγές με ελάχιστα μέσα, επιμένουν. Οπότε, ναι, χαίρομαι που όλο και περισσότεροι Κύπριοι δημιουργοί εμφανίζονται διεθνώς, γιατί αυτό δείχνει ότι υπάρχει πολύ δυνατή καλλιτεχνική φωνή στο νησί. Αλλά αυτή η αναγνώριση δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως απόδειξη ότι το σύστημα λειτουργεί. Αντίθετα, πολλές φορές αποδεικνύει πόσο πολύ οι καλλιτέχνες αναγκάζονται να υπερβαίνουν την έλλειψη δομών για να μπορέσουν να υπάρξουν έξω από την Κύπρο.


Τι περαιτέρω θα προτείνατε για ουσιαστικότερη στήριξη των δημιουργών στο χώρο του σύγχρονου χορού;
Πάρα πολλά θα μπορούσα να προτείνω, αλλά νομίζω ότι πρέπει να ξεκινήσουμε από το πιο βασικό: την αναγνώριση του καλλιτέχνη ως επαγγελματία. Από τη στιγμή που το κράτος δεν αναγνωρίζει ουσιαστικά τους καλλιτέχνες ως εργαζόμενους, ως ανθρώπους που έχουν επάγγελμα, δικαιώματα, ανάγκες και βιωσιμότητα, είναι πολύ δύσκολο να μιλήσουμε για πραγματική στήριξη. Δεν μπορεί ο σύγχρονος χορός και γενικότερα ο πολιτισμός να αντιμετωπίζονται σαν χόμπι ή σαν κάτι δευτερεύον. Οι καλλιτέχνες δουλεύουν, παράγουν σκέψη, δημιουργούν κοινότητες, εκπροσωπούν τη χώρα στο εξωτερικό, ανοίγουν κοινωνικές και πολιτικές συζητήσεις. Άρα χρειάζονται και τις αντίστοιχες δομές: εργασιακή αναγνώριση, κοινωνική ασφάλιση, αξιοπρεπείς αμοιβές, σταθερή χρηματοδότηση, χώρους για έρευνα και παραγωγή, και όχι μόνο περιστασιακές επιχορηγήσεις.
Για μένα, λοιπόν, πριν μιλήσουμε για πιο σύνθετες στρατηγικές, πρέπει το κράτος να δείξει έμπρακτα ότι παίρνει τον πολιτισμό στα σοβαρά. Δεν γίνεται ο πολιτισμός να βρίσκεται τόσο χαμηλά στις προτεραιότητες και μετά να περιμένουμε από τους καλλιτέχνες να επιβιώνουν μόνο με πάθος, αντοχή και προσωπική θυσία. Ας ξεκινήσουμε από αυτό: να αναγνωριστεί ότι υπάρχουμε ως επαγγελματίες. Από εκεί και μετά μπορούμε να μιλήσουμε ουσιαστικά για εξέλιξη.
Πριν μιλήσουμε για πιο σύνθετες στρατηγικές, πρέπει το κράτος να δείξει έμπρακτα ότι παίρνει τον πολιτισμό στα σοβαρά
Τι ήταν για εσάς ο χορός όταν ξεκινήσατε; Ποια ανάγκη σας οδήγησε σε αυτόν και παραμένει η ίδια σήμερα;
Δεν είμαι σίγουρος ότι μπορώ να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση με έναν σταθερό τρόπο. Νομίζω ότι αν με ρωτούσατε κάθε χρόνο από τότε που ξεκίνησα χορό, στα 16 μου, θα έδινα κάθε φορά μια διαφορετική απάντηση. Ακόμα και σήμερα το ερώτημα «γιατί συνεχίζω;» το κουβαλώ καθημερινά, γιατί ο χορός είναι κάτι πολύ όμορφο, αλλά και πολύ ψυχοφθόρο και σωματικά απαιτητικό.
Όταν ξεκίνησα, νομίζω ότι ο χορός ήταν ένας τρόπος να εκφράσω πράγματα που τότε δεν μπορούσα να πω. Μεγαλώνοντας στην Κύπρο, πριν κάνω coming out, ήξερα από πολύ μικρή ηλικία ότι είμαι gay, αλλά ζούσα μέσα σε ένα περιβάλλον όπου πολλά κομμάτια του εαυτού μου έπρεπε να κρύβονται ή να σωπαίνουν. Είχα δεχτεί bullying για τον τρόπο που μιλούσα, για τη φωνή μου, για το ότι «ακούγομαι σαν κορίτσι». Οπότε κάθε φορά που άνοιγα το στόμα μου, υπήρχε ο φόβος ότι θα δεχτώ επίθεση ή χλευασμό.
Ίσως, λοιπόν, η κίνηση να έγινε τότε ένας πιο ασφαλής τρόπος να μιλήσω. Μια σιωπηλή γλώσσα για όλα όσα ένιωθα και δεν μπορούσα να εκφράσω λεκτικά. Δεν χρειαζόταν να εξηγήσω, να απολογηθώ ή να υπερασπιστώ τη φωνή μου. Το σώμα μπορούσε να πει πράγματα που το στόμα δεν ένιωθε ακόμα ελεύθερο να πει.
Και νομίζω ότι αυτό παραμένει μέχρι σήμερα. Ακόμα δυσκολεύομαι πολλές φορές να μιλήσω, είτε σε προσωπικό είτε σε επαγγελματικό επίπεδο. Το τραύμα και το στίγμα δεν εξαφανίζονται επειδή μεγαλώνεις ή επειδή αποκτάς εμπειρία. Αλλά ο χορός συνεχίζει να είναι ένας χώρος όπου μπορώ να υπάρξω με την αλήθεια μου, με την ευαλωτότητά μου, με τον θυμό, τη ντροπή, την επιθυμία και την αντίστασή μου. Ίσως η ανάγκη που παραμένει ίδια είναι αυτή: η ανάγκη να επικοινωνώ όταν οι λέξεις δεν αρκούν ή όταν οι λέξεις κάποτε με πλήγωσαν.


