Sunday, 8 November 2026
Λευκωσία 14°
Η ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΙΚΗ ΜΑΣ ΕΚΔΟΣΗΑυτόφωρο της ΚυριακήςΓνωρίστε την ενότητα
Πολιτισμός

Τζον Κλιζ: Ένας τέλειος άνθρωπος δεν είναι αστείος

Η τελευταία συνέντευξη του διάσημου κωμικού Τζον Κλιζ πριν πεθάνει (μέχρι την επόμενη). Ο ξιπασμένος και αυτοκαταστροφικός ξενοδόχος Μπάζιλ Φόλτι, ο αμήχανος δικηγόρος Άρτσι Λιτς, ο υπάλληλος του «Υπουργείου Γελοίων Βηματισμών», ο πελάτης που…

8 November 2026 · 07:05

Η τελευταία συνέντευξη του διάσημου κωμικού Τζον Κλιζ πριν πεθάνει (μέχρι την επόμενη).

Ο ξιπασμένος και αυτοκαταστροφικός ξενοδόχος Μπάζιλ Φόλτι, ο αμήχανος δικηγόρος Άρτσι Λιτς, ο υπάλληλος του «Υπουργείου Γελοίων Βηματισμών», ο πελάτης που επιμένει ότι ο παπαγάλος που του πούλησαν δεν είναι πια ανάμεσά μας: μερικά μόνο από πρόσωπα και στιγμές που έχουν χαρίσει στον Τζον Κλιζ (John Cleese) μια θέση ανάμεσα στις πιο αναγνωρίσιμες μορφές της παγκόσμιας κωμωδίας. Από την τηλεοπτική επανάσταση των Monty Python, που ξεκίνησε το 1969 με το Flying Circus, μέχρι το Fawlty Towers και την κινηματογραφική επιτυχία του A Fish Called Wanda, ο Βρετανός δημιουργός συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση μιας νέας γλώσσας στην κωμωδία: ανατρεπτικής, παράλογης, απρόβλεπτης, με ανελέητη και ανένδοτη στάση απέναντι στη σοβαροφάνεια. Στις 10 Νοεμβρίου, ο 87χρονος πλέον Βρετανός κωμικός έρχεται για πρώτη φορά στην Κύπρο με την παράσταση «Last Time To See Me Before I Die». Ένα αποχαιρετιστήριο θέαμα που, παρά τον τίτλο του, συνεχίζει να ταξιδεύει, προσφέροντας στον ίδιο την ευκαιρία να ανατρέξει σε έξι και πλέον δεκαετίες δημιουργίας, συνεργασιών, επιτυχιών και προσωπικών εμπειριών. Η φήμη, η δημιουργικότητα, το γήρας και ο θάνατος περνούν πάντοτε μέσα από το φίλτρο του γνώριμου μαύρου χιούμορ του. Βεβαίως, ο ανατρεπτικός νους που σατίριζε και σατιρίζει κάθε λογής βεβαιότητα, δεν περισσεύει από τις αντιφάσεις της εποχής μας. Έχει βρεθεί κι ο ίδιος στη δίνη αντιδράσεων για δημόσιες τοποθετήσεις του σχετικά με την πολιτική ορθότητα, την πολιτισμική ταυτότητα και ζητήματα φύλου. Παραμένει, όμως, ένας άνθρωπος που υπερασπίζεται με πάθος την ελευθερία της κωμωδίας και επιστρέφει συνεχώς σε όσα εξακολουθούν να τον απασχολούν: την ανθρώπινη ατέλεια και τη σταθερά απρόβλεπτη γελοιότητα της καθημερινής ζωής.

–Η παράστασή σας έχει τίτλο «Η τελευταία φορά που θα με δείτε πριν πεθάνω». Είναι αυτός ο τίτλος ένα αστείο για τον θάνατο ή ένα αστείο γύρω από την ίδια την ιδέα του αποχαιρετισμού; Λοιπόν, ο τίτλος ήταν μια ιδέα των ανθρώπων του «Just For Laughs», όταν έκανα περιοδεία στον Καναδά. Μου άρεσε αμέσως, με διασκέδασε. Άλλωστε, ανέκαθεν είχα μια ιδιαίτερη αδυναμία στο μαύρο χιούμορ και κυρίως στ’ αστεία που έχουν ως θέμα τον θάνατο και τη θνητότητα. Υπάρχει, βέβαια, και μια δόση αλήθειας στον τίτλο. Όσο κι αν αστειευόμαστε μ’ αυτό, δεν πρόκειται να βρίσκομαι εδώ για πάντα.

-Τι είναι αυτό που κάνει ένα θέμα ακαταμάχητο για έναν κωμικό, ώστε να μην μπορεί να αντισταθεί στον πειρασμό ν’ ασχοληθεί μαζί του; Νομίζω ότι η κωμωδία πηγάζει από τις ατέλειες της ανθρώπινης φύσης. Ένας τέλειος άνθρωπος, χωρίς ελαττώματα, δεν είναι αστείος. Αυτό που μας προκαλεί γέλιο είναι όλο εκείνο το συνονθύλευμα από παράξενες συνήθειες, ιδιορρυθμίες και αδυναμίες που χαρακτηρίζουν τους ανθρώπους. Ο Μπάζιλ Φόλτι είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: είναι απολαυστικά αστείος όταν τον παρακολουθείς, αλλά στην πραγματική ζωή θα ήταν ένας φρικτός άνθρωπος αν έπρεπε να συναναστραφείς μαζί του. Κι όσο περνούν τα χρόνια, τόσο πιο γελοία μου φαίνεται η καθημερινή ζωή.

–Επισκέπτεστε την Κύπρο για πρώτη φορά. Πώς είναι να φτάνετε σε έναν τόπο όπου δεν έχετε ξαναβρεθεί, έχοντας πίσω σας περισσότερες από έξι δεκαετίες παρουσίας στις σκηνές όλου του κόσμου; Απολαμβάνω να βρίσκομαι πάνω στη σκηνή, γιατί εκεί έχω την ευκαιρία να επικοινωνώ άμεσα με το κοινό. Οι άνθρωποι που έρχονται σε μια παράσταση έχουν επιλέξει να αγοράσουν εισιτήριο επειδή τους αρέσει αυτό που κάνω και θέλουν να με παρακολουθήσουν. Υπάρχει επίσης κάτι ξεχωριστό στη συλλογική εμπειρία του γέλιου: οι άνθρωποι γελούν και αντιδρούν πιο έντονα όταν ακούν τους γύρω τους να γελούν, σε σύγκριση με όταν παρακολουθούν τηλεόραση μόνοι τους. Είναι, άλλωστε, μια μορφή ψυχαγωγίας με πολύ μεγάλη ιστορία.

–Έχετε αφιερώσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής σας κάνοντας τους ανθρώπους να γελούν. Τι είναι αυτό, όμως, που εξακολουθεί να κάνει τον Τζον Κλιζ να γελάει; Πολλά πράγματα! Η τελευταία φορά που θυμάμαι να ξεκαρδίζομαι πραγματικά, για πολλή ώρα, ήταν όταν παρακολούθησα τη στέψη του βασιλιά Καρόλου Γ’. Το θέαμα έμοιαζε βγαλμένο κατευθείαν από κάποιο σκετς των Monty Python: ένα πλήθος ανθρώπων με αλλόκοτες, σχεδόν γελοίες στολές, να αντιμετωπίζουν τα πάντα με απίστευτη σοβαρότητα. Λατρεύω, επίσης, την καλή σωματική κωμωδία – τους Λόρελ και Χάρντι, τον Τσάρλι Τσάπλιν, τον Μπάστερ Κίτον. Έχοντας υπάρξει σε αυτόν τον χώρο από το 1962, αναγνωρίζω πια σχεδόν όλες τις γνώριμες φόρμες και τα τεχνάσματα των αστείων. Έτσι, η κωμωδία που παρακολουθώ ως θεατής δύσκολα με αιφνιδιάζει πλέον. Εκείνο που εξακολουθεί, ωστόσο, να με κάνει να γελάω πολύ είναι τα απλά, απρόσμενα κωμικά περιστατικά που συμβαίνουν στην καθημερινή ζωή.

–Στο χιούμορ των Monty Python παίρνατε συχνά κάτι απολύτως συνηθισμένο και το οδηγούσατε στα άκρα του παραλόγου. Από πού ξεκινούσε αυτή η δημιουργική παρόρμηση; Πώς γεννιόταν μια τέτοια ιδέα; Ο Γκράχαμ (σ.σ. Τσάπμαν) κι εγώ ξεκινούσαμε ορισμένες φορές διαβάζοντας λέξεις από ένα λεξικό συνωνύμων. Μια λέξη μπορούσε να μας οδηγήσει, για παράδειγμα, στην εικόνα ενός προβάτου που προσπαθεί να πετάξει και τελικά σωριάζεται στο έδαφος. Κάπως έτσι γεννήθηκε ένα σκετς. Εκείνο που είχε πραγματικά σημασία, όμως, ήταν η στιγμή που ο ένας έλεγε κάτι κι έκανε τον άλλον να ξεσπάσει σε γέλια. Τότε, ξαφνικά, αναδυόταν μια ιδέα, μια πιθανότητα που μέχρι πριν λίγα δευτερόλεπτα δεν υπήρχε καν στο μυαλό μας.

–Οι Monty Python έστρεφαν το σατιρικό τους βλέμμα εναντίον των θεσμών, της εξουσίας, της θρησκείας, των κοινωνικών τάξεων και των καθιερωμένων αντιλήψεων, με μια αξιοσημείωτη ελευθερία. Όταν το κάνατε αυτό, είχατε συνείδηση των ορίων που ξεπερνούσατε; Πολλοί λένε συχνά ότι ήμασταν ενάντια στην εξουσία. Στην πραγματικότητα, όμως, εκείνο που μας ενοχλούσε ήταν η ανόητη και παράλογη άσκηση της εξουσίας. Δεν υποστηρίζαμε, για παράδειγμα, ότι έπρεπε να καταργηθούν ακόμη και τα φανάρια της τροχαίας… Σταθήκαμε, επίσης, τυχεροί επειδή ο Μάικλ Μιλς, στο BBC, τόλμησε να αναλάβει ένα σημαντικό ρίσκο στηρίζοντάς μας. Υπήρχαν αρκετοί άνθρωποι στο BBC που δεν συμπαθούσαν καθόλου την εκπομπή. Ίσως, πάλι, να βοήθησε και το γεγονός ότι το κόστος παραγωγής της ήταν πολύ χαμηλό.

–Έχετε υπερασπιστεί επανειλημμένα το δικαίωμα της κωμωδίας να προκαλεί, ακόμη κι όταν αυτό σημαίνει ότι κάποιοι μπορεί να αισθανθούν προσβεβλημένοι. Τι είναι εκείνο που κάνει ένα αστείο άξιο να ειπωθεί, ακόμη κι όταν γνωρίζετε ότι μπορεί να ενοχλήσει ή να θίξει κάποιους; Πρέπει πρώτα να καταλάβεις τι πραγματικά σημαίνει ένα αστείο. Στον σαρκασμό, για παράδειγμα, οι λέξεις μπορεί να λένε κάτι εντελώς διαφορετικό απ’ το νόημα που θέλουν να εκφράσουν. Αν απομονώσεις ένα αστείο από τα συμφραζόμενά του, είναι πολύ εύκολο να παρερμηνεύσεις την πρόθεση εκείνου που το λέει. Αυτό ακριβώς είναι που με προβληματίζει: να αποφαίνονται κάποιοι για το τι επιδιώκει ένα αστείο, χωρίς προηγουμένως να εξετάζουν με ποιον τρόπο και μέσα σε ποιο πλαίσιο διατυπώνεται.

–Με ποιον τρόπο έχει επηρεάσει η πολιτική ορθότητα τη σχέση του κωμικού με το κοινό του; Νομίζω ότι η πολιτική ορθότητα έχει κάνει τους κωμικούς πιο επιφυλακτικούς απέναντι στο κοινό τους, κάτι που μπορεί να αποβεί ιδιαίτερα επιζήμιο για τη δημιουργικότητα. Η δημιουργική διαδικασία χρειάζεται ελευθερία και απρόσκοπτη εξέλιξη. Όταν ένας νέος κωμικός συλλαμβάνει μια ιδέα και η πρώτη του σκέψη είναι «μήπως κάποιος προσβληθεί απ’ αυτό;», τότε η δημιουργική ροή έχει ήδη διακοπεί. Αντί να αφεθεί να εξερευνήσει την ιδέα του και να δει πού μπορεί να τον οδηγήσει, αρχίζει να ανησυχεί για το πώς θα αντιδράσει το κοινό. Κι αυτή, όπως αντιλαμβάνεστε, δεν είναι η καλύτερη δυνατή συνθήκη για να ανακαλύψει κανείς κάτι πραγματικά αστείο.

–Ποια πράγματα αισθάνεστε ότι το κοινό δυσκολεύεται πλέον περισσότερο να αντιμετωπίσει με γέλιο; Η κωμωδία προϋποθέτει την ικανότητά μας να αναγνωρίζουμε τις ατέλειες των ανθρώπων. Οι παραξενιές και οι αδυναμίες μας είναι, άλλωστε, εκείνες που μας κάνουν αστείους. Το χιούμορ μάς επιτρέπει, επίσης, να πάρουμε μια μικρή απόσταση απ’ όσα συμβαίνουν, να τα παρατηρήσουμε από μια διαφορετική οπτική και να διακρίνουμε τον παραλογισμό τους, αντί να αντιμετωπίζουμε τα πάντα με υπέρμετρη σοβαρότητα. Όταν, όμως, ο τρόπος σκέψης γίνεται υπερβολικά κυριολεκτικός, αυτό καθίσταται πολύ δυσκολότερο.

–Στα 87 σας, τι σας έχει διδάξει η ηλικία για τη φιλοδοξία; Έχω παρατηρήσει ότι οι άνθρωποι, όσο μεγαλώνουν, τείνουν είτε να γίνονται πιο φιλόδοξοι είτε να αισθάνονται μεγαλύτερη ικανοποίηση από τη ζωή τους. Κι όταν είσαι ικανοποιημένος με όσα έχεις πετύχει, αποκτάς, κατά κάποιον τρόπο, μεγαλύτερη ελευθερία να παίξεις, να δημιουργήσεις χωρίς να αισθάνεσαι διαρκώς την ανάγκη να αποδείξεις κάτι. Νομίζω ότι προσωπικά έχω γίνει πιο δημιουργικός όσο μεγαλώνω. Η δυσκολία, βέβαια, είναι η ενέργεια. Διαθέτω ενέργεια για όσα πράγματα με ενδιαφέρουν πραγματικά, αλλά δυσκολεύομαι ολοένα και περισσότερο να επιστρατεύσω ενθουσιασμό για πράγματα που δεν μου προκαλούν ενδιαφέρον.

–Τι συμβαίνει σε έναν κωμικό όταν βρίσκεται στη σκηνή και το κοινό παύει να γελά; Αν επανειλημμένα το κοινό δεν ανταποκρίνεται με γέλιο, τότε πρέπει να επανεξετάσεις το αστείο. Στην αρχή μπορείς να ρίξεις την ευθύνη στο κοινό. Κάποια στιγμή, όμως, οφείλεις να παραδεχτείς ότι κάτι δεν λειτουργεί. Η κωμωδία έχει την ιδιαιτερότητα να σού δίνει πολύ άμεση ανατροφοδότηση, χωρίς περιθώρια παρερμηνείας.

–Πιστεύετε ότι το κοινό συγχέει μερικές φορές τον κωμικό με τις προσωπικές απόψεις που εκφράζει ο άνθρωπος πίσω από την κωμωδία; Ναι, ιδιαίτερα όταν οι άνθρωποι έχουν την τάση να παίρνουν τα πάντα τοις μετρητοίς. Μπορείς να ασκήσεις ευθέως κριτική σε μια άποψη ή, εναλλακτικά, να την αποδώσεις σε έναν χαρακτήρα που είναι ολοφάνερα ανόητος. Στη δεύτερη περίπτωση, αυτό που κάνεις είναι να γελοιοποιείς την ίδια την άποψη. Δεν την υιοθετείς, ούτε την υπερασπίζεσαι. Κάποιοι, ωστόσο, ακούν τις λέξεις και θεωρούν αυτονόητο ότι ο δημιουργός τους τις συμμερίζεται. Έτσι, χάνουν εντελώς το νόημα του τι κάνει η κωμωδία.

  • «Όποιος γελάει περισσότερο, μαθαίνει καλύτερα.»
  • «Το γέλιο είναι δύναμη για τη δημοκρατία.»
  • «Η κωμωδία έχει πάντα καλύτερο αποτέλεσμα όταν είναι κακόβουλη.»
  • «Η ζωή είναι θανατηφόρα ασθένεια και μάλιστα σεξουαλικά μεταδιδόμενη.»
  • «Οι πιο δημιουργικοί άνθρωποι διαθέτουν αυτή την παιδική ικανότητα να παίζουν».

1939 – Γεννιέται στις 27 Οκτωβρίου στο Γουέστον-σούπερ-Μέαρ του Σόμερσετ. Σπουδάζει νομικά στο Κέιμπριτζ, όπου συμμετέχει στη θεατρική ομάδα Cambridge Footlights και γνωρίζει τον Γκράχαμ Τσάπμαν.

Δεκαετία 1960 – Αρχίζει να εργάζεται ως κωμικός συγγραφέας και performer, συμμετέχοντας μεταξύ άλλων στο The Frost Report, όπου συναντά μελλοντικούς συνεργάτες του στους Monty Python.

1969 – Γεννιέται το Monty Python’s Flying Circus στο BBC. Η ομάδα, με τους Κλιζ, Τσάπμαν, Έρικ Άιντλ, Μάικλ Πέιλιν, Τέρι Τζόουνς και Τέρι Γκίλιαμ, αλλάζει τους κανόνες της τηλεοπτικής κωμωδίας. Ακολουθούν οι κινηματογραφικές επιτυχίες Monty Python and the Holy Grail (1975), Life of Brian (1979) και The Meaning of Life (1983).

1975–1979 – Συνδημιουργεί με την Κόνι Μπουθ και πρωταγωνιστεί στο Fawlty Towers. Μόλις 12 επεισόδια αρκούν για να καταστήσουν τον Μπάζιλ Φόλτι έναν από τους πιο εμβληματικούς χαρακτήρες της βρετανικής τηλεοπτικής κωμωδίας.

1988 – Γράφει και πρωταγωνιστεί στο A Fish Called Wanda, δίπλα στους Τζέιμι Λι Κέρτις, Κέβιν Κλάιν και Μάικλ Πέιλιν. Κερδίζει το BAFTA Α’ Ανδρικού Ρόλου και διεκδικεί Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου.

Δεκαετία 1990 μέχρι σήμερα – Συνεχίζει την κινηματογραφική και τηλεοπτική του πορεία, με συμμετοχές μεταξύ άλλων σε ταινίες James Bond, Harry Potter και Shrek, ενώ επιστρέφει επανειλημμένα στη σκηνή με προσωπικές παραστάσεις και αφηγήσεις από τη ζωή και την καριέρα του.

Ελεύθερα, 8.11.2026

Πηγή – Φιλελεύθερος

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Στήριξε την ανεξάρτητη ενημέρωση

Επίλεξε τη συνδρομή που προτιμάς. Η ασφαλής πληρωμή ολοκληρώνεται μέσω Stripe.