Wednesday, 4 November 2026
Λευκωσία 24°
Απόψεις

ΕΚΛΟΓΕΣ ΣΤΙΣ ΗΠΑ Αισιόδοξες εξελίξεις στην αμερικανική Αριστερά, του Μανώλη Δουβίτσα

Η πόλωση που κυριάρχησε στην προεκλογική περίοδο στις ΗΠΑ, με επίκεντρο την εμφάνιση των Δημοκρατικών Σοσιαλιστών, και η διαφαινόμενη ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές εστιάζει εκ των πραγμάτων το ενδιαφέρον ειδικά της Αριστεράς…

4 November 2026 · 09:59

         

Η πόλωση που κυριάρχησε στην προεκλογική περίοδο στις ΗΠΑ, με επίκεντρο την εμφάνιση των Δημοκρατικών Σοσιαλιστών, και η διαφαινόμενη ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές εστιάζει εκ των πραγμάτων το ενδιαφέρον ειδικά της Αριστεράς στις διεργασίες που συντελούνται εντός του Δημοκρατικού Κόμματος.

Στη συνέχεια, όπως και σε άλλα άρθρα που θα ακολουθήσουν, αναλύονται οι απόψεις και οι στρατηγικές των Δημοκρατικών Σοσιαλιστών.

Η αμερικανική Αριστερά εντός και γύρω από το DSA: ανάμεσα στην απαξίωση και την αποθέωση

Εδώ και περίπου δέκα χρόνια, στο πλαίσιο μιας πορείας που σίγουρα δεν είναι ούτε γραμμική ούτε ενιαία, βλέπουμε στις ΗΠΑ να αναδύεται μια αριστερή πολιτική δύναμη, η οποία εκφράζεται κυρίως, αλλά όχι μόνο, μέσα από τους Δημοκρατικούς Σοσιαλιστές της Αμερικής (DSA). Η δύναμη αυτή, που κατεβάζει συχνά υποψηφίους με το ψηφοδέλτιο των Δημοκρατικών, έχει αυξήσει τα τελευταία χρόνια τις εκλογικές της επιτυχίες, με τελευταίο χαρακτηριστικό παράδειγμα την εκλογή του Ζοχράν Μαμντάνι στη δημαρχία της Νέας Υόρκης. Τα μέλη του DSA ξεπέρασαν τις 100.000 στις αρχές του 2026, και τις 120.000 τον Ιούλιο και, σίγουρα, η κινητικότητα που παρατηρείται σε αυτόν τον χώρο στρέφει τα βλέμματα πολλών αριστερών προς την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Πολλές φορές, όταν η δική μας Αριστερά αναλογίζεται τι ακριβώς είναι η αμερικανική Αριστερά, γύρω και μέσα στο DSA, κινείται ανάμεσα σε δύο λογικές. Από τη μία, την απαξιώνει απόλυτα ως μια «αριστερή» παραλλαγή του νεοφιλελεύθερου και ιμπεριαλιστικού Δημοκρατικού Κόμματος. Από την άλλη, σε ορισμένες περιπτώσεις, την αποθεώνει και την καθιστά πρότυπο, ωσάν αυτή τη στιγμή στη Νέα Υόρκη να συνεδριάζουν τα σοβιέτ. Σε μια συγκυρία διεθνούς και εγχώριας υποχώρησης των δυνάμεων της Αριστεράς, η απόλυτη απαξίωση, ως αντανάκλαση της ήττας αλλά και της πεποίθησης ότι τίποτα δεν ξεφεύγει από την πολιτική μας ματιά, και, από την άλλη, η αποθέωση, ως σανίδα σωτηρίας, είναι στάσεις που δύσκολα αποφεύγονται.

Η συζήτηση στη δημόσια σφαίρα των ΗΠΑ έχει ενταθεί, και θέσεις και πολιτικές λογικές που δεν έβρισκαν έκφραση, τώρα εισέρχονται στο, δύσκολο και επικαθορισμένο επί χρόνια από την απουσία μαζικής Αριστεράς, πολιτικό τοπίο της χώρας. Είναι ενδιαφέρον ότι σε μια χώρα που υπήρξε και εξακολουθεί να είναι βασικός εξαγωγέας αντικομμουνισμού, και όπου ακόμη και η λέξη «σοσιαλισμός» αποτελούσε για χρόνια ταμπού, σχεδόν το 40% των ερωτηθέντων δήλωσε, σε δημοσκόπηση της Washington Post τον περασμένο Ιούλιο, ότι θα εξέταζε το ενδεχόμενο να ψηφίσει έναν δημοκρατικό σοσιαλιστή για πρόεδρο. Το ποσοστό αυτό ανερχόταν στο 46% μεταξύ των ψηφοφόρων κάτω των 30 ετών και στο 64% μεταξύ των ψηφοφόρων του Δημοκρατικού Κόμματος. Σε άλλη δημοσκόπηση, της Gallup, το 43% των Αμερικανών δήλωσε ότι βλέπει θετικά τον σοσιαλισμό, το υψηλότερο ποσοστό από το 2010, ενώ στους νέους ηλικίας 18–34 ετών το αντίστοιχο ποσοστό έφτανε στο 57%.

Το DSA είναι μια Αριστερά πολυτασική και αντιφατική, που διαμορφώνεται από τις ιστορικές ιδιαιτερότητες και τα όρια του πολιτικού συστήματος των ΗΠΑ. Μέσω της πολιτικής του παρουσίας εκφράζονται προτεραιότητες όπως τα δωρεάν και καθολικά δημόσια αγαθά και υπηρεσίες (παιδεία, υγεία), η αύξηση των μισθών, η μείωση του χρόνου εργασίας, το θέμα της στέγης, η φορολόγηση του μεγάλου πλούτου, η Πράσινη Νέα Συμφωνία, καθώς και η δραστική περικοπή του στρατιωτικού προϋπολογισμού και το κλείσιμο όλων των αμερικανικών βάσεων στο εξωτερικό. Η εκλογή πολλών υποψηφίων του σε θεσμικά όργανα, αλλά και η ίδια η ιδεολογική και πολιτική πολυμορφία του, οδηγούν αυτόν τον χώρο να ισορροπεί ανάμεσα σε μια ριζοσπαστικοποίηση του πολιτικού τοπίου και σε στοιχεία συμβιβασμού με το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα.

Όπως και να έχει, πρέπει γενικότερα να μελετήσουμε τι συμβαίνει στην αμερικανική κοινωνία, τι σηματοδοτεί η ιστορικά επικίνδυνη τομή του τραμπικού MAGA, τι εκπροσωπεί, αλλά και ποιες αντιστάσεις υπάρχουν απέναντί του και ποιες δυναμικές αναδύονται. Εξάλλου, η ανάπτυξη του DSA συνέπεσε με την άνοδο του τραμπισμού. Πρόκειται για δύο διαφορετικές απαντήσεις στην κρίση ηγεμονίας των ΗΠΑ και στις μακροχρόνιες συνέπειες της βαθιάς κρίσης του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, που συνδέθηκε με την επιδείνωση των συνθηκών ζωής ενός μεγάλου μέρους της εργατικής τάξης και των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων. Αναμφίβολα, η εκτίναξη της αμερικανικής Αριστεράς γενικότερα, και του DSA ειδικότερα, εκφράζει κοινωνικές δυναμικές οι οποίες ριζοσπαστικοποιούνται στο έδαφος αυτής ακριβώς της κρίσης και, φυσικά, της όξυνσης του κοινωνικού ζητήματος στο εσωτερικό της χώρας.

Οι ΗΠΑ, η νικήτρια δύναμη του σταδίου του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού, διαμόρφωσαν οι ίδιες τις συνθήκες ώστε, στον καπιταλισμό της εποχής μας, η ηγεμονία τους να απειλείται ολοένα και περισσότερο. Η παρακμή του αμερικανικού και συνολικότερα του δυτικού μοντέλου, καθώς και η αδυναμία του να ξεπεράσει οριστικά την κρίση του 2007–2008, εκφράζουν τα όρια αναπαραγωγής του συστήματος εν γένει.

Στο εσωτερικό των ΗΠΑ συσσωρεύονται εκρηκτικές κοινωνικές αντιθέσεις, οι οποίες αντανακλούν τη στρατηγική του κεφαλαίου να αυξάνει διαρκώς τον βαθμό εκμετάλλευσης της εργασίας. Σύμφωνα με το Economic Policy Institute, από το 1979 έως το 2026 η καθαρή παραγωγικότητα αυξήθηκε κατά 93,7%, ενώ η αμοιβή του τυπικού εργαζόμενου μόλις κατά 32,7% [1]. Ο πραγματικός μέσος ωριαίος μισθός κορυφώθηκε το 1973 και για περισσότερα από είκοσι χρόνια κινήθηκε πτωτικά, ενώ ο διάμεσος μισθός αυξήθηκε από το 1979 κατά περίπου 0,6% τον χρόνο. Όπως επισημαίνει ο μαρξιστής οικονομολόγος Michael Roberts, το ποσοστό υπεραξίας έχει αυξηθεί κατά 57% από το 1980 [2]. Παράλληλα, η αποβιομηχάνιση δημιούργησε εκτεταμένες ζώνες ανεργίας και φτώχειας σε ολόκληρη την αμερικανική περιφέρεια, οι οποίες εν πολλοίς καθορίζουν τις σημερινές πολιτικές εξελίξεις. Αντίστοιχα, η μακροχρόνια επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας αποτελεί έναν ακόμη δείκτη που μαρτυρά τα βαθιά αδιέξοδα του αμερικανικού κεφαλαίου.

Το τελευταίο διάστημα, σε έντυπα και ιστοσελίδες της αμερικανικής ριζοσπαστικής Αριστεράς, έχουν δημοσιευτεί τρία κείμενα-ντοκουμέντα, τα οποία αποτυπώνουν ευρύτερες αντιλήψεις για τη στρατηγική της Αριστεράς, για το τι είναι, επί της ουσίας, το DSA και για την κατεύθυνση προς την οποία κινείται. Το πρώτο είναι το «Προς τα πού κατευθύνεται το DSA;» (Where Is DSA Going?) του Paul Heideman, [3] το δεύτερο είναι «Τα διλήμματα της σοσιαλιστικής διακυβέρνησης ενός καπιταλιστικού κράτους» (The Dilemmas of Socialist Governance of a Capitalist State) του Max Elbaum [4] και το τρίτο είναι το «Η αναγκαιότητα της επανάστασης» (The Necessity of Revolution) του Bhaskar Sunkara  [5].

Σε αυτά τα κείμενα διατυπώνονται σκέψεις της αμερικανικής Αριστεράς για την τακτική και τη στρατηγική, για τον σοσιαλισμό και για το κόμμα που θα τον προωθήσει, για το κράτος, τη σχέση μεταρρύθμισης και επανάστασης και τη διαλεκτική του πολέμου θέσεων και κινήσεων. Παράλληλα, τα κείμενα προσφέρουν στοιχεία για το DSA, τις αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό του, τη σχέση του με το Δημοκρατικό Κόμμα, τον βαθμό συνοχής του και τη συνολική πορεία του.

Κάποιες από τις απόψεις που διατυπώνονται έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, κάποιες άλλες είναι περισσότερο αντιφατικές, ορισμένες μπορεί να μας φαίνονται ξένες, εκφράζοντας μια διαφορετική πολιτική κουλτούρα, ενώ άλλες περισσότερο οικείες. Όπως και να έχει, αυτά τα κείμενα δίνουν μια εικόνα της συζήτησης και της κατάστασης που επικρατεί αυτή τη στιγμή στην αμερικανική Αριστερά και αξίζει όχι μόνο να παρουσιαστούν, όπως επιχειρούμε να κάνουμε σε αυτό το άρθρο, αλλά και να διαβαστούν.

Ο Heideman και η πορεία του DSA

Το πρώτο κείμενο είναι του Paul Heideman και έχει τίτλο «Προς τα πού κατευθύνεται το DSA;». Δημοσιεύτηκε στο Catalyst, περιοδικό σοσιαλιστικής θεωρίας, το καλοκαίρι του 2026. Ο Heideman είναι ιστορικός της αμερικανικής Αριστεράς και έχει ασχοληθεί με το ευρύτερο ζήτημα των σοσιαλιστικών κομμάτων στις ΗΠΑ. Έτσι, το κείμενο ξεκινά με αναφορές στην άγνωστη σε πολλούς ιστορία της αμερικανικής Αριστεράς, η οποία χαρακτηρίζεται από απότομες ανόδους και πτώσεις. Κόμματα όπως το Λαϊκό Κόμμα στα τέλη του 19ου αιώνα, αλλά και το Κομμουνιστικό Κόμμα στα μέσα της δεκαετίας του 1940, γνώρισαν μεγάλη άνοδο, για να ακολουθήσει στη συνέχεια η συρρίκνωσή τους. Τα παραδείγματα αυτά δεν παρουσιάζονται ως ιστορικά ανάλογα με το DSA, χρησιμοποιούνται όμως για να τεθεί το ερώτημα «Μήπως η σημερινή άνοδος του DSA είναι η κορυφή πριν από την υποχώρηση;»

Για να απαντηθεί, όμως, αυτό το ερώτημα, πρέπει να δούμε τι ήταν και τι είναι η συγκεκριμένη οργάνωση, ποιους στόχους θέτει και σε ποιο πλαίσιο κινείται. Από τα 6.500 μέλη το 2014, το DSA έφτασε να αριθμεί 120.000 το 2026, ενώ μέλη του και υποψήφιοι που υποστήριξε εξελέγησαν σε σημαντικές θεσμικές θέσεις.

Σε πρώτη φάση, ο Heideman εξηγεί τον ισχυρό δικομματικό χαρακτήρα του πολιτικού συστήματος των ΗΠΑ. Όλοι έχουμε αναρωτηθεί: Γιατί κυριαρχούν δύο μεγάλα κόμματα; Γιατί μια αριστερή εναλλακτική δεν εμφανίζεται ως ανεξάρτητο κόμμα, αλλά το DSA στηρίζει συχνά υποψηφίους που κατεβαίνουν με το ψηφοδέλτιο των Δημοκρατικών;

Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, το εκλογικό σύστημα των ΗΠΑ ευνοεί όσους διεκδικούν μια θέση μέσα από τα δύο μεγάλα κόμματα και δυσκολεύει όσους επιχειρούν να τα αμφισβητήσουν από τα έξω. Οι κανόνες πρόσβασης στο ψηφοδέλτιο είναι αυστηροί και η σχετική διαδικασία εξαιρετικά κοστοβόρα για τα τρίτα κόμματα, που πρέπει πρώτα να συγκεντρώσουν υπογραφές, ενώ οι Δημοκρατικοί και οι Ρεπουμπλικανοί συχνά εξαιρούνται από αυτές τις απαιτήσεις. Παράλληλα, οι υποψήφιοι των μεγάλων κομμάτων επιλέγονται μέσω προκριματικών εκλογών, πριν από τις γενικές εκλογές. Αυτό δίνει στους σοσιαλιστές τη δυνατότητα να διεκδικήσουν το χρίσμα των Δημοκρατικών και να συμμετάσχουν στις γενικές εκλογές αξιοποιώντας ένα ήδη υπάρχον εκλογικό μονοπάτι, χωρίς να αναλάβουν εξαρχής το βάρος της οικοδόμησης ενός νέου εκλογικού κόμματος.

Έτσι, ο αρθρογράφος, χωρίς να υποστηρίζει ότι μια ανεξάρτητη επιλογή είναι αδύνατη, εξηγεί γιατί η συμμετοχή στις προκριματικές αποτελεί μια πιο προσιτή εκλογική διαδρομή για το DSA. Η επιλογή αυτή, βέβαια, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν διαφωνίες στο εσωτερικό του για τη σχέση του με το Δημοκρατικό Κόμμα και τα όρια της συνεργασίας μαζί του.

Στη συνέχεια, ο Heideman περνά σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κομμάτι, που αφορά την προέλευση και τη μετέπειτα πορεία του DSA. Το παλιό Σοσιαλιστικό Κόμμα των ΗΠΑ διασπάστηκε το 1972. Η πλειοψηφία του στοιχήθηκε με τον αντικομμουνισμό του Ψυχρού Πολέμου, συγκροτώντας τους Social Democrats, USA, ενώ μεγάλο μέρος της αντιμετώπιζε εχθρικά τη Νέα Αριστερά και τα κινήματα της δεκαετίας του 1960. Η μειοψηφία, με επικεφαλής τον Michael Harrington, ίδρυσε τη Democratic Socialist Organizing Committee (DSOC).

Ο Harrington ήταν ένας σοσιαλιστής ρεφορμιστής κλασικού τύπου της μεταπολεμικής Αμερικής, με αναφορά στο εργατικό κίνημα, που φιλοδοξούσε να προωθήσει μεταρρυθμίσεις συγκροτώντας έναν σοσιαλιστικό πόλο στην αριστερή πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος. Το 1962 είχε γράψει το βιβλίο The Other America, στο οποίο ανέδειξε την έκταση της φτώχειας και της ανισότητας στις ΗΠΑ, σε μια περίοδο κατά την οποία αυτές συχνά έμεναν αόρατες πίσω από την εικόνα μιας ευημερούσας χώρας.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η DSOC συγχωνεύτηκε με το New American Movement, μια ομάδα που προερχόταν από τη Νέα Αριστερά, και έτσι συγκροτήθηκε το DSA. Κατά τη ρηγκανική δεκαετία του 1980 και αργότερα, στη δεκαετία του 1990, η οργάνωση έμεινε στάσιμη. Με την αλλαγή του αιώνα, όμως, γεγονότα όπως ο πόλεμος στο Ιράκ και το Occupy Wall Street συνέβαλαν στην αναζωογόνηση της αμερικανικής Αριστεράς, δημιουργώντας το έδαφος για τη μετέπειτα ανάπτυξή της.

Το γεγονός, ωστόσο, που έδωσε στο DSA μεγάλη ορατότητα και συνέβαλε καθοριστικά στη μετατροπή του από μια οργάνωση με κυρίως ηλικιωμένα μέλη στη μεγαλύτερη σοσιαλιστική οργάνωση των ΗΠΑ ήταν η προεκλογική εκστρατεία του Μπέρνι Σάντερς το 2016. Ο Σάντερς διεκδίκησε το προεδρικό χρίσμα μέσα από τις προκριματικές των Δημοκρατικών, μιλώντας ανοιχτά για «δημοκρατικό σοσιαλισμό». Μέλη του DSA συμμετείχαν ενεργά στην εκστρατεία του και η οργάνωση, επειδή ήδη αυτοπροσδιοριζόταν ως δημοκρατική σοσιαλιστική και ήταν εύκολο να γίνει κανείς μέλος της, μπόρεσε να προσελκύσει πολλούς από όσους πολιτικοποιήθηκαν μέσα από αυτή τη διαδικασία.

Η περίοδος μετά την πρώτη εκστρατεία του Σάντερς ήταν καθοριστική και για την πολιτική κατεύθυνση του DSA. Στο συνέδριο του 2017, η οργάνωση ψήφισε υπέρ της αποχώρησης από τη Σοσιαλιστική Διεθνή και της υποστήριξης του BDS, τασσόμενη έτσι με την παλαιστινιακή υπόθεση και σηματοδοτώντας μια αλλαγή σε σχέση με τη φιλοϊσραηλινή στάση που διατηρούσε τις προηγούμενες δεκαετίες. Παράλληλα, στους κόλπους της αναπτύχθηκε μια βασική συζήτηση για το τι στάση πρέπει να κρατήσει απέναντι στο Δημοκρατικό Κόμμα.

Εδώ πάντως παρουσιάζεται ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο. Ενώ αρκετά κόμματα της Αριστεράς ακολούθησαν με τον καιρό πιο μετριοπαθείς ή σοσιαλφιλελεύθερες κατευθύνσεις, στην περίπτωση του DSA βλέπουμε μια αντίστροφη κίνηση, μια οργάνωση που γίνεται πιο ριζοσπαστική, όπως δείχνουν οι αλλαγές στις θέσεις της και οι συζητήσεις για την πολιτική της αυτονομία. Αυτό συμβαίνει σε μια περίοδο κατά την οποία γεγονότα όπως ο πόλεμος στο Ιράκ, η οικονομική κρίση, το Occupy Wall Street και, αργότερα, η άνοδος του Τραμπ διαμόρφωσαν το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο δρα η νέα αμερικανική Αριστερά.

Στη συνέχεια του άρθρου του, ο Heideman παρουσιάζει δύο κείμενα που επηρέασαν τη συζήτηση στο εσωτερικό του DSA για τη σχέση του με το Δημοκρατικό Κόμμα. Το ένα είναι του Seth Ackerman, ιστορικού και συντάκτη του περιοδικού Jacobin, ο οποίος υποστηρίζει ότι οι σοσιαλιστές μπορούν να χρησιμοποιούν το ψηφοδέλτιο των Δημοκρατικών, χτίζοντας ταυτόχρονα τη δική τους οργάνωση, με ξεχωριστό πρόγραμμα, μέλη και δομή. Το άλλο είναι του Eric Blanc, ερευνητή του εργατικού κινήματος και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Rutgers, ο οποίος προτείνει τη στρατηγική της «βρόμικης ρήξης» (dirty break). Σύμφωνα με αυτήν, η χρήση του ψηφοδελτίου των Δημοκρατικών μπορεί αρχικά να βοηθήσει τους σοσιαλιστές να αποκτήσουν δύναμη, με στόχο να συγκροτήσουν αργότερα μια ανεξάρτητη εκλογική δύναμη. Η διαφορά είναι ότι ο Blanc θέτει ρητά ως επόμενο βήμα την αποχώρηση από το εκλογικό πλαίσιο των Δημοκρατικών. Και στις δύο περιπτώσεις, πάντως, το ζητούμενο είναι να μη χαθεί η αυτονομία της σοσιαλιστικής οργάνωσης μέσα από τη συνεργασία με τους Δημοκρατικούς.

Εδώ ο αρθρογράφος μας ξετυλίγει, κατά κάποιον τρόπο, την πολιτική λογική πίσω από τη σχέση του DSA με το Δημοκρατικό Κόμμα, ένα κόμμα με βαθιά αντιδραστικό ρόλο στην ιστορία των ΗΠΑ και διεθνώς. Το ότι οι προκριματικές προσφέρουν ένα πιο προσιτό εκλογικό μονοπάτι εξηγεί γιατί το DSA στράφηκε προς αυτό, δεν σημαίνει όμως ότι το Δημοκρατικό Κόμμα είναι ένα ουδέτερο πεδίο που μπορεί απλώς να χρησιμοποιηθεί ή να καταληφθεί. Είναι ένας από τους δύο βασικούς διαχειριστές του αμερικανικού ιμπεριαλιστικού κράτους, ενώ η εκλογική πορεία μέσα από το ψηφοδέλτιό του φέρνει τις καμπάνιες της Αριστεράς αντιμέτωπες με τους μηχανισμούς και τους όρους λειτουργίας του.

Το ζήτημα, σε τελική ανάλυση, είναι ποιος κάνει εισοδισμό σε ποιον: το DSA στο Δημοκρατικό Κόμμα ή το Δημοκρατικό Κόμμα στο DSA; Γιατί, όσο κι αν μέσα από τις προκριματικές εκφράζονται, έστω ατελώς, πραγματικές κοινωνικές δυναμικές και τάσεις ριζοσπαστικοποίησης, το πιο προσιτό εκλογικό μονοπάτι που περιγράφει ο Heideman δεν είναι πολιτικά ουδέτερο. Αντίθετα, αυτές οι δυναμικές κινδυνεύουν να ενσωματωθούν σε ένα κόμμα του οποίου την πολιτική θα έπρεπε να αντιπαλεύουν.

Μέσα σε αυτή τη λογική, ούτε η «βρόμικη ρήξη» λύνει το πρόβλημα, καθώς μεταθέτει την ανεξάρτητη συγκρότηση για αργότερα. Όσο περισσότερο η οργάνωση στηρίζεται στο ψηφοδέλτιο των Δημοκρατικών για να αναπτυχθεί εκλογικά, τόσο δυσκολότερο γίνεται να απεξαρτηθεί από αυτό.

Υπάρχουν συγκεκριμένα γεγονότα που επιβεβαιώνουν ότι η εκλογική εκπροσώπηση μέσα από τους Δημοκρατικούς όχι μόνο δεν εξασφαλίζει την πολιτική αυτονομία του DSA, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις κάνει τους εκπροσώπους του ανάχωμα απέναντι στους εργατικούς, αντιιμπεριαλιστικούς και ευρύτερους αγώνες. Για παράδειγμα το 2022, η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ, η Κόρι Μπους και ο Τζαμάλ Μπόουμαν ψήφισαν υπέρ της επιβολής συμφωνίας στους σιδηροδρομικούς, στερώντας τους τη δυνατότητα να προχωρήσουν στην απεργία που ετοίμαζαν. Η Ρασίντα Τλάιμπ, επίσης μέλος του DSA, ψήφισε κατά, δείχνοντας ότι υπήρχε και άλλη επιλογή. Την ίδια χρονιά, η Οκάσιο-Κορτέζ στήριξε πακέτο βοήθειας προς την Ουκρανία που περιλάμβανε και στρατιωτική χρηματοδότηση, ενώ το 2025 ψήφισε κατά τροπολογίας που θα περιόριζε τη χρηματοδότηση του ισραηλινού Iron Dome.

Εκλογικές επιτυχίες και εσωτερικές αντιπαραθέσεις

Πέρα, πάντως, από το θέμα των συνεργασιών με τους Δημοκρατικούς, οι διαφωνίες και η συγκρότηση τάσεων αποτελούν δομικό στοιχείο του DSA. Τα τελευταία χρόνια, η εσωτερική αντιπαράθεση εκφράστηκε μέσα από διαφορετικά ρεύματα, όπως η Praxis και η Build, που προέτασσαν την τοπική αποκέντρωση, η Bread & Roses με μαρξιστικό προσανατολισμό και έμφαση στη συνδικαλιστική βάση, αλλά και η Socialist Majority Caucus, που έδινε προτεραιότητα στην εκλογική δράση μέσω των Δημοκρατικών.

Ήδη από το 2018–2019, το DSA εξέλεξε μέλη του σε δημόσια αξιώματα. Στη Νέα Υόρκη, η Τζούλια Σαλαζάρ κέρδισε μια έδρα στη Γερουσία της πολιτείας και η Οκάσιο-Κορτέζ στη Βουλή των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, ενώ στο Σικάγο έξι μέλη του εξελέγησαν στο δημοτικό συμβούλιο, με σημαντική στήριξη από συνδικάτα. Έτσι, παρά το γεγονός ότι η οργάνωση λειτουργούσε συχνά περισσότερο ως σύνολο τοπικών ομάδων παρά ως ενιαία δύναμη σε πανεθνικό επίπεδο, κατάφερνε να διεξάγει αποτελεσματικές εκλογικές εκστρατείες με ουσιαστικό πολιτικό περιεχόμενο.

Το 2021 το DSA βρέθηκε αντιμέτωπο με νέες σημαντικές αντιπαραθέσεις. Ο βουλευτής Τζαμάλ Μπόουμαν, τον οποίο είχε υποστηρίξει η οργάνωση, ψήφισε υπέρ της χρηματοδότησης του ισραηλινού αντιπυραυλικού συστήματος Iron Dome και συμμετείχε σε ταξίδι στο Ισραήλ. Οι κινήσεις αυτές προκάλεσαν μεγάλη εσωτερική σύγκρουση, με την ομάδα εργασίας για το BDS να ζητά τη διαγραφή του, αλλά με την Εθνική Πολιτική Επιτροπή να αρνείται. Η αντιπαράθεση αυτή άνοιξε ένα ευρύτερο ερώτημα: τι σχέση πρέπει να έχει η οργάνωση με έναν αιρετό που έχει στηρίξει; Πώς συνεργάζεται μαζί του και τι μπορεί να κάνει όταν εκείνος διαφωνεί με τις θέσεις της;

Παράλληλα, από το 2021 έως το 2024, το DSA γνώρισε κάμψη στον αριθμό των μελών του, τα οποία από περίπου 94.000 μειώθηκαν σε περίπου 50.000. Νέα ώθηση, ωστόσο, του έδωσε η εκλογική πορεία του Ζοχράν Μαμντάνι, που εξελέγη δήμαρχος της Νέας Υόρκης. Ήδη η νίκη του στις προκριματικές των Δημοκρατικών το 2025 είχε φέρει ένα νέο κύμα εγγραφών, συμβάλλοντας ώστε η οργάνωση να φτάσει για πρώτη φορά τα 100.000 μέλη στις αρχές του 2026.

Προς το τέλος του κειμένου, ο Heideman θέτει τρεις προβληματισμούς που αποτυπώνουν τη σημερινή οργανωτική και πολιτική πραγματικότητα του DSA. Πρώτον, το κατά πόσο λειτουργεί ως ενιαία οργάνωση. Όπως παρατηρεί, ενώ σε ορισμένες περιοχές τα παραρτήματά του οργανώνουν μαζικές εκστρατείες, σε άλλες λειτουργούν περισσότερο ως κλειστοί πολιτικοί κύκλοι, με χαρακτηριστικά υποκουλτούρας. Η χαλαρή πανεθνική δομή επιτρέπει να συνυπάρχουν αυτές οι διαφορετικές πρακτικές, χωρίς η εμπειρία των πιο επιτυχημένων παραρτημάτων να γίνεται κοινή κατεύθυνση για όλο το DSA.

Δεύτερον, μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης υποεκπροσωπούνται στα μέλη του. Σύμφωνα με την έρευνα που παραθέτει ο Heideman, περίπου το 80% των μελών ηλικίας 25 ετών και άνω έχει πτυχίο. Οι εργαζόμενοι στο λιανεμπόριο, στην εστίαση και σε άλλες υπηρεσίες αποτελούν περίπου το 20% της συνολικής απασχόλησης, αλλά μόλις το 6% των μελών του DSA. Αντίστοιχα, οι εργαζόμενοι σε χειρωνακτικά επαγγέλματα αποτελούν σχεδόν το ένα τρίτο της απασχόλησης, αλλά περίπου το 4% των μελών του. Αυτό δείχνει ότι η οργάνωση έχει πολύ μεγαλύτερη παρουσία ανάμεσα σε πτυχιούχους εργαζομένους παρά σε άλλα μεγάλα τμήματα της παραδοσιακής εργατικής τάξης.

Τρίτον, παρά τις εκλογικές της επιτυχίες, η επιρροή του DSA στα συνδικάτα και στα κοινωνικά κινήματα δεν είναι ανάλογη. Ο Heideman αναγνωρίζει σημαντικές συνδικαλιστικές παρεμβάσεις, θεωρεί όμως ότι δεν έχουν ακόμη δώσει στην οργάνωση βαθιές ρίζες στους χώρους εργασίας. Επιπλέον, όταν οι σοσιαλιστές εκλέγονται με το ψηφοδέλτιο των Δημοκρατικών, η διακριτή πολιτική τους ταυτότητα δεν είναι πάντα ορατή στους ψηφοφόρους. Κατά τον συγγραφέα, χωρίς ισχυρότερη εργατική οργάνωση και κινητοποίηση, ακόμη και οι εκλεγμένοι σοσιαλιστές θα δυσκολεύονται να προωθήσουν το πρόγραμμά τους απέναντι στην αντίσταση του κεφαλαίου.

Η διαπίστωση αυτή διαψεύδει τους εξωραϊσμούς και θέτει ένα ερώτημα που αφορά συνολικά τη σύγχρονη δυτική Αριστερά, δηλαδή ποια είναι η σχέση της με τα λαϊκά στρώματα και πώς μπορεί να την ανακτήσει.

Πηγή – KOMMON

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Στήριξε την ανεξάρτητη ενημέρωση

Επίλεξε τη συνδρομή που προτιμάς. Η ασφαλής πληρωμή ολοκληρώνεται μέσω Stripe.