GreeceΓαλλία: Από τον Μάη του ’68 στον Οκτώβρη της αμφισβήτησης
Αλέξανδρος Μηνακάκης* / Αναδημοσίευση από τον Σελιδοδείκτη Η Γαλλία αποτελεί ιστορικά ένα από τα σημαντικότερα πεδία κοινωνικών και ταξικών συγκρούσεων στην Ευρώπη. Από τον Μάη του 1968, όταν η φοιτητική εξέγερση συναντήθηκε με τη…
4 November 2026 · 08:35
Αλέξανδρος Μηνακάκης* / Αναδημοσίευση από τον Σελιδοδείκτη
Η Γαλλία αποτελεί ιστορικά ένα από τα σημαντικότερα πεδία κοινωνικών και ταξικών συγκρούσεων στην Ευρώπη. Από τον Μάη του 1968, όταν η φοιτητική εξέγερση συναντήθηκε με τη μαζική απεργιακή κινητοποίηση εκατομμυρίων εργαζομένων, μέχρι το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων το 2018, που αμφισβήτησε την ακρίβεια, την κοινωνική ανισότητα και την κυβερνητική πολιτική, η γαλλική κοινωνία έχει επανειλημμένα γνωρίσει μεγάλες περιόδους κοινωνικής αναταραχής. Πιο πρόσφατα, το 2023, εκατομμύρια εργαζόμενοι και νέοι βγήκαν στους δρόμους ενάντια στη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση του Μακρόν, που αύξησε το όριο συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64 χρόνια.
Σήμερα, σχεδόν έξι δεκαετίες μετά τον Μάη του ’68, η γαλλική νεολαία βρίσκεται ξανά στο προσκήνιο των κοινωνικών αγώνων. Μέσα σε ένα περιβάλλον οικονομικής κρίσης, λιτότητας, όξυνσης των κοινωνικών και ταξικών ανισοτήτων και αυξανόμενης ανασφάλειας για το μέλλον, οι μαθητικές και φοιτητικές κινητοποιήσεις του φετινού φθινοπώρου έρχονται να προστεθούν σε αυτή τη μακρά ιστορία λαϊκών και κοινωνικών αγώνων.
Το νέο κύμα κινητοποιήσεων ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο από το λύκειο Saint–Exupéry στο Κρετέιγ, στα ανατολικά προάστια του Παρισιού, όπου μαθητές, εκπαιδευτικοί και γονείς διαμαρτυρήθηκαν για τις ελλείψεις προσωπικού και τις ανεπαρκείς συνθήκες διδασκαλίας. Μέσα σε λίγες ημέρες, οι κινητοποιήσεις εξαπλώθηκαν σε εκατοντάδες σχολεία, με καταλήψεις, αποκλεισμούς εισόδων, συνελεύσεις και διαδηλώσεις.
Η γρήγορη εξάπλωση του κινήματος αποκαλύπτει το βάθος της κρίσης και της υποχρηματοδότησης της δημόσιας παιδείας. Οι ελλείψεις εκπαιδευτικών, οι υπεράριθμες τάξεις και οι υποβαθμισμένες υποδομές αποτελούν προβλήματα που συσσωρεύονται εδώ και χρόνια. Οι μαθητές διεκδικούν μαζικές προσλήψεις, μείωση του αριθμού μαθητών ανά τάξη και ουσιαστική αύξηση της χρηματοδότησης. Παράλληλα, τίθενται ενάντια του Parcoursup, του συστήματος εισαγωγής στην ανώτατη εκπαίδευση, που εντείνει το κλίμα ανταγωνισμού και ενισχύει τους ταξικούς φραγμούς στην παιδεία.
Η κινητοποίηση της 6ης Οκτωβρίου αποτέλεσε σημαντικό σημείο καμπής. Περίπου 450.000 άνθρωποι συμμετείχαν στις διαδηλώσεις σε ολόκληρη τη χώρα. Η παρουσία μαθητών, φοιτητών, εκπαιδευτικών και εργαζομένων έδειξε ότι το κίνημα μπορούσε να ξεπεράσει τα στενά όρια των σχολείων.
Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η συμμετοχή των φοιτητών, με συνελεύσεις, αποκλεισμούς σχολών και κινητοποιήσεις σε πανεπιστήμια του Παρισιού, της Λυών, της Ρεν, της Τουλούζης και άλλων πόλεων. Οι φοιτητές διεκδικούν αύξηση της χρηματοδότησης των πανεπιστημίων, προσλήψεις προσωπικού, περισσότερες θέσεις στις δημόσιες σχολές και κατάργηση των ταξικών φραγμών στην πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση. Τα αιτήματά τους συνδέονται άμεσα με εκείνα των μαθητών, καθώς η χρόνια υποχρηματοδότηση της δημόσιας παιδείας πλήττει ιδιαίτερα τα παιδιά των εργατικών και λαϊκών οικογενειών, διευρύνοντας τις ήδη υπάρχουσες κοινωνικές και ταξικές ανισότητες. Παράλληλα, οι μηχανισμοί επιλογής, όπως το προαναφερθέν Parcoursup και το Mon Master, εντείνουν τον ανταγωνισμό για τις περιορισμένες διαθέσιμες θέσεις, αναπαράγοντας τις ανισότητες στην πρόσβαση στην εκπαίδευση και περιορίζοντας τις προοπτικές των νέων από τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα.
Παράλληλα, η αύξηση των ενοικίων, η έλλειψη δημόσιων φοιτητικών εστιών, το υψηλό κόστος ζωής και η ανεπαρκής φοιτητική μέριμνα καθιστούν τις σπουδές ολοένα δυσκολότερες, ιδιαίτερα για όσους προέρχονται από εργατικές οικογένειες. Πολλοί φοιτητές αναγκάζονται να εργάζονται ταυτόχρονα με τις σπουδές τους, συχνά σε επισφαλείς θέσεις εργασίας, γεγονός που δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο τόσο την πρόσβασή τους στην ανώτατη εκπαίδευση όσο και τη δυνατότητα ολοκλήρωσης των σπουδών τους.
Η συμμετοχή των εκπαιδευτικών και των συνδικάτων έδωσε στις κινητοποιήσεις ευρύτερο κοινωνικό χαρακτήρα. Συνδικάτα όπως η CGT, η FSU και η Solidaires στήριξαν τους αγώνες, επαναφέροντας στο προσκήνιο την ανάγκη για συντονισμένη και διαρκή απεργιακή δράση, αξιοποιώντας και την εμπειρία των μεγάλων κινητοποιήσεων ενάντια στη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση του 2023.
Η δυναμική αυτή εκφράστηκε ακόμη πιο έντονα στις 17 Οκτωβρίου, όταν οι μαθητικοί και φοιτητικοί αγώνες συναντήθηκαν με την ευρύτερη κοινωνική οργή απέναντι στην ακρίβεια, την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών και τις πολιτικές λιτότητας. Εργαζόμενοι, συνδικάτα, μαθητές, φοιτητές, συνταξιούχοι αλλά και τα Κίτρινα Γιλέκα βρέθηκαν μαζί στους δρόμους, με τη συμμετοχή να φτάνει τους 800.000 διαδηλωτές σε ολόκληρη τη Γαλλία.
Η μαζικότητα των διαδηλώσεων και η συνάντηση διαφορετικών κοινωνικών αγώνων ανέδειξαν τη δυνατότητα μιας ευρύτερης κοινωνικής αμφισβήτησης. Απέναντι σε αυτές τις μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις, η κυβέρνηση του Μακρόν και του Λεκορνί απάντησε με καταστολή, δακρυγόνα και αστυνομική βία, ακόμη και εναντίον ανήλικων μαθητών. Άλλωστε, η καταστολή είχε ήδη σημαδέψει τις προηγούμενες εβδομάδες των κινητοποιήσεων, με αστυνομικές επεμβάσεις σε σχολεία και πανεπιστήμια υπό κατάληψη, προσαγωγές και συλλήψεις διαδηλωτών, με έναν δεκαπεντάχρονο μαθητή μάλιστα να χάνει το χέρι του από χειροβομβίδα κρότου λάμψης των δυνάμεων καταστολής. Παράλληλα, η κυβέρνηση επιχείρησε να απαξιώσει το κίνημα, συνδέοντάς το με επεισόδια και καταστροφές, ενώ μέρος των ΜΜΕ επικεντρώθηκε στις συγκρούσεις και τις υλικές ζημιές, καλλιεργώντας την εικόνα ενός κινήματος που αποτελείται κυρίως από “ταραχοποιούς” αποσιωπόντας πλήρως για την έντονη καταστολή από τη μεριά του κράτους. Έτσι, τα αιτήματα των μαθητών, των φοιτητών και των εργαζομένων, αλλά και οι βαθύτερες κοινωνικές αιτίες που τους οδήγησαν στους δρόμους, πέρασαν σε δεύτερο πλάνο.
Αντί όμως η 17η Οκτωβρίου να αποτελέσει το τέλος του κύματος διαμαρτυριών, ακολούθησε μια νέα μεγάλη ημέρα δράσης στις 24 Οκτωβρίου. Η κυβέρνηση Μακρόν επιχείρησε να ανακόψει τη δυναμική του κινήματος κλιμακώνοντας την καταστολή και την τρομοκρατία και περιορίζοντας το δικαίωμα στη διαδήλωση. Με απαγορεύσεις συγκεντρώσεων, περιορισμούς στις διαδρομές των πορειών και μαζική κινητοποίηση αστυνομικών δυνάμεων, επιδίωξε να επιβάλει ένα κλίμα φόβου και εκφοβισμού. Περίπου 70.000 αστυνομικοί κινητοποιήθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα, ενώ στη Λυών και τη Μασσαλία επιβλήθηκαν περιορισμοί στις συγκεντρώσεις και στο Παρίσι οι αρχές επέβαλαν διαφορετική διαδρομή από εκείνη που είχαν προτείνει οι διοργανωτές. Η στάση αυτή ανέδειξε τον αυταρχισμό της κυβερνητικής πολιτικής και την επίθεση στις δημοκρατικές ελευθερίες, με το δικαίωμα στη συλλογική διαμαρτυρία να αντιμετωπίζεται ολοένα περισσότερο ως “ζήτημα δημόσιας τάξης”.
Ωστόσο, οι απαγορεύσεις και η αστυνομική τρομοκράτηση δεν κατάφεραν να κάμψουν το κίνημα. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι σπάσαν την τρομοκρατία και το κλίμα φόβου, βγήκαν ξανά στους δρόμους στις 24 Οκτωβρίου, με τη συμμετοχή να φτάνει τους 800.000 διαδηλωτές σε ολόκληρη τη Γαλλία, εκ των οποίων 250.000 στο Παρίσι. Παρά τους περιορισμούς και την ισχυρή αστυνομική παρουσία, οι κινητοποιήσεις συνεχίστηκαν και σε άλλες μεγάλες πόλεις, όπως η Λυών, δείχνοντας ότι το κίνημα δεν ήταν διατεθειμένο να υποχωρήσει μπροστά στις απαγορεύσεις και τον φόβο. Ακόμη και οι νέες αστυνομικές επεμβάσεις, η χρήση δακρυγόνων και οι καταγγελίες για τραυματισμούς διαδηλωτών δεν κατάφεραν να ανακόψουν τη μαζική συμμετοχή. Αντίθετα, η σύγκρουση γύρω από το ίδιο το δικαίωμα στη διαδήλωση ανέδειξε μια βαθύτερη διάσταση του αγώνα, καθώς η υπεράσπιση των κοινωνικών διεκδικήσεων συνδέθηκε πλέον και με την υπεράσπιση των δημοκρατικών ελευθεριών.
Μπροστά στη μαζικότητα και την επιμονή των κινητοποιήσεων, η κυβέρνηση Μακρόν αναγκάστηκε να κάνει ένα πρώτο βήμα πίσω, ανακοινώνοντας στα τέλη Οκτωβρίου μια σειρά παραχωρήσεων στον τομέα της εκπαίδευσης. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν ο περιορισμός των προγραμματισμένων περικοπών θέσεων, η δημιουργία πρόσθετων εκπαιδευτικών και πανεπιστημιακών θέσεων, η ενίσχυση της φοιτητικής μέριμνας και η πρόθεση αντικατάστασης του Parcoursup έως το 2028. Η αναδίπλωση αυτή ανέδειξε τη δύναμη της μαζικής και συλλογικής δράσης, δείχνοντας πως οι οργανωμένοι αγώνες μπορούν να πετυχαίνουν νίκες ακόμη και απέναντι στο σύστημα και τις κυβερνήσεις του. Ωστόσο, οι παραχωρήσεις αυτές δεν στάθηκαν αρκετές για να κατευνάσουν το λαϊκό κίνημα, το οποίο συνεχίζει τις κινητοποιήσεις του, διεκδικώντας ουσιαστικότερες αλλαγές και δείχνοντας πως η δυναμική των αγώνων δεν έχει εξαντληθεί.
Πίσω από τις κινητοποιήσεις βρίσκεται η βαθύτερη οικονομική και κοινωνική κρίση που αντιμετωπίζει η Γαλλία. Με το δημόσιο χρέος να έχει ξεπεράσει τα 3,5 τρισεκατομμύρια ευρώ και να πλησιάζει το 120% του ΑΕΠ, η κυβέρνηση Μακρόν επικαλείται την ανάγκη δημοσιονομικής εξυγίανσης για να δικαιολογήσει νέες πολιτικές λιτότητας. Το βάρος της κρίσης επιχειρείται να μεταφερθεί για ακόμη μία φορά στις πλάτες της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, μέσα από περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες, υποχρηματοδότηση της δημόσιας παιδείας και υγείας και περαιτέρω υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών.
Την ίδια στιγμή, όμως, που οι κοινωνικές ανάγκες παρουσιάζονται ως δυσβάσταχτο δημοσιονομικό κόστος, τεράστια ποσά εξακολουθούν να κατευθύνονται προς τη στήριξη του μεγάλου κεφαλαίου. Φορολογικές ελαφρύνσεις, κρατικές επιδοτήσεις και ενισχύσεις ρευστότητας προς τις επιχειρήσεις αποτελούν σταθερές προτεραιότητες της οικονομικής πολιτικής. Έτσι, ενώ από τους εργαζομένους και τη νεολαία απαιτούνται διαρκώς νέες θυσίες, η κρατική στήριξη της επιχειρηματικής κερδοφορίας παραμένει σε μεγάλο βαθμό στο απυρόβλητο.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η τεράστια αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, στο πλαίσιο της γενικότερης στροφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τον επανεξοπλισμό, όπως αποτυπώνεται και στο πρόγραμμα ReArm Europe. Ενώ η κυβέρνηση επικαλείται την έλλειψη πόρων για την εκπαίδευση, την υγεία και την κοινωνική προστασία, δισεκατομμύρια ευρώ δεσμεύονται για εξοπλισμούς, στρατιωτικές υποδομές και την ενίσχυση της πολεμικής βιομηχανίας. Η αντίφαση αυτή αναδεικνύει τον βαθιά ταξικό χαρακτήρα των κυβερνητικών επιλογών: η λιτότητα παρουσιάζεται ως αναπόφευκτη όταν πρόκειται για τις ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας, αλλά τα χρήματα βρίσκονται όταν πρόκειται για τα συμφέροντα του κεφαλαίου, τους εξοπλισμούς και τους διεθνείς ανταγωνισμούς. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι απλώς η έλλειψη πόρων, αλλά το ποιος καλείται να πληρώσει την κρίση και ποιες κοινωνικές ανάγκες και συμφέροντα επιλέγεται να εξυπηρετηθούν.
Η αντίφαση αυτή αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης πραγματικότητας που βιώνει η σημερινή νέα γενιά. Πρόκειται για νέους ανθρώπους που μεγάλωσαν μέσα σε διαδοχικές οικονομικές κρίσεις, γνώρισαν την πανδημία και σήμερα βρίσκονται αντιμέτωποι με την ακρίβεια, τη στεγαστική κρίση, την κλιματική αλλαγή και την απειλή του πολέμου. Την ίδια στιγμή, βλέπουν την επιστήμη, την τεχνολογία και την παραγωγικότητα να αναπτύσσονται με πρωτοφανείς ρυθμούς, δημιουργώντας τεράστιες δυνατότητες για τη βελτίωση της ανθρώπινης ζωής. Ωστόσο, αντί αυτές οι δυνατότητες να μεταφράζονται σε μεγαλύτερη κοινωνική ευημερία, περισσότερο ελεύθερο χρόνο και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, η προοπτική μιας αξιοπρεπούς ζωής μοιάζει να απομακρύνεται ολοένα περισσότερο. Η ολοκλήρωση των σπουδών δεν εγγυάται πλέον σταθερή εργασία και κοινωνική ανέλιξη, ενώ οι χαμηλοί μισθοί, η εργασιακή επισφάλεια και το δυσβάσταχτο κόστος στέγασης καθιστούν ακόμη και την οικονομική ανεξαρτησία ένα όλο και πιο δύσκολο εγχείρημα.
Μέσα σε αυτή την κοινωνική και οικονομική ανασφάλεια αναπτύσσεται παράλληλα και η άνοδος της ακροδεξιάς, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα στη Γαλλία την ενίσχυση της Μαρίν Λεπέν και του Εθνικού Συναγερμού. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί μια ακόμη πλευρά της βαθύτερης πολιτικής κρίσης που διαπερνά τη γαλλική κοινωνία. Ωστόσο, η ενίσχυση της ακροδεξιάς δεν αποτελεί τη μοναδική πολιτική απάντηση στην κοινωνική δυσαρέσκεια. Στον αντίποδα, τμήματα της νεολαίας και των εργαζομένων αναζητούν τη διέξοδο μέσα από τη συλλογική δράση, τις κοινωνικές διεκδικήσεις και την αλληλεγγύη, ενώ σε πλευρές των κινητοποιήσεων αναδεικνύονται και αντιφασιστικά χαρακτηριστικά, συνδέοντας τον αγώνα για την παιδεία και τις κοινωνικές ανάγκες με την αντίθεση στον ρατσισμό, τον εθνικισμό και την ακροδεξιά.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι μαθητικές και φοιτητικές κινητοποιήσεις αποκτούν ένα βαθύτερο κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο. Η νεολαία δεν αντιδρά μόνο στις άμεσες δυσκολίες της καθημερινότητάς της, αλλά αρχίζει να ψηλαφίζει τις βαθύτερες αντιφάσεις του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος. Από τη μία πλευρά, η κοινωνία διαθέτει πρωτοφανείς παραγωγικές και τεχνολογικές δυνατότητες και, από την άλλη, ολοένα μεγαλύτερα τμήματα της νέας γενιάς δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν ακόμη και τις βασικές προϋποθέσεις μιας αξιοπρεπούς ζωής. Η αντίφαση αυτή, σε συνδυασμό με τη διαρκή όξυνση των ταξικών αντιθέσεων και τη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, αναδεικνύει τα βαθύτερα αδιέξοδα του καπιταλιστικού συστήματος. Μέσα από αυτές τις αντιφάσεις, αλλά και μέσα από την εμπειρία των καταλήψεων, των συνελεύσεων και των κοινών αγώνων με τους εργαζομένους, μπορούν να διαμορφώνονται, έστω και σε πρωτόλειο στάδιο, στοιχεία αντικαπιταλιστικής συνείδησης. Πρόκειται για μια διαδικασία ούτε ενιαία ούτε αυτόματη, μέσα από την οποία όμως τμήματα της νεολαίας αρχίζουν να συνδέουν τα προσωπικά τους αδιέξοδα με τον τρόπο οργάνωσης της οικονομίας και της κοινωνίας, αναζητώντας συλλογικές απαντήσεις πέρα από τα όρια των επιμέρους μεταρρυθμίσεων.
Αυτή η διαδικασία πολιτικής συνειδητοποίησης αποκτά ιδιαίτερη σημασία μπροστά στον επόμενο μεγάλο σταθμό του κινήματος, την πανεργατική απεργία της 5ης Νοεμβρίου. Η απεργία αυτή μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό βήμα για την περαιτέρω σύνδεση των μαθητικών και φοιτητικών κινητοποιήσεων με τους αγώνες της εργατικής τάξης, δίνοντας νέα δυναμική στη συνολικότερη κοινωνική αμφισβήτηση της κυβερνητικής πολιτικής. Ήδη, οι γενικές συνελεύσεις και οι συντονισμοί που έχουν αναπτυχθεί σε σχολεία και πανεπιστήμια αποτελούν σημαντική βάση για τη συνέχιση και τη διεύρυνση των κινητοποιήσεων. Το κατά πόσο η σημερινή δυναμική θα αποκτήσει μεγαλύτερη διάρκεια και βάθος θα εξαρτηθεί από τη δυνατότητα των διαφορετικών αγώνων να συναντηθούν, να συντονιστούν και να αποκτήσουν κοινό βηματισμό, μετατρέποντας τις επιμέρους διεκδικήσεις σε μια ευρύτερη κοινωνική πάλη απέναντι σε ένα σύστημα που καταστρέφει τις ζωές μας. Σε αυτή τη συνάντηση της νεολαίας με την εργατική τάξη βρίσκεται και η δυνατότητα να εξελιχθεί το κίνημα σε μια πραγματική απειλή για το κεφάλαιο και τα συμφέροντα που το σημερινό σύστημα εξυπηρετεί, ανοίγοντας τον δρόμο για μια κοινωνία που θα βάζει τις ανάγκες μας πάνω από τα κέρδη τους.
* Ο Αλέξανδρος Μηνακάκης είναι Διδακτορικός φοιτητής στο Ινστιτούτο Μοριακής Γενετικής του Μονπελιέ.
Πηγή – Prin








