Διεθνής ΑριστεράΈρευνα του 1960 λέει ότι… ο κόσμος τελειώνει σε δύο εβδομάδες από σήμερα!
Με βάση συνθήκες που ίσχυαν πριν από 66 χρόνια ή που τέλος πάντων συγκεκριμένοι επιστήμονες μελετούσαν, σήμερα θα έπρεπε να ήταν όλα έτοιμα για το μεγάλο μας πάρτι. Τη γιορτή στην οποία θα καλούσαμε…
31 October 2026 · 19:02
Με βάση συνθήκες που ίσχυαν πριν από 66 χρόνια ή που τέλος πάντων συγκεκριμένοι επιστήμονες μελετούσαν, σήμερα θα έπρεπε να ήταν όλα έτοιμα για το μεγάλο μας πάρτι.
Τη γιορτή στην οποία θα καλούσαμε φίλους και ανθρώπους που εκτιμάμε, όπου θα παίρναμε αγκαλιά τους δικούς μας για να τους αποχαιρετήσουμε, πριν περάσουμε τις 14 τελευταίες μέρες μας στη Γη κάνοντας πράγματα που μας ευχαριστούν. Γιατί σύμφωνα με μια γνωστή πια μελέτη, σε δύο εβδομάδες θα ερχόταν το τέλος του κόσμου…
Η έρευνα που είχε δημοσιευθεί το 1960 στο επιστημονικό περιοδικό Science, ο φυσικός Heinz von Foerster από το Πανεπιστήμιο του Ιλινόις προέβλεψε ότι η Ημέρα της Κρίσης θα ερχόταν στις 13 Νοεμβρίου 2026. Μάλιστα, η ημερομηνία συμπίπτει με Παρασκευή και 13 κι αυτό δίνει άλλη διάσταση στο τέλος του κόσμου.
Ο Αυστριακός-Αμερικανός επιστήμονας πίστευε ότι ο παγκόσμιος πληθυσμός θα συνέχιζε να αυξάνεται με εκθετικούς ρυθμούς, φτάνοντας ουσιαστικά στο άπειρο.
Προσοχή μην συνθλίψετε κάποιον
Ωστόσο, σε αντίθεση με τον κυρίαρχο φόβο εκείνης της εποχής, που ήταν ότι η ανθρωπότητα θα πέθαινε από την πείνα, ο von Foerster εκτιμούσε ότι η πληθυσμιακή έκρηξη θα οδηγούσε σε ένα διαφορετικό, εξίσου εφιαλτικό σενάριο: οι άνθρωποι θα ήταν τόσο πολλοί, ώστε θα συνθλίβονταν ο ένας πάνω στον άλλον.
«Σε αυτή την ημερομηνία, ο ανθρώπινος πληθυσμός θα πλησιάζει το άπειρο, εφόσον συνεχίσει να αυξάνεται με τον ίδιο ρυθμό όπως τις τελευταίες δύο χιλιετίες», ανέφερε η μελέτη. «Τα δισέγγονά μας δεν θα πεθάνουν από την πείνα. Θα συνθλιβούν μέχρι θανάτου».
Αν και οι προβλέψεις αυτές αμφισβητήθηκαν έντονα από τους ειδικούς στη δημογραφία, αντανακλούσαν σε μεγάλο βαθμό τις πληθυσμιακές τάσεις που επικρατούσαν εκείνη την περίοδο. Οι ανησυχίες εντάθηκαν οκτώ χρόνια αργότερα, όταν ο βιολόγος Paul R. Ehrlich δημοσίευσε το βιβλίο «The Population Bomb» («Η πληθυσμιακή βόμβα»), ένα από τα σημαντικότερα έργα που ασχολήθηκαν με το ζήτημα του υπερπληθυσμού, σύμφωνα με το Popular Science.
Όλα καλά, λήξη συναγερμού
Ωστόσο, όταν το 1993 είχε ήδη περάσει περίπου ο μισός χρόνος μέχρι την υποτιθέμενη Ημέρα της Κρίσης, οι προβλέψεις άρχισαν να αποκλίνουν όλο και περισσότερο από την πραγματική πορεία αύξησης του πληθυσμού.
Σήμερα, το παγκόσμιο ποσοστό γεννήσεων είναι περίπου το μισό σε σύγκριση με το 1960, άρα ακυρώστε το πάρτι που λέγαμε στον πρόλογο. Θα ξημερώσει, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου και η 14 Νοέμβρη.
Πώς, όμως, απέτυχαν οι προβλέψεις των von Foerster και Ehrlich; Η απάντηση βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονταν την αύξηση του πληθυσμού.
Η ερευνητική ομάδα του von Foerster εξέτασε 24 εκτιμήσεις για τον παγκόσμιο πληθυσμό, οι οποίες κάλυπταν μια περίοδο 2.000 ετών. Βασική παραδοχή τους ήταν ότι η ανθρώπινη ικανότητα για καινοτομία και συνεργασία θα μπορούσε να τροφοδοτεί μια ασταμάτητη πληθυσμιακή αύξηση.
Όπως εξηγούσε η μελέτη, σε αντίθεση με τις μύγες των φρούτων που ζουν σε ένα κλειστό δοχείο και τελικά υποφέρουν από τον υπερπληθυσμό και τον ανταγωνισμό για τροφή, οι άνθρωποι αποκτούν πλεονεκτήματα όσο αυξάνεται ο αριθμός τους, χάρη στη συνεργασία και τη δύναμη του ανθρώπινου εγκεφάλου.
Αυτό που δεν είχαν υπολογίσει, σύμφωνα με πολλούς ειδικούς στη δημογραφία, ήταν ότι η αύξηση του πληθυσμού οφειλόταν κυρίως στις εξελίξεις στην ιατρική, την υγιεινή και την παραγωγή τροφίμων. Οι βελτιώσεις αυτές επέτρεψαν σε περισσότερα παιδιά να επιβιώνουν, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι οι άνθρωποι άρχισαν να αποκτούν περισσότερα παιδιά.
Στην πραγματικότητα, όταν μειώθηκαν τα ποσοστά θνησιμότητας, οι οικογένειες άρχισαν σταδιακά να περιορίζουν τον αριθμό των παιδιών τους. Η εξάπλωση της αντισύλληψης και η αστικοποίηση συνέβαλαν επίσης σημαντικά σε αυτή την αλλαγή.
Με άλλα λόγια, οι θεωρίες των von Foerster και Ehrlich βασίστηκαν ουσιαστικά σε μια πληθυσμιακή έκρηξη που είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και στη συνέχεια άρχισε να επιβραδύνεται.
Πηγή – Cyprus Times (Έθνος)









