ΔιεθνήΜπλόκο στην έκδοση Αζέρου στη Βρετανία για κατασκοπεία στο Ακρωτήρι
Σημαντική δικαστική εξέλιξη στην υπόθεση Αζέρου με βρετανικό διαβατήριο, ο οποίος καταζητείται από τις βρετανικές αρχές για αδικήματα που σχετίζονται με κατασκοπεία στην Βάση Ακρωτηρίου, σημειώθηκε σήμερα, με το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού να απορρίπτει…
23 October 2026 · 18:54
Σημαντική δικαστική εξέλιξη στην υπόθεση Αζέρου με βρετανικό διαβατήριο, ο οποίος καταζητείται από τις βρετανικές αρχές για αδικήματα που σχετίζονται με κατασκοπεία στην Βάση Ακρωτηρίου, σημειώθηκε σήμερα, με το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού να απορρίπτει το αίτημα έκδοσής του στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Η απόφαση στηρίχθηκε στην παραβίαση του δικαιώματος του καταζητούμενου να έχει αποτελεσματική νομική εκπροσώπηση και στη Βρετανία, παράλληλα με τους δικηγόρους που τον εκπροσωπούσαν στην Κύπρο.
Ο δικαστής Μ. Μυτίδης έκρινε ότι η άρνηση της αρμόδιας βρετανικής υπηρεσίας να πληρώσει δικηγόρο για τη διαδικασία έκδοσης στέρησε από τον καταζητούμενο ουσιαστικό δικαίωμα υπεράσπισης, το οποίο κατοχυρώνεται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία και τη συμφωνία συνεργασίας Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένου Βασιλείου.
Το Δικαστήριο κατέληξε ότι δημιουργήθηκε πραγματικός κίνδυνος παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων του καταζητούμενου, παρά το γεγονός ότι το βρετανικό ένταλμα ήταν κατά τα λοιπά νόμιμο και πληρούσε τις προϋποθέσεις εκτέλεσής του.
Η απόφαση, πάντως, δεν σημαίνει ότι ο Αζέρος Ρ.Σ. απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει στη Βρετανία. Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι μπορεί να υποβληθεί νέο αίτημα έκδοσης, εφόσον διασφαλιστεί αποτελεσματικά η νομική εκπροσώπησή του στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Από το Κακουργιοδικείο στο βρετανικό ένταλμα
Η υπόθεση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς ο καταζητούμενος είχε αρχικά βρεθεί αντιμέτωπος με την κυπριακή Δικαιοσύνη.
Σύμφωνα με όσα καταγράφονται στην απόφαση, εναντίον του είχε καταχωριστεί ποινική υπόθεση ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού.
Οι κατηγορίες αφορούσαν κατασκοπεία, δημοσίευση ειδήσεων και εικόνων από έργα άμυνας της Κυπριακής Δημοκρατίας, παράνομη είσοδο σε απαγορευμένη περιοχή και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης είχαν προκύψει ισχυρισμοί για ενέργειες τόσο στις βρετανικές βάσεις Ακρωτηρίου όσο και στην αεροπορική βάση «Ανδρέας Παπανδρέου» στην Πάφο.
Όπως κατέθεσε η λοχίας Δήμητρα Σταύρου, η οποία συμμετείχε στην ανακριτική ομάδα, στο κυπριακό κατηγορητήριο είχαν περιληφθεί και αδικήματα τα οποία φέρονταν να έχουν διαπραχθεί εντός των ορίων των βρετανικών βάσεων.
Η ίδια απέδωσε τη συμπερίληψή τους σε λάθος, καθώς το συγκεκριμένο έδαφος δεν υπάγεται στη συνήθη δικαιοδοσία των δικαστηρίων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ενώ η υπόθεση εκκρεμούσε ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λεμεσού, οι βρετανικές αρχές εξέδωσαν δικό τους ένταλμα σύλληψης.
Συγκεκριμένα, στις 27 Μαΐου 2026 το Magistrates Court του Westminster εξέδωσε ένταλμα εναντίον του Ρ.Σ. για φερόμενες παραβάσεις του βρετανικού νόμου περί Εθνικής Ασφάλειας του 2023.
Την ίδια ημέρα εκδόθηκε και ένταλμα στο πλαίσιο της συμφωνίας που διέπει τη δικαστική συνεργασία μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένου Βασιλείου μετά το Brexit.
Οι κυπριακές αρχές ενημερώθηκαν για την ύπαρξη του βρετανικού εντάλματος στις 5 Ιουνίου 2026, μέσω της Interpol Λευκωσίας. Στη συνέχεια, με οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα, ανεστάλη η ποινική δίωξη που εκκρεμούσε ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λεμεσού.
Συνελήφθη μέσα στο Δικαστήριο
Στις 17 Ιουλίου 2026, ο Ρ.Σ. συνελήφθη στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού για σκοπούς εκτέλεσης του βρετανικού εντάλματος.
Ο καταζητούμενος ζήτησε από την πρώτη στιγμή διερμηνέα στην αζερική γλώσσα. Μάλιστα, αρνήθηκε να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα, επιμένοντας ότι δεν επιθυμούσε να προχωρήσει χωρίς διερμηνεία στη γλώσσα του.
Όπως διαπιστώθηκε, η Αστυνομία δεν διέθετε έντυπα δικαιωμάτων συλληφθέντων στην αζερική γλώσσα.
Την ίδια ημέρα οδηγήθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, το οποίο επιβεβαίωσε την ταυτότητά του και τον ενημέρωσε για το δικαίωμα νομικής εκπροσώπησης τόσο στην Κύπρο όσο και στη Βρετανία.
Ακολούθως εγκρίθηκε η κράτησή του λόγω κινδύνου φυγοδικίας.
Τέσσερις διερμηνείς και συνεχείς καθυστερήσεις
Η δικαστική διαδικασία παρουσίασε σημαντικές καθυστερήσεις, κυρίως λόγω της δυσκολίας εξεύρεσης κατάλληλου διερμηνέα και της εκκρεμότητας για διορισμό δικηγόρου στη Βρετανία.
Συνολικά παρουσιάστηκαν τέσσερις διερμηνείς.
Οι δύο πρώτοι σταμάτησαν να εμφανίζονται, αφού ο καταζητούμενος δήλωσε ότι δεν κατανοούσε τη διαδικασία.
Η ακροαματική διαδικασία άρχισε τελικά στις 8 Σεπτεμβρίου, με τη συνδρομή άλλης διερμηνέως, η οποία όμως εγκατέλειψε αιφνιδίως την Κυπριακή Δημοκρατία.
Εντοπίστηκε τέταρτος διερμηνέας, ο οποίος δήλωσε αδυναμία να προσφέρει τις υπηρεσίες του.
Το Δικαστήριο ενέκρινε ακόμη και τη δυνατότητα διερμηνείας μέσω τηλεδιάσκεψης ή διαδικτύου, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι δυσκολίες.
Τελικά η διαδικασία ολοκληρώθηκε με τη φυσική παρουσία διερμηνέως.
Ο δικηγόρος δεν μπορούσε να πληρωθεί
Το σημαντικότερο ζήτημα της υπόθεσης ήταν η αδυναμία εξασφάλισης νομικής εκπροσώπησης στη Βρετανία κατά το στάδιο της διαδικασίας έκδοσης.
Ο καταζητούμενος είχε εξασφαλίσει δωρεάν νομική αρωγή στην Κύπρο, αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι πληρούσε τις σχετικές προϋποθέσεις.
Ο αρχικός δικηγόρος του στην Κύπρο, Ε. Ευσταθίου, κατέβαλε προσπάθειες για να εξασφαλίσει δικηγόρο και στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Τελικά εντοπίστηκε ο δικηγόρος Phillip Kazantzis, του δικηγορικού γραφείου BK Law LLP, ο οποίος συμφώνησε να αναλάβει την υπόθεση υπό την προϋπόθεση ότι θα εγκρινόταν η πληρωμή του μέσω του βρετανικού συστήματος νομικής αρωγής.
Η σχετική αίτηση υποβλήθηκε στις 7 Αυγούστου 2026 στη βρετανική Legal Aid Agency.
Αρχικά ζητήθηκαν πρόσθετα οικονομικά στοιχεία, τα οποία προσκομίστηκαν στις 14 Αυγούστου.
Στις 24 Αυγούστου, όμως, έγινε γνωστό ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κονδύλια για τη συγκεκριμένη διαδικασία.
Η βρετανική υπηρεσία διευκρίνισε ότι μπορούσε να παρασχεθεί νομική αρωγή εφόσον ο καταζητούμενος εκδιδόταν στη Βρετανία και άρχιζε η ποινική διαδικασία ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου.
Αυτό σήμαινε ότι ο Ρ.Σ. μπορούσε να έχει δικηγόρο μετά την έκδοσή του, αλλά όχι για να αμφισβητήσει αποτελεσματικά την ίδια την έκδοσή του.
Ο δικηγόρος είχε προσφέρει αρχικά υπηρεσίες χωρίς αμοιβή, αναμένοντας την έγκριση της νομικής αρωγής. Όταν έγινε σαφές ότι η χρηματοδότηση δεν θα εγκρινόταν, δήλωσε ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει την εκπροσώπηση.
Η διαφωνία με τις βρετανικές αρχές
Οι κυπριακές αρχές είχαν επικοινωνήσει επανειλημμένα με τις βρετανικές, προκειμένου να διευθετηθεί το ζήτημα.
Ωστόσο, η βρετανική Εισαγγελία υποστήριζε ότι δεν είχε αρμοδιότητα ούτε για τον διορισμό δικηγόρου ούτε για τη πληρωμή του.
Σύμφωνα με τη θέση που διατυπώθηκε στην αλληλογραφία, το δικαίωμα του καταζητούμενου περιοριζόταν στη δυνατότητα να διορίσει δικηγόρο στο κράτος που ζητούσε την έκδοσή του. Η εξασφάλιση σχετικού κονδυλίου αποτελούσε διαφορετικό ζήτημα, το οποίο ρυθμιζόταν από το εσωτερικό βρετανικό δίκαιο.
Η νομική Υπηρεσία υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το δικαίωμα είχε ασκηθεί, αφού πράγματι είχε εντοπιστεί δικηγόρος στη Βρετανία.
Το Δικαστήριο απέρριψε αυτή την προσέγγιση.
Έκρινε ότι ο διορισμός ήταν μόνο τυπικός, αφού ο δικηγόρος δεν μπορούσε να συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του.
Κατά συνέπεια, ο καταζητούμενος είχε δικηγόρους στην Κύπρο, αλλά στερήθηκε την αναγκαία συνδρομή δικηγόρου στη χώρα που ζητούσε την έκδοσή του.
Το Brexit και τα θεμελιώδη δικαιώματα
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η νομική ανάλυση που περιλαμβάνεται στην απόφαση για το καθεστώς δικαστικής συνεργασίας μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το Δικαστήριο εξέτασε τη Συμφωνία Εμπορίου και Συνεργασίας ΕΕ και Ηνωμένου Βασιλείου, η οποία ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, την παράδοση καταζητούμενων προσώπων.
Σύμφωνα με το άρθρο 609 της συμφωνίας, ο καταζητούμενος έχει δικαίωμα να διορίσει δικηγόρο στο κράτος έκδοσης, ώστε αυτός να συνεργάζεται με τον δικηγόρο του στο κράτος όπου εξετάζεται το αίτημα παράδοσης.
Ο δικαστής επισήμανε ότι το συγκεκριμένο δικαίωμα πρέπει να είναι ουσιαστικό και αποτελεσματικό.
Στην απόφαση γίνεται εκτενής αναφορά στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδιαίτερα στην υπόθεση Alchaster, που αφορά την εκτέλεση βρετανικών ενταλμάτων σύλληψης μετά το Brexit.
Όπως εξηγείται, η αρχή της αυξημένης αμοιβαίας εμπιστοσύνης που ισχύει μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ δεν εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο στις σχέσεις με το Ηνωμένο Βασίλειο.
Τα δικαστήρια των κρατών μελών οφείλουν επομένως να εξετάζουν συγκεκριμένα κατά πόσον η παράδοση ενός προσώπου ενδέχεται να παραβιάσει θεμελιώδη δικαιώματά του.
Ο δικαστής έκρινε ότι η συγκεκριμένη περίπτωση δεν αφορούσε μια προσωρινή δυσκολία που μπορούσε να αντιμετωπιστεί με νέα αναβολή.
Αντίθετα, χαρακτήρισε την κατάσταση ως συστημική αποτυχία του κράτους έκδοσης να συμμορφωθεί με τη διεθνή συμφωνία που είχε υπογράψει, αναφορικά με το συγκεκριμένο δικαίωμα.
Στην απόφαση επισημαίνεται ότι ο καταζητούμενος στερήθηκε στην πράξη αποτελεσματική νομική συνδρομή στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά τη διαδικασία έκδοσης και ότι ο μηχανισμός της διπλής εκπροσώπησης κατέστη ανενεργός.
Η αναστολή δίωξης στη Κύπρο
Η υπεράσπιση είχε προβάλει και δεύτερο λόγο για να απορριφθεί το αίτημα έκδοσης.
Υποστήριξε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είχε ήδη ασκήσει ποινική δίωξη εναντίον του Ρ.Σ. για παρεμφερή αδικήματα, την οποία στη συνέχεια ανέστειλε με απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα.
Επικαλέστηκε συνεπώς το άρθρο 601(γ) της συμφωνίας ΕΕ και Ηνωμένου Βασιλείου, το οποίο επιτρέπει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, την άρνηση έκδοσης όταν οι αρχές του κράτους εκτέλεσης έχουν αποφασίσει να μη διώξουν ή να παύσουν τη δίωξη για την ίδια πράξη.
Το Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε αυτό το επιχείρημα.
Αφού εξέτασε το καθεστώς των Βρετανικών Βάσεων, έκρινε ότι τα κυπριακά δικαστήρια δεν είχαν δικαιοδοσία να εκδικάσουν τα συγκεκριμένα αδικήματα που φέρονταν να διαπράχθηκαν στην αεροπορική βάση Ακρωτηρίου.
Επιπλέον, δέχθηκε ότι η συμπερίληψη των συγκεκριμένων αδικημάτων στο αρχικό κυπριακό κατηγορητήριο είχε γίνει εκ παραδρομής.
Ο δικαστής ξεκαθάρισε επίσης ότι η αναστολή ποινικής δίωξης από τον Γενικό Εισαγγελέα δεν ισοδυναμεί με αθώωση.
Η αναστολή διακόπτει την ποινική διαδικασία, χωρίς να αποκλείει το ενδεχόμενο επαναφοράς της.
Συνεπώς, το Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν υπήρχε λόγος να απορρίψει την έκδοση εξαιτίας της προηγούμενης ποινικής διαδικασίας στην Κύπρο.
Αυτό καθιστά ακόμη σαφέστερο το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Η βρετανική αίτηση δεν απορρίφθηκε επειδή το ένταλμα ήταν παράνομο ή επειδή η Κύπρος είχε ήδη δικάσει τον καταζητούμενο, αλλά αποκλειστικά λόγω της παραβίασης των δικαιωμάτων υπεράσπισής του.
Δυνατότητα νέου αιτήματος
Ο δικαστής Μ. Μυτίδης έκρινε τελικά βάσιμη την εισήγηση της υπεράσπισης, διαπιστώνοντας πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο προσβολής των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.
Κατά συνέπεια, απέρριψε το αίτημα εκτέλεσης του βρετανικού εντάλματος σύλληψης. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι η απόφαση αφορά τη συγκεκριμένη διαδικασία και τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου.
Δεν αποκλείεται η υποβολή νέου αιτήματος παράδοσης από τις βρετανικές αρχές, εφόσον προηγουμένως διασφαλιστεί ότι ο καταζητούμενος θα έχει ουσιαστική και αποτελεσματική νομική εκπροσώπηση στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Η απόφαση θα κοινοποιηθεί στη βρετανική δικαστική αρχή που εξέδωσε το ένταλμα, μέσω της Κεντρικής Αρχής της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Τον καταζητούμενο εκπροσώπησαν στη διαδικασία που κατέληξε στην απόρριψη του αιτήματος οι δικηγόροι Α. Χρίστου, Ν. Ζένιου και Μ. Καζάκος, ενώ την Νομική Υηρεσία εκπροσώπησε η δικηγόρος Α. Τιμοθέου.
Πηγή – Cyprus Times









