Thursday, 15 October 2026
Λευκωσία 22°
Διεθνής Αριστερά

Κόνορ Λιντς: Καθώς καταρρέει ο συνασπισμός του Τραμπ, μπορεί η Αριστερά να μαζέψει τα κομμάτια;

International Left Press​ Ο Ντόναλντ Τραμπ κέρδισε το 2024 παρουσιάζοντας τους δισεκατομμυριούχους και τους εργάτες ως συμμάχους ενάντια σε μια φιλελεύθερη επαγγελματική ελίτ. Καθώς οι ψηφοφόροι της εργατικής τάξης χάνουν την εμπιστοσύνη τους σ’αυτόν,…

15 October 2026 · 12:51

International Left Press

Ο Ντόναλντ Τραμπ κέρδισε το 2024 παρουσιάζοντας τους δισεκατομμυριούχους και τους εργάτες ως συμμάχους ενάντια σε μια φιλελεύθερη επαγγελματική ελίτ. Καθώς οι ψηφοφόροι της εργατικής τάξης χάνουν την εμπιστοσύνη τους σ’αυτόν, η Αριστερά έχει την ευκαιρία να συσπειρώσει υποστηρικτές γύρω απ’τον οικονομικό λαϊκισμό.

Ο συνασπισμός που επανέφερε τον Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο το 2024 αποτέλεσε την κορύφωση μιας μακρόχρονης πολιτικής αναδιάταξης, την οποία συντηρητικοί συγγραφείς και ακτιβιστές προέβλεπαν ήδη από τη δεκαετία του 1970.

Πενήντα χρόνια νωρίτερα, δεξιοί σχολιαστές όπως ο Ουίλιαμ Ράσερ, τότε εκδότης του περιοδικού National Review, επεξεργάζονταν πυρετωδώς το σχέδιο για τη νέα πλειοψηφία που ήλπιζαν ότι θα τους έφερνε τελικά στην εξουσία, έπειτα από δεκαετίες κυριαρχίας των Δημοκρατικών. Αυτή η πλειοψηφία, σύμφωνα με τον Ράσερ και άλλους στοχαστές της «Νέας Δεξιάς», θα χτιζόταν γύρω από την ίδια εργατική τάξη που επί μακρόν αποτελούσε πυλώνα του συνασπισμού του New Deal. Όπως το διατύπωνε ο ίδιος, η Δεξιά θα οικοδομούσε έναν «Μεγάλο Συνασπισμό» αποτελούμενο από τους «παραγωγούς της Αμερικής», στους οποίους, φυσικά, συμπεριελάμβανε «επιχειρηματίες, εργάτες και αγρότες». Αυτοί οι «παραγωγοί» θα ενώνονταν χάρη στην κοινή τους εχθρότητα προς μια «άπληστη νέα μη παραγωγική τάξη» από «φιλελεύθερους λογοκόπους» και προς την «τεράστια εκλογική βάση των επιδοματούχων» τους – δηλαδή τα φιλελεύθερα μέλη της επαγγελματικής μεσαίας τάξης και τους φτωχούς.

Τότε, οι Δημοκρατικοί θεωρούνταν ευρέως το κόμμα της εργατικής τάξης και οι Ρεπουμπλικάνοι το κόμμα των εύπορων και των πτυχιούχων πανεπιστημίου. Μέχρι το 2024, αυτές οι εκλογικές βάσεις είχαν σε μεγάλο βαθμό αντιστραφεί. Ενώ η Κάμαλα Χάρις συγκέντρωσε το εντυπωσιακό 56% των ψηφοφόρων με πανεπιστημιακό πτυχίο, ηττήθηκε με διαφορά 13 μονάδων μεταξύ των ψηφοφόρων χωρίς πτυχίο. Μόλις 12 χρόνια νωρίτερα, ο Μπαράκ Ομπάμα είχε κερδίσει οριακά, με 3 μονάδες διαφορά, τους ψηφοφόρους χωρίς πτυχίο, ενώ ο Μιτ Ρόμνεϊ είχε επικρατήσει με 4 μονάδες διαφορά ανάμεσα στους πτυχιούχους. Οι ίδιες τάσεις ήταν εμφανείς και ως προς το εισόδημα: η Χάρις κέρδισε την πλειοψηφία των ψηφοφόρων με εισόδημα άνω των 100.000 δολαρίων, ενώ ο Ρεπουμπλικάνος αντίπαλός της κέρδισε το 52% όσων είχαν εισόδημα μεταξύ 30.000 και 100.000 δολαρίων (και πάλι, το αντίστροφο σε σχέση με το 2012, όταν ο Ρόμνεϊ είχε κερδίσει το 54% των ψηφοφόρων με υψηλό εισόδημα).

Τα αποτελέσματα αυτά οδήγησαν σε πολλούς – και αναμενόμενους – ισχυρισμούς ότι οι εκλογές του 2024 θα εγκαινίαζαν τελικά μια νέα εποχή ρεπουμπλικανικής κυριαρχίας, χάρη στη στήριξη που είχε κερδίσει πρόσφατα το κόμμα από την εργατική τάξη.

Ωστόσο, ακόμη και στο απόγειο της μετεκλογικής θριαμβολογίας της Δεξιάς το 2024, ένα βασικό γεγονός υπονόμευε το αφήγημα περί μετασχηματισμού του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Αν και ο Τραμπ είχε πράγματι κερδίσει περισσότερους ψηφοφόρους της εργατικής τάξης από οποιονδήποτε άλλον Ρεπουμπλικάνο στη σύγχρονη εποχή, ήταν ταυτόχρονα ο αδιαφιλονίκητος εκλεκτός των επιχειρηματικών ελίτ και της τάξης των δισεκατομμυριούχων. Σύμφωνα με μια ανάλυση, οι 300 μεγαλύτεροι δισεκατομμυριούχοι δωρητές του 2024 χρηματοδότησαν Ρεπουμπλικάνους υποψηφίους με εκπληκτική αναλογία πέντε προς ένα. Η ένθερμη στήριξη που έλαβε ο Τραμπ από μερικούς από τους πλουσιότερους ανθρώπους του πλανήτη δύσκολα συμβιβαζόταν με την υποτιθέμενη μεταμόρφωση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος σε ένα ταπεινό κόμμα των ανθρώπων του μόχθου.

Αν και τα οικονομικά ζητήματα, όπως ο πληθωρισμός και το κόστος διαβίωσης, διαμόρφωσαν τις εκλογές του 2024, ο συνασπισμός του Τραμπ παρέμενε ενωμένος περισσότερο λόγω των πολιτισμικών παραπόνων παρά λόγω κάποιας κοινής οικονομικής κοσμοθεωρίας. Όταν οι δεξιοί λαϊκιστές καταφέρονταν εναντίον των «ελίτ», αναφέρονταν σχεδόν πάντα σε πολιτισμικές και πολιτικές ελίτ, και όχι σε οικονομικές. Στην πραγματικότητα, κάποιες φορές ήταν οι ίδιοι οι πλούσιοι ολιγάρχες που κατήγγειλαν αυτές τις «ελίτ» πιο δυνατά από όλους.

Αυτό το μοτίβο ήταν εμφανές καθ’ όλη τη διάρκεια της διακυβέρνησης Μπάιντεν, όταν όλο και περισσότεροι δεξιοί δισεκατομμυριούχοι παρουσίαζαν τον εαυτό τους ως λαϊκιστές σταυροφόρους που τα έβαζαν με μια ισχυρή κλίκα «woke» ελίτ. Όταν ο Έλον Μασκ προχώρησε στην επιθετική εξαγορά του Twitter και απέλυσε αμέσως την πλειονότητα του προσωπικού της εταιρείας (την «τάξη των λάπτοπ», όπως τους αποκάλεσε), ο δισεκατομμυριούχος αποθεώθηκε από τη Δεξιά ως ήρωας του λαϊκισμού. Αν και ο Μασκ ακολουθούσε το παλιό εγχειρίδιο των εταιρικών επιδρομέων, ένας σχολιαστής το πανηγύρισε ως «εξέγερση του επιχειρηματικού κεφαλαίου ενάντια στο καθεστώς της επαγγελματικής και διευθυντικής τάξης που κατά τα άλλα κυριαρχεί παντού».

Αυτό το πορτρέτο του πλουσιότερου ανθρώπου του κόσμου ως δοκιμαζόμενου αουτσάιντερ που τα βάζει με μια ισχυρή τάξη παρασιτικών ελίτ ταίριαζε απόλυτα με τη θεώρηση της Δεξιάς για την ταξική διαίρεση της Αμερικής. Σύμφωνα με αυτή τη διαστρεβλωμένη θεώρηση, την πραγματική άρχουσα τάξη της χώρας δεν την απαρτίζουν οι πάμπλουτοι ολιγάρχες, αλλά οι μορφωμένοι επαγγελματίες και τα μεσαία στελέχη, που παρασιτούν πάνω στις ηρωικές προσπάθειες των βιομηχάνων και των επιχειρηματιών στην κορυφή και των εργατών στη βάση. Ένας άλλος σταυροφόρος κατά της «woke» κουλτούρας, ο Βιβέκ Ραμασουάμι (Vivek Ramaswamy), επίσης δισεκατομμυριούχος, επανέλαβε αυτό το αφήγημα κατά την προεδρική του εκστρατεία το 2024, δηλώνοντας ότι η πραγματική ταξική διαίρεση βρίσκεται μεταξύ «της διευθυντικής τάξης και του απλού πολίτη».

Αυτή ήταν μια βολική γραμμή για τους ολιγάρχες, καθώς σχεδόν εξάλειψε την οικονομία από την έννοια της τάξης. Σε έναν κόσμο όπου οι πραγματικές ελίτ ήταν οι μορφωμένοι επαγγελματίες και οι κακοπληρωμένοι γραφειοκράτες στο «βαθύ κράτος», οι πλουτοκράτες μπορούσαν να πλασάρουν τον εαυτό τους ως μια αντι-ελίτ που τα βάζει με την παντοδύναμη άρχουσα τάξη. Μπορούσαν επίσης να προβληθούν ως φυσικοί σύμμαχοι της εργατικής τάξης, ενωμένοι στην κοινή τους απέχθεια για τις υπερεκπαιδευμένες διευθυντικές ελίτ και την «woke» ιδεολογία τους (φυσικά, χωρίς ποτέ να ξεχωρίζουν τις βασικές ανησυχίες για την κοινωνική δικαιοσύνη από τις πιο τοξικές παραλλαγές των πολιτικών ταυτότητας).

Το μεγάλο ερώτημα μετά τις εκλογές του 2024 ήταν αν ο συνασπισμός του Τραμπ θα μπορούσε να επιβιώσει όταν οι προτεραιότητες των δισεκατομμυριούχων και τα συμφέροντα της εργατικής τάξης θα συγκρούονταν αναπόφευκτα. Ούτε δύο χρόνια αργότερα, η απάντηση έχει γίνει όλο και πιο ξεκάθαρη.

Οι ρωγμές που εμφανίστηκαν στον συνασπισμό του Τραμπ κατά τους πρώτους μήνες της δεύτερης θητείας του έχουν έκτοτε διευρυνθεί, μετατρέποντας τις αρχικές εντάσεις σε βαθιά ρήγματα. Οι ψηφοφόροι της εργατικής τάξης, ειδικότερα, απομακρύνονται με ταχείς ρυθμούς από τον πρόεδρο και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Σύμφωνα με ανασκόπηση δημοσκοπήσεων που δημοσίευσαν οι New York Times τον Ιούνιο, η δημοτικότητα του Τραμπ μεταξύ των λευκών ψηφοφόρων χωρίς πανεπιστημιακό πτυχίο έχει καταποντιστεί από την έναρξη της δεύτερης θητείας του, ιδίως σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο της πρώτης του θητείας. Το 2018, πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές εκείνης της χρονιάς, οι συγκεκριμένοι ψηφοφόροι ενέκριναν τους χειρισμούς του στην οικονομία με θετικό ισοζύγιο 30 ποσοστιαίων μονάδων. Σήμερα, σε ορισμένες δημοσκοπήσεις, το ισοζύγιο της αποδοκιμασίας του είναι εξίσου αρνητικό.

Η έρευνα των Τζάρεντ Άμποτ και Τζόαν Σ. Ουίλιαμς επιβεβαιώνει ότι τα ρήγματα στον συνασπισμό του Τραμπ διευρύνονται. Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις τους, ο αριθμός των «ψηφοφόρων του Τραμπ που αμφιταλαντεύονται» αυξάνεται από τις αρχές του έτους, ενώ περίπου το ένα τέταρτο όσων τον ψήφισαν δηλώνει πλέον ότι είναι απίθανο να ψηφίσει Ρεπουμπλικανούς στις εκλογές του 2028. Η τάση αυτή είναι σαφώς εντονότερη μεταξύ των ψηφοφόρων του Τραμπ με χαμηλότερα εισοδήματα: σχεδόν το ένα τρίτο όσων κερδίζουν λιγότερα από 50.000 δολάρια δηλώνει ότι ενδέχεται να μη στηρίξει τους Ρεπουμπλικανούς, έναντι μόλις 18% όσων κερδίζουν περισσότερα από 100.000 δολάρια. Όπως θα περίμενε κανείς, η απομάκρυνση από τον Τραμπ είναι ακόμη εντονότερη μεταξύ των μη λευκών ψηφοφόρων της εργατικής τάξης.

Ο Τραμπ και οι Ρεπουμπλικανοί χάνουν τη στήριξη της εργατικής τάξης για προφανείς λόγους. Η κρίση του κόστους διαβίωσης έχει επιδεινωθεί σταθερά τα τελευταία δύο χρόνια, εν μέρει εξαιτίας των ίδιων των αλλοπρόσαλλων πολιτικών του Τραμπ. Παράλληλα, το σημαντικότερο νομοθετικό επίτευγμα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος θεωρείται ευρέως —και δικαιολογημένα— ότι ευνοεί τους πλούσιους εις βάρος της εργατικής τάξης. Η απροκάλυπτη διαφθορά του Τραμπ και η εμφανής μεροληψία του υπέρ των δισεκατομμυριούχων του πολιτικού του συνασπισμού έχουν αποξενώσει ακόμη περισσότερο πολλούς Αμερικανούς της εργατικής τάξης.

Η ατυχία της Δεξιάς, η ευκαιρία της Αριστεράς

Η κατάρρευση του συνασπισμού του Τραμπ προμηνύει ευνοϊκές εξελίξεις για τους Δημοκρατικούς στις εκλογές του προσεχούς Νοεμβρίου, αλλά σε καμία περίπτωση δεν εγγυάται ότι οι ψηφοφόροι της εργατικής τάξης θα στραφούν και πάλι προς τα αριστερά. Εκείνο που γίνεται ολοένα και πιο σαφές είναι ότι ένας νικηφόρος αριστερός συνασπισμός θα πρέπει να ενώσει τους ψηφοφόρους χωρίς πανεπιστημιακό πτυχίο —έναν χρήσιμο, αν και ατελή, δείκτη της ταξικής θέσης— με τους πτυχιούχους πανεπιστημίου, οι οποίοι αποτελούν πλέον μία από τις πιο σταθερές εκλογικές βάσεις τόσο των Δημοκρατικών όσο και του σοσιαλιστικού κινήματος.

Τα καλά νέα είναι ότι οι ψηφοφόροι και στις δύο πλευρές του λεγόμενου «χάσματος των πτυχίων» συγκλίνουν ως προς τις οικονομικές τους απόψεις, παρά τις υπαρκτές κοινωνικές και πολιτισμικές διαφορές που εξακολουθούν να τους χωρίζουν. Πρόσφατες δημοσκοπήσεις και νέες έρευνες καταδεικνύουν σταθερά ότι ο οικονομικός λαϊκισμός μπορεί να αποτελέσει το αντίδοτο στον δεξιό λαϊκισμό, ο οποίος αντλεί μεγάλο μέρος της δύναμής του μετατοπίζοντας την αντιπαράθεση από τα οικονομικά ζητήματα στον πολιτισμικό διχασμό.

Όπως επισημαίνει η Τζόαν Ουίλιαμς στο πρόσφατο βιβλίο της Outclassed: How the Left Lost the Working Class and How to Win Them Back («Εκτός τάξης: Πώς η Αριστερά έχασε την εργατική τάξη και πώς μπορεί να την ξανακερδίσει»), το βασικό τέχνασμα του δεξιού λαϊκισμού είναι να «παίρνει την οικονομική οργή και να την κατευθύνει μακριά από τη “Δεξιά των Εμπόρων”, προς τους έγχρωμους και τη “Βραχμανική Αριστερά”». Για να αντιμετωπίσει αυτή τη στρατηγική, υποστηρίζει η Ουίλιαμς, η Αριστερά πρέπει «να ανακατευθύνει την οργή προς τις οικονομικές ελίτ, να αναγνωρίσει τις αποτυχίες των πολιτικών ελίτ και να μάθει πώς να αποφεύγει να γίνεται η ίδια στόχος της οργής που στρέφεται εναντίον των πολιτισμικών ελίτ».

Η Ουίλιαμς υιοθετεί την ορολογία του Γάλλου οικονομολόγου Τομά Πικετί, ο οποίος, σε μια ανάλυση που έχει πλέον γίνει ευρέως γνωστή, διαχώρισε τη «Δεξιά των Εμπόρων» από τη «Βραχμανική Αριστερά», προκειμένου να εξηγήσει τις πολιτικές ανακατατάξεις που σημειώθηκαν στις περισσότερες δυτικές δημοκρατίες κατά το τελευταίο μισό του αιώνα. Κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, οι φιλελεύθερες δημοκρατίες ήταν κατά κανόνα διχασμένες σε ταξική βάση: η εργατική τάξη υποστήριζε τα κεντροαριστερά κόμματα, ενώ οι εύποροι και οι περισσότερο μορφωμένοι ψηφοφόροι έκλιναν προς τη Δεξιά. Όπως είδαμε, αυτή η τάξη πραγμάτων άρχισε να ανατρέπεται προς τα τέλη του εικοστού αιώνα, δίνοντας τη θέση της στο σημερινό σύστημα των «πολλαπλών ελίτ», στο οποίο οι επιχειρηματικές ελίτ μετατοπίστηκαν ακόμη περισσότερο προς τα δεξιά, ενώ οι επαγγελματίες με πανεπιστημιακή μόρφωση στράφηκαν προς τα αριστερά. Στο πλαίσιο αυτής της νέας πολιτικής πραγματικότητας, οι ελίτ αντιπαρατίθεντο κυρίως γύρω από «μεταϋλιστικά» ζητήματα. Όπως έγραφε ο Πικετί το 2020, και οι δύο πλευρές ήταν «ισχυρά προσκολλημένες στο υπάρχον οικονομικό σύστημα», καθώς αυτό εξυπηρετούσε τα «συμφέροντα τόσο των διανοητικών όσο και των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών ελίτ».

Σήμερα, αυτή η νεοφιλελεύθερη συναίνεση αρχίζει να αποσαθρώνεται, σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας του αυξανόμενου σκεπτικισμού των ψηφοφόρων με πανεπιστημιακή μόρφωση απέναντι σε ένα οικονομικό μοντέλο τύπου «ο νικητής τα παίρνει όλα», το οποίο υποστήριζαν παλαιότερα οι αντίστοιχες κοινωνικές ομάδες. Σύμφωνα με ανάλυση του Κέντρου για την Αμερικανική Πρόοδο (Center for American Progress), η οποία εξετάζει τις εκλογές του 2024 και προεκλογικές έρευνες, οι ψηφοφόροι με πανεπιστημιακό πτυχίο είναι πλέον σχεδόν εξίσου πιθανό με τους ψηφοφόρους της εργατικής τάξης —οι οποίοι ορίζονται εδώ ως όσοι δεν διαθέτουν πανεπιστημιακό πτυχίο— να υποστηρίζουν προοδευτικές οικονομικές πολιτικές, όπως η φορολόγηση των πλουσίων, η ενίσχυση των συνδικάτων και η αύξηση του ομοσπονδιακού κατώτατου μισθού. Η τάση αυτή εξηγεί εν μέρει την πρόσφατη εκλογική επιτυχία αριστερών λαϊκιστών, όπως ο Ζόραν Μαμντάνι και ο Αμπντούλ Ελ-Σαγιέντ, οι οποίοι έχουν αναδειχθεί σε εκφραστές μιας νεότερης γενιάς πτυχιούχων πανεπιστημίου που απορρίπτει όλο και περισσότερο τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές των τελευταίων σαράντα ετών.

Πολλοί από αυτούς τους ψηφοφόρους ανήκουν σε αυτό που ο δημοσιογράφος Νόαμ Σάιμπερ αποκαλεί «εργατική τάξη με πανεπιστημιακή μόρφωση» στο πρόσφατο βιβλίο του Mutiny. Στο βιβλίο καταγράφει τις προσπάθειες συνδικαλιστικής οργάνωσης πτυχιούχων που εργάζονται σε κλάδους με χαμηλές αποδοχές και περιορισμένη παράδοση συνδικαλιστικής δράσης. «Νέοι απόφοιτοι πανεπιστημίου που βιώνουν καθοδική κοινωνική κινητικότητα [φαίνεται] να υιοθετούν πιο ριζοσπαστικές πολιτικές, καθώς [αισθάνονται] ότι υφίστανται εκμετάλλευση στην εργασία τους ή περιθωριοποιούνται στην αγορά εργασίας», σημειώνει ο Σάιμπερ.

Οι τάσεις αυτές είναι εντονότερες μεταξύ των νεότερων αποφοίτων και όσων εργάζονται σε επισφαλείς, χαμηλόμισθους κλάδους, όπως η εκπαίδευση, η κοινωνική εργασία και η δημοσιογραφία. Ωστόσο, ακόμη και ορισμένοι εργαζόμενοι σε επαγγέλματα που παραδοσιακά προσφέρουν μεγαλύτερη επαγγελματική ασφάλεια και υψηλότερες αποδοχές φαίνεται να απομακρύνονται από τον παραδοσιακό συντηρητισμό τους, καθώς έρχονται αντιμέτωποι με νέες οικονομικές συνθήκες και αυξανόμενες επαγγελματικές πιέσεις. Στο παρελθόν, οι πτυχιούχοι ήταν γενικά πιο αισιόδοξοι για τις οικονομικές τους προοπτικές από όσους δεν είχαν πανεπιστημιακό πτυχίο. Σήμερα, όμως, οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν την αντίστροφη τάση. «Για πρώτη φορά τα τελευταία τρία χρόνια, οι εργαζόμενοι με πανεπιστημιακή μόρφωση είναι οι πιο απαισιόδοξοι για την αγορά εργασίας, ενώ οι νεότεροι εργαζόμενοι είναι πιθανότερο από τους μεγαλύτερους να δηλώσουν ότι η περίοδος δεν είναι κατάλληλη για να βρει κανείς μια καλή δουλειά», έγραψαν οι ερευνητές της Gallup τον Μάρτιο.

Η δυσαρέσκεια που εξαπλώνεται σε μεγάλο μέρος των εργαζομένων γραφείου, του λεγόμενου «λευκού κολάρου», είναι εδώ και καιρό γνώριμη στους εργαζομένους της παραδοσιακής εργατικής τάξης. Έπειτα από δεκαετίες νεοφιλελεύθερων πολιτικών που έχουν υπονομεύσει τα εργασιακά δικαιώματα και το βιοτικό επίπεδο, οι θέσεις εργασίας έχουν γίνει πιο επισφαλείς τόσο για τους πτυχιούχους όσο και για τους υπαλλήλους γραφείου. Την ίδια στιγμή, ο πλούτος συγκεντρώνεται ολοένα και περισσότερο στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας. Οι τάσεις αυτές επιταχύνθηκαν περαιτέρω κατά τη δεύτερη προεδρία Τραμπ: ενώ ο πλούτος των Αμερικανών δισεκατομμυριούχων αυξήθηκε κατά περισσότερο από 30% μέσα στον περασμένο χρόνο, το μερίδιο της εργασίας στην επιχειρηματική παραγωγή υποχώρησε, στα τέλη του 2025, στο χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί.

Στο βιβλίο της Fear of Falling («Ο φόβος της πτώσης»), που εκδόθηκε το 1989 και εξετάζει την επαγγελματική μεσαία τάξη, η Μπάρμπαρα Έρενραϊχ περιέγραψε το «καθοριστικό όνειρο της αμερικανικής Αριστεράς» ως μια πολιτική προοπτική στην οποία «τα δυσαρεστημένα μέλη της [επαγγελματικής] μεσαίας τάξης θα μπορούσαν να ενωθούν με την πλειονότητα της εργατικής τάξης σε μια πολιτική προσπάθεια αναδιανομής τόσο της εξουσίας όσο και του πλούτου προς τα κάτω». Δύο χρόνια αφότου ένας πολύ διαφορετικός πολιτικός συνασπισμός επανέφερε τον Τραμπ στον Λευκό Οίκο, το ερώτημα που καλείται πλέον να απαντήσει η Αριστερά είναι αν μπορεί να οικοδομήσει, πάνω στα συντρίμμια αυτού του συνασπισμού, μια πιο ανθεκτική λαϊκιστική συμμαχία.

JACOBIN

 

Πηγή – Commonality

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Στήριξε την ανεξάρτητη ενημέρωση

Επίλεξε τη συνδρομή που προτιμάς. Η ασφαλής πληρωμή ολοκληρώνεται μέσω Stripe.