Το βδελυρό σύστημα Όρμπαν στην Ουγγαρία δεν είχε ποτέ καμία ιδιαίτερη σκασίλα να απαγορεύσει την τέχνη γενικά. Αυτό που ύπουλα επιχείρησε ήταν να ελέγξει τους θεσμούς που αποφασίζουν ποια τέχνη προβάλλεται, ποια χρηματοδοτείται και ποιος διοικεί μουσεία, θέατρα, σχολές κ.ο.κ.
Επί 16 χρόνια δημιουργήθηκε ένα ολόκληρο δίκτυο διοικήσεων, με πλοκάμια σε ιδρύματα, συμβούλια, μουσεία και ακαδημίες με προσεκτικά επιλεγμένους ανθρώπους τοποθετημένους σε μακροχρόνιες θητείες, με βασικό γνώμονα την ιδεολογική εγγύτητα προς την κυβέρνηση. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2023 η μαρμάγκα έφαγε ακόμη και τον διευθυντή του Ουγγρικού Εθνικού Μουσείου, παρότι διετέλεσε βουλευτής του κυβερνώντος κόμματος, επειδή το μουσείο φιλοξένησε έκθεση του World Press Photo που περιλάμβανε φωτογραφίες με ΛΟΑΤΚΙ θεματολογία.
Σήμερα, ακόμη και οι πιο αισιόδοξοι υποστηρικτές του διαδόχου του, Πέτερ Μάγιαρ, αναγνωρίζουν ότι η υπόθεση της αποκατάστασης και ανεξαρτησίας των θεσμών μετά τη λαίλαπα Όρμπαν και το πέρασμα σε ένα κράτος δικαίου θα είναι μια διαδικασία πολλών ετών. Θέλω να πιστεύω ότι στην Κύπρο δεν ορμπανοποιηθήκαμε (ακόμα), παρόλο που οι ανησυχητικές ενδείξεις δεν λείπουν. Το παράδειγμα της Ουγγαρίας είναι επίκαιρο από την άποψη ότι η λογοκρισία δεν εφαρμόστηκε ευθεία στους καλλιτέχνες ή τα έργα, αλλά δημιουργήθηκε εντέχνως ένα περιβάλλον όπου η αυτολογοκρισία καθίσταται σχεδόν αναπόφευκτη.
Συχνά, λοιπόν, η λογοκρισία εκκινεί από ένα φαινομενικά… ευγενικό ερώτημα ή μια παραίνεση του τύπου «να το κατεβάσουμε το έργο για να μην προκαλεί ή να μην κινδυνεύσει το άμοιρο να βανδαλιστεί». Είναι το σημείο όπου η επιμελητική κρίση αντικαθίσταται από την πολιτική αποδοχή.
Η κεντρική ιδέα είναι αν η πολιτική εξουσία δικαιούται να παρεμβαίνει στο περιεχόμενο της τέχνης όταν αυτό ενοχλεί ένα τμήμα της κοινωνίας ή δεν συμβαδίζει με το επίσημο εθνικό αφήγημα. Σοβαρές δημοκρατίες με αντανακλαστικά, οφείλουν να αντιμετωπίζουν τέτοια φαινόμενα με ιδιαίτερη επιφύλαξη.
Δεν έχω την παραμικρή διάθεση να υπερασπιστώ τον Εμίν Τσιζενέλ, που είναι ένας κορυφαίος εικαστικός, για τις πολιτικές ή και τις καλλιτεχνικές του επιλογές σήμερα ή το 1984. Όποιος το κρίνει αναγκαίο μπορεί να τον αποδοκιμάσει οποιαδήποτε στιγμή του καπνίσει για το γεγονός ότι σχεδίασε τη σημαία του ψευδοκράτους, αν και είναι υπό συζήτηση η ευθύνη που τον βαραίνει για το γεγονός ότι ο Ντενκτάς αποφάσισε να μας την τρίψει στη μούρη μ’ εκείνο το πρώτιστα περιβαλλοντικό, όσο επίσης αισθητικό και πολιτικό έκτρωμα στη νότια ράχη του Πενταδάκτυλου.
Το πρόβλημα είναι ότι βρεθήκαμε να συζητάμε, σαν να μην τρέχει τίποτα, αν ένας δήμαρχος, ένα δημοτικό συμβούλιο ή ένα πολιτικό κόμμα μπορεί να υποδείξει σε μια επιμελήτρια ποιο έργο θα κρεμάσει στον τοίχο και ποιο θα κατεβάσει. Η σοβαρότητα ξεχείλισε πάλι…
Αν θέλουμε να το πάμε έτσι, ας παραδειγματιστούμε από τον Όρμπαν για να το οργανώσουμε αποτελεσματικότερα. Να καταργήσουμε τους επιμελητές στις εκθέσεις και να διορίσουμε Δημοτικές Επιτροπές Εικαστικής Ορθότητας και κάθε έκθεση να περνά από ψηφοφορία. Θα μπορούσε επίσης, για να μην έρχονται τα δημοτικά συμβούλια σε άχαρη θέση, να απαιτείται για τη συμμετοχή σε μια έκθεση και πιστοποιητικό εθνικοφροσύνης των συμμετεχόντων. Να ξέρουμε όλοι πού βαδίζουμε.
Ακούγεται φαιδρό; Ακριβώς! Κι όμως, αυτό συζητάμε. Ακόμη πιο φαιδρή φαντάζει η υπόθεση αυτή εξαιτίας του γεγονότος ότι ο Εμίν Τσιζενέλ δεν εμφανίστηκε στα μουλωχτά. Δεν πέρασε κρυφά τα οδοφράγματα κουβαλώντας το έργο κάτω από τη μασχάλη. Εδώ και δεκαετίες συμμετέχει σε εκθέσεις στις ελεύθερες περιοχές. Το έργο που σήμερα κάποιοι ζητούν να αποσυρθεί αγοράστηκε με όλες τις προβλεπόμενες διαδικασίες από την Κυπριακή Δημοκρατία το 2007 και εντάχθηκε στην Κρατική Συλλογή Έργων Τέχνης.
Το 2007 Πρόεδρος της Δημοκρατίας ήταν ο Τάσσος Παπαδόπουλος και ήταν μια εποχή που οι πληγές του δημοψηφίσματος για το σχέδιο Ανάν ήταν ακόμη ορθάνοιχτες και ο δημόσιος λόγος κάθε άλλο παρά ψύχραιμος ήταν. Δεν μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι το κλίμα και η περιρρέουσα τότε ευνοούσε γενναιόδωρες χειρονομίες ελαστικότητας απέναντι σε πρόσωπα συνδεδεμένα με το ψευδοκράτος.
Φαίνεται, ωστόσο, ότι κάποιοι θεσμοί λειτουργούσαν πιο ανεξάρτητα απ’ ότι σήμερα. Έτσι, το 2026 «ανακαλύψαμε» ξαφνικά τον Τσιζενέλ και το σκοτεινό παρελθόν του. Ή μήπως ανακαλύψαμε μια ευκαιρία για λίγη ανέξοδη ψηφοθηρική εθνικοφροσύνη, έστω και κατόπιν εκλογικής εορτής;
Η έκθεση «A slight indisposition» φαίνεται ότι πηγαίνει περίφημα. Ο κόσμος πηγαίνει, βλέπει, συζητά. Είναι ειρωνικό ότι κατά κανόνα αυτό που πετυχαίνουν όσοι ζητούν αποσύρσεις έργων είναι να κάνουν δωρεάν διαφήμιση σε κάτι που ίσως αρκετοί να μην είχαν προσέξει. Το έχουμε ξαναδεί το σενάριο. Η απειλή λογοκρισίας είναι ο καλύτερος υπεύθυνος επικοινωνίας. Στην πράξη, το γεγονός ωφελήθηκε. Το πρόβλημα είναι αλλού. Οφείλουμε να προστατεύσουμε το καλλιτεχνικό μας περιβάλλον από τη διολίσθηση στον ορμπανισμό.
Και το Υφυπουργείο Πολιτισμού; Αυτό πρώτα έβγαλε την ουρά του απ’ έξω, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν είχε εμπλοκή στην οργάνωση, χρηματοδότηση ή επιμέλεια μιας έκθεσης στην οποία οι 9 από τους 16 συμμετέχοντες καλλιτέχνες, συν την επιμελήτρια, φέρουν τουρκικά ονοματεπώνυμα. Το περίεργο θα ήταν το αντίθετο. Για μια φορά ακόμη επιχείρησε να φτιάξει ομελέτα χωρίς να σπάσει αυγά, κρατώντας επαμφοτερίζουσα στάση. Αναγνωρίζει, λέει, την καλλιτεχνική ελευθερία των επιμελητών, αλλά δεν παραγνωρίζει την ιστορική μνήμη, την παράνομη τουρκική κατοχή και το πολιτικό βάρος τέτοιων συμβόλων.
Και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ, δηλαδή. Επί δυοίν αγκύραιν ορμώ. Αυτό το «δίπορτο» όμως έχει αρχίσει να γίνεται επίσημη διάλεκτος της δημόσιας διοίκησης. Η καλλιτεχνική ελευθερία δεν συνοδεύεται από υποσημειώσεις. Η δουλειά του Υφυπουργείου είναι να στέκεται κέρβερος κι όχι άκακο κουτάβι μπροστά σε τέτοια φαινόμενα.
Άποψη δικαιούμαστε να έχουμε όλοι. Να επικρίνουμε ή να κατακρίνουμε. Κι έχουμε πάντα το δικαίωμα να αποφασίσουμε αν θα επισκεφτούμε μια έκθεση ή όχι. Αν δεν γουστάρεις έναν καλλιτέχνη, γύρνα του την πλάτη. Τόσο απλά.
Ελεύθερα, 5.7.2026
Το βδελυρό σύστημα Όρμπαν στην Ουγγαρία δεν είχε ποτέ καμία ιδιαίτερη σκασίλα να απαγορεύσει την τέχνη γενικά. Αυτό που ύπουλα επιχείρησε ήταν να ελέγξει τους θεσμούς που αποφασίζουν ποια τέχνη προβάλλεται, ποια χρηματοδοτείται και ποιος διοικεί μουσεία, θέατρα, σχολές κ.ο.κ.
Επί 16 χρόνια δημιουργήθηκε ένα ολόκληρο δίκτυο διοικήσεων, με πλοκάμια σε ιδρύματα, συμβούλια, μουσεία και ακαδημίες με προσεκτικά επιλεγμένους ανθρώπους τοποθετημένους σε μακροχρόνιες θητείες, με βασικό γνώμονα την ιδεολογική εγγύτητα προς την κυβέρνηση. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2023 η μαρμάγκα έφαγε ακόμη και τον διευθυντή του Ουγγρικού Εθνικού Μουσείου, παρότι διετέλεσε βουλευτής του κυβερνώντος κόμματος, επειδή το μουσείο φιλοξένησε έκθεση του World Press Photo που περιλάμβανε φωτογραφίες με ΛΟΑΤΚΙ θεματολογία.
Σήμερα, ακόμη και οι πιο αισιόδοξοι υποστηρικτές του διαδόχου του, Πέτερ Μάγιαρ, αναγνωρίζουν ότι η υπόθεση της αποκατάστασης και ανεξαρτησίας των θεσμών μετά τη λαίλαπα Όρμπαν και το πέρασμα σε ένα κράτος δικαίου θα είναι μια διαδικασία πολλών ετών. Θέλω να πιστεύω ότι στην Κύπρο δεν ορμπανοποιηθήκαμε (ακόμα), παρόλο που οι ανησυχητικές ενδείξεις δεν λείπουν. Το παράδειγμα της Ουγγαρίας είναι επίκαιρο από την άποψη ότι η λογοκρισία δεν εφαρμόστηκε ευθεία στους καλλιτέχνες ή τα έργα, αλλά δημιουργήθηκε εντέχνως ένα περιβάλλον όπου η αυτολογοκρισία καθίσταται σχεδόν αναπόφευκτη.
Συχνά, λοιπόν, η λογοκρισία εκκινεί από ένα φαινομενικά… ευγενικό ερώτημα ή μια παραίνεση του τύπου «να το κατεβάσουμε το έργο για να μην προκαλεί ή να μην κινδυνεύσει το άμοιρο να βανδαλιστεί». Είναι το σημείο όπου η επιμελητική κρίση αντικαθίσταται από την πολιτική αποδοχή.
Η κεντρική ιδέα είναι αν η πολιτική εξουσία δικαιούται να παρεμβαίνει στο περιεχόμενο της τέχνης όταν αυτό ενοχλεί ένα τμήμα της κοινωνίας ή δεν συμβαδίζει με το επίσημο εθνικό αφήγημα. Σοβαρές δημοκρατίες με αντανακλαστικά, οφείλουν να αντιμετωπίζουν τέτοια φαινόμενα με ιδιαίτερη επιφύλαξη.
Δεν έχω την παραμικρή διάθεση να υπερασπιστώ τον Εμίν Τσιζενέλ, που είναι ένας κορυφαίος εικαστικός, για τις πολιτικές ή και τις καλλιτεχνικές του επιλογές σήμερα ή το 1984. Όποιος το κρίνει αναγκαίο μπορεί να τον αποδοκιμάσει οποιαδήποτε στιγμή του καπνίσει για το γεγονός ότι σχεδίασε τη σημαία του ψευδοκράτους, αν και είναι υπό συζήτηση η ευθύνη που τον βαραίνει για το γεγονός ότι ο Ντενκτάς αποφάσισε να μας την τρίψει στη μούρη μ’ εκείνο το πρώτιστα περιβαλλοντικό, όσο επίσης αισθητικό και πολιτικό έκτρωμα στη νότια ράχη του Πενταδάκτυλου.
Το πρόβλημα είναι ότι βρεθήκαμε να συζητάμε, σαν να μην τρέχει τίποτα, αν ένας δήμαρχος, ένα δημοτικό συμβούλιο ή ένα πολιτικό κόμμα μπορεί να υποδείξει σε μια επιμελήτρια ποιο έργο θα κρεμάσει στον τοίχο και ποιο θα κατεβάσει. Η σοβαρότητα ξεχείλισε πάλι…
Αν θέλουμε να το πάμε έτσι, ας παραδειγματιστούμε από τον Όρμπαν για να το οργανώσουμε αποτελεσματικότερα. Να καταργήσουμε τους επιμελητές στις εκθέσεις και να διορίσουμε Δημοτικές Επιτροπές Εικαστικής Ορθότητας και κάθε έκθεση να περνά από ψηφοφορία. Θα μπορούσε επίσης, για να μην έρχονται τα δημοτικά συμβούλια σε άχαρη θέση, να απαιτείται για τη συμμετοχή σε μια έκθεση και πιστοποιητικό εθνικοφροσύνης των συμμετεχόντων. Να ξέρουμε όλοι πού βαδίζουμε.
Ακούγεται φαιδρό; Ακριβώς! Κι όμως, αυτό συζητάμε. Ακόμη πιο φαιδρή φαντάζει η υπόθεση αυτή εξαιτίας του γεγονότος ότι ο Εμίν Τσιζενέλ δεν εμφανίστηκε στα μουλωχτά. Δεν πέρασε κρυφά τα οδοφράγματα κουβαλώντας το έργο κάτω από τη μασχάλη. Εδώ και δεκαετίες συμμετέχει σε εκθέσεις στις ελεύθερες περιοχές. Το έργο που σήμερα κάποιοι ζητούν να αποσυρθεί αγοράστηκε με όλες τις προβλεπόμενες διαδικασίες από την Κυπριακή Δημοκρατία το 2007 και εντάχθηκε στην Κρατική Συλλογή Έργων Τέχνης.
Το 2007 Πρόεδρος της Δημοκρατίας ήταν ο Τάσσος Παπαδόπουλος και ήταν μια εποχή που οι πληγές του δημοψηφίσματος για το σχέδιο Ανάν ήταν ακόμη ορθάνοιχτες και ο δημόσιος λόγος κάθε άλλο παρά ψύχραιμος ήταν. Δεν μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι το κλίμα και η περιρρέουσα τότε ευνοούσε γενναιόδωρες χειρονομίες ελαστικότητας απέναντι σε πρόσωπα συνδεδεμένα με το ψευδοκράτος.
Φαίνεται, ωστόσο, ότι κάποιοι θεσμοί λειτουργούσαν πιο ανεξάρτητα απ’ ότι σήμερα. Έτσι, το 2026 «ανακαλύψαμε» ξαφνικά τον Τσιζενέλ και το σκοτεινό παρελθόν του. Ή μήπως ανακαλύψαμε μια ευκαιρία για λίγη ανέξοδη ψηφοθηρική εθνικοφροσύνη, έστω και κατόπιν εκλογικής εορτής;
Η έκθεση «A slight indisposition» φαίνεται ότι πηγαίνει περίφημα. Ο κόσμος πηγαίνει, βλέπει, συζητά. Είναι ειρωνικό ότι κατά κανόνα αυτό που πετυχαίνουν όσοι ζητούν αποσύρσεις έργων είναι να κάνουν δωρεάν διαφήμιση σε κάτι που ίσως αρκετοί να μην είχαν προσέξει. Το έχουμε ξαναδεί το σενάριο. Η απειλή λογοκρισίας είναι ο καλύτερος υπεύθυνος επικοινωνίας. Στην πράξη, το γεγονός ωφελήθηκε. Το πρόβλημα είναι αλλού. Οφείλουμε να προστατεύσουμε το καλλιτεχνικό μας περιβάλλον από τη διολίσθηση στον ορμπανισμό.
Και το Υφυπουργείο Πολιτισμού; Αυτό πρώτα έβγαλε την ουρά του απ’ έξω, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν είχε εμπλοκή στην οργάνωση, χρηματοδότηση ή επιμέλεια μιας έκθεσης στην οποία οι 9 από τους 16 συμμετέχοντες καλλιτέχνες, συν την επιμελήτρια, φέρουν τουρκικά ονοματεπώνυμα. Το περίεργο θα ήταν το αντίθετο. Για μια φορά ακόμη επιχείρησε να φτιάξει ομελέτα χωρίς να σπάσει αυγά, κρατώντας επαμφοτερίζουσα στάση. Αναγνωρίζει, λέει, την καλλιτεχνική ελευθερία των επιμελητών, αλλά δεν παραγνωρίζει την ιστορική μνήμη, την παράνομη τουρκική κατοχή και το πολιτικό βάρος τέτοιων συμβόλων.
Και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ, δηλαδή. Επί δυοίν αγκύραιν ορμώ. Αυτό το «δίπορτο» όμως έχει αρχίσει να γίνεται επίσημη διάλεκτος της δημόσιας διοίκησης. Η καλλιτεχνική ελευθερία δεν συνοδεύεται από υποσημειώσεις. Η δουλειά του Υφυπουργείου είναι να στέκεται κέρβερος κι όχι άκακο κουτάβι μπροστά σε τέτοια φαινόμενα.
Άποψη δικαιούμαστε να έχουμε όλοι. Να επικρίνουμε ή να κατακρίνουμε. Κι έχουμε πάντα το δικαίωμα να αποφασίσουμε αν θα επισκεφτούμε μια έκθεση ή όχι. Αν δεν γουστάρεις έναν καλλιτέχνη, γύρνα του την πλάτη. Τόσο απλά.
Ελεύθερα, 5.7.2026
Το άρθρο Ποιος επιμελείται τους επιμελητές; εμφανίστηκε πρώτα στο Philenews. Read More
