ΠολιτισμόςΦασισμός και ακροδεξιά τότε και τώρα
Παναγιώτης Μαυροειδής Ο φασισμός του μεσοπολέμου εξέφραζε τον φόβο των αστικών τάξεων και των μεσαίων στρωμάτων απέναντι στην επαναστατική απειλή, και έδινε δυνατότητα ανασυγκρότησης της μαζικής αστικής πολιτικής. Σήμερα η διάρρηξη του «κοινωνικού συμβολαίου»…
28 October 2026 · 10:21
Παναγιώτης Μαυροειδής
Ο φασισμός του μεσοπολέμου εξέφραζε τον φόβο των αστικών τάξεων και των μεσαίων στρωμάτων απέναντι στην επαναστατική απειλή, και έδινε δυνατότητα ανασυγκρότησης της μαζικής αστικής πολιτικής. Σήμερα η διάρρηξη του «κοινωνικού συμβολαίου» και η «εμπριμέ» κομματική συναίνεση απομακρύνει τα εργατικά-λαϊκά στρώματα. Ακροδεξιά και νεοφασισμός επιχειρούν να τα συμφιλιώσουν με την αστική πολιτική μέσω του εθνικισμού και του ρατσισμού.
Κανονικότητα η ακροδεξιά, έωλο «τείχος δημοκρατίας»
Πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα και τάσεις σε πολλές χώρες δείχνουν άνοδο των ακροδεξιών κομμάτων, σε ποικίλες εκδοχές, ακόμη και ανοιχτά νεοφασιστικές. Υπάρχει σταδιακή μετάβαση σε κύρια μορφή άσκησης της αστικής πολιτικής (αν και όχι αποκλειστική) τη νεο-ακροδεξιά πολιτική της εκδοχή. Δεν είναι ανάγκη να είναι μελανοχίτωνες, ούτε να κάνουν πραξικόπημα. Η σύγχρονη ακροδεξιά δεν είναι απρόσμενη «παρέκκλιση» της «τυπικής» αστικής δημοκρατίας: Καθίσταται προοδευτικά η βασική «κανονική» μορφή άσκησης της αστικής πολιτικής, αντικαθιστώντας τη «νεοφιλελεύθερη» δεξιά. Αυτό έχει γίνει ήδη σε ΗΠΑ, Ιταλία, Ινδία, Αργεντινή, Κολομβία και άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, ενώ ίδια είναι η τάση σε Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία και αλλού. Η «φιλελεύθερη» κλασική δεξιά έχει ανοίξει αυτό το δρόμο. Καμιά φορά η μετάβαση γίνεται μέσω του ίδιου και όχι άλλου ανταγωνιστικού κόμματος. Κλασικό παράδειγμα, η μετάλλαξη των Ρεπουμπλικάνων των ΗΠΑ. Στην Ιταλία επίσης, η νεοφασίστρια Μελόνι κυριάρχησε μέσω της ουσιαστικής εξαφάνισης του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος.
Στο πλαίσιο αυτό, αποτελεί τεράστια υποτίμηση των κινδύνων μια πολιτική κατεύθυνση «αντι-ακροδεξιού μετώπου, ακόμη και με αστικές δυνάμεις». Είναι σα να πηγαίνεις να κρυφτείς στο στρατόπεδο του αντίπαλου στρατού για να προστατευτείς από τα πυρά του…
Το λεγόμενο «τείχος δημοκρατίας» αλά Γερμανία ή Γαλλία, ενώ υποτίθεται θέτει ως προτεραιότητα την αντιμετώπιση της ακροδεξιάς, στην ουσία κάνει το αντίθετο. Δίνει συγχωροχάρτι στη φιλελεύθερη αστική πολιτική, στην αντεργατική, αυταρχική και φιλοπόλεμη ουσία της. Αποκρύπτει την ουσιώδη ταύτιση δεξιάς και ακροδεξιάς, όχι σε όλα, αλλά στα θεμελιώδη ζητήματα, αφήνοντας έτσι την ακροδεξιά να εμφανίζεται ως «αντισυστημική» δύναμη.
Ακραία αντιδραστική η αστική πολιτική

Το μαύρο-γκρι ρεύμα που αναδύεται, εν μέσω οικονομικής αβεβαιότητας, γενικευμένης ανασφάλειας, πολέμων και ευρύτερης πολεμικής προετοιμασίας, συνθέτουν ένα ανησυχητικό πλαίσιο. Απαιτείται προσοχή στη χρήση των ιστορικών αναλογιών, καθώς οι κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες αναπτύσσονται σε συγκεκριμένο κάθε φορά πλαίσιο. Στο ευρύτερο σκηνικό, στην εσωτερική ταξική διαπάλη στις βασικές καπιταλιστικές χώρες και στη διεθνή αρένα, υπάρχουν σημαντικές ομοιότητες με την περίοδο που αναδύθηκαν τα φασιστικά ρεύματα του μεσοπολέμου (1922-1939), αλλά και κρίσιμες διαφορές. Εκείνη η περίοδος σφραγιζόταν από τον έντονο ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό, καθώς ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος είχε θρυμματίσει τον παλιό κόσμο, αποδυναμώνοντας ωστόσο και τους ίδιους τους νικητές. Τα φασιστικά ρεύματα αναδείχθηκαν κυρίως στις «δεύτερες» δυνάμεις του τότε καπιταλιστικού κόσμου. Είτε ήταν ηττημένες (Γερμανία), είτε ήταν ανερχόμενες (Ιταλία). Διεκδίκησαν δυναμικά «ζωτικό χώρο» και επέκταση, με βάση και την πλεονάζουσα δυνατότητα που είχε στηθεί στο πλαίσιο της πολεμικής οικονομίας. Η περίοδος αυτή έχει στο κέντρο της, όχι μόνο χρονικά, τη μεγάλη οικονομική κρίση του ’29.
Ήταν όμως ταυτόχρονα και περίοδος μεγάλων εργατικών επαναστάσεων (Ιταλία, Γερμανία, Ουγγαρία). Παρά την ήττα τους, η νίκη της Ρωσικής επανάστασης και η πανταχού παρούσα εργατική επαναστατική απειλή στην Ευρώπη, δημιουργούσε τρόμο στις αστικές τάξεις αλλά και σε μεσαία αστικά και μικρο-αστικά στρώματα που έβλεπαν ως απειλή την άνοδο της εργατικής τάξης.
Συνθήκες παρατεταμένης οικονομικής αβεβαιότητας, στασιμότητας στην καπιταλιστική οικονομία, διαπάλη των μεγάλων καπιταλιστικών κέντρων, μαζί και διεκδίκηση ανατροπής της ισχύουσας και διαμόρφωσης νέας ηγεμονίας στον κόσμο, έχουμε και σήμερα. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι έχουμε σημαντικές διαφορές στην πολιτική συγκρότηση των τάξεων και τη διάταξη των πολιτικών ρευμάτων.
Εκείνη την περίοδο σε Ιταλία και Γερμανία το πολιτικό σύστημα είχε μια ιδιαιτερότητα. Ενώ οι εργατικές τάξεις συγκροτούνταν ταχύτατα πολιτικά, με μαζικά εργατικά κόμματα και συνδικάτα, τα αστικά κόμματα δεν είχαν αντίστοιχη μαζική ανάπτυξη και διασύνδεση με τις κοινωνικές διεργασίες ειδικά στον «βυθό» της κοινωνίας, όπως τουλάχιστον είχαν σε Βρετανία, ΗΠΑ και αλλού. Στις συνθήκες αυτές ο φασισμός, αποτελούσε όχι μόνο απάντηση στην ορατή επαναστατική απειλή, αλλά και στην ανάγκη στιβαρής οργάνωσης της αστικής πολιτικής «από τα κάτω», ακόμη και με όρους μαζικού κινήματος, συχνά αντιγράφοντας μορφολογικά το εργατικό σοσιαλιστικό/κομμουνιστικό κίνημα.
Τα φασιστικά ρεύματα «επένδυσαν» και έδρασαν στο έδαφος του κοινωνικο-οικονομικού ζόφου, όμως συγκροτήθηκαν τελικά πολιτικά, με ένα σαφές εθνικιστικό πρόταγμα, ενάντια στην εθνική και διεθνή απειλή του σοσιαλισμού. Ήταν ακριβώς η εθνικιστική και αντικομμουνιστική συγκρότηση, στη βάση ταυτόχρονα μιας πολεμικής ρητορικής, τα στοιχεία που συνηγόρησαν ώστε τελικά ο φασισμός να «συναντηθεί» με τις κυρίαρχες ως τότε αστικές δυνάμεις, παρά την αρχική διχοστασία τους. Η επέκταση και ο στόχος καπιταλιστικής αναζωογόνησης μέσω του πολέμου, μαζί και η αντιμετώπιση του εργατικού κινήματος, έβρισκαν τον τέλειο εκφραστή τους.
Σήμερα οι πολιτικές συνθήκες στο πλαίσιο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, είναι αρκετά διαφορετικές, τόσο για το «στρατόπεδο» της αστικής πολιτικής, όσο και αυτό της εργατικής πολιτικής. Οι αστικές τάξεις είναι συνολικά καλύτερα οργανωμένες σε οικονομικό (γιγάντιες πολυεθνικές επιχειρήσεις και οργανισμοί τύπου ΔΝΤ κλπ), αλλά και πολιτικό, στρατιωτικό επίπεδο, εθνικό και διεθνικό (μέσω και των ενώσεων τύπου ΝΑΤΟ, ΕΕ και του ξεχωριστού ρόλου των ΗΠΑ). Όμως η ανάδυση νέων ισχυρών καπιταλιστικών κέντρων, ο κλονισμός της ηγεμονίας των ΗΠΑ, στη διαπάλη τους με Κίνα-Ρωσία και την απόπειρα «κοντέματος» μιας όλο και πιο φιλοπόλεμης Ευρώπης, δρα συνολικά αποσταθεροποιητικά.
Ταυτόχρονα, τα αστικά κόμματα και πολιτικά συστήματα βρίσκονται σε σοβαρότατη κρίση δεσμών με τα εργατικά, λαϊκά στρώματα. Η τάση πτώσης της καπιταλιστικής κερδοφορίας από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 και μετά, οι διαδοχικές κρίσεις με κορυφαία αυτή του 2008, η άνοδος της εργασιακής εκμετάλλευσης με διαρκή ανατροπή της σχέσης κερδών/μισθών, η τάση μεγάλης υποβάθμισης βασικών κοινωνικών δικαιωμάτων, η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, στέλνουν στα αζήτητα τα «κοινωνικά συμβόλαια». Οι αντιδραστικές καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στην παραγωγή, συνοδεύονται από υπεραντιδραστικές πολιτικές τομές με επίθεση σε ελευθερίες, δικαιώματα, αλλά και στο ίδιο το δικαίωμα των εργατικών τάξεων να οργανώνονται και να αγωνίζονται, διαμορφώνοντας ένα πλαίσιο σιδηρόφρακτης δημοσιονομικής πειθαρχίας και «κοινοβουλευτικού ολοκληρωτισμού».
Καθώς σε βασικές χώρες της Ευρώπης όλα τα αναγνωρίσιμα κοινοβουλευτικά κόμματα συνομολογούν στον βασικό πυρήνα της ασκούμενης αστικής πολιτικής (με διαφορές μόνο σε «δικαιώματα», «εξαιρέσεις» κλπ), το «δεν υπάρχει εναλλακτική» της Θάτσερ, από κραυγή καπιταλιστικού θριάμβου και αιωνιότητας της λογικής του ανταγωνισμού και της αγοράς, μεταφράζεται σε μαζική απαξίωση της ίδιας της χρησιμότητας των υπαρχόντων πολιτικών συστημάτων και κομμάτων. Όταν δεξιά/φιλελεύθερα, σοσιαλδημοκρατικά, πράσινα και αριστερά/ρεφορμιστικά κόμματα, συγκροτούν συναινετικά «εμπριμέ» κυβερνήσεις ποικίλης σύνθεσης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Γερμανία, οι «κάτω» δεν πείθονται.
Η πολιτική, πολιτισμική κρίση είναι εδώ, πολύ πιο εκρηκτική από την οικονομική κρίση που είναι το υπόβαθρό της!
Η αβεβαιότητα, ο φόβος, η ανασφάλεια κυριαρχούν. Το παρόν δεν μπορεί να παρηγορηθεί με την προσμονή ενός καλύτερου μέλλοντος. Αντίθετα, σε ένα τόσο δυστοπικό παρόν, το μέλλον τρομάζει ακόμη περισσότερο. Στο πλαίσιο αυτό η επιστροφή σε ένα δήθεν ιδεώδες παρελθόν, από τα ακροδεξιά και νεοφασιστικά ρεύματα φαντάζει ως η μόνη και επιτακτική λύση. Άλλωστε η Ευρωπαϊκή Ένωση, έχει φροντίσει να τα «ξεπλύνει», αρχικά με την «ταύτιση ναζισμού – κομμουνισμού», που έδωσε τη θέση της σε εμμονικό αντικομμουνισμό και ανοιχτή στήριξη των φασιστών (όπως στην Ουκρανία).

Μια άκρως «ριζοσπαστικοποιημένη» δεξιά είναι απολύτως αναγκαία για τη σωτηρία και πολιτική αναζωογόνηση μιας αστικής πολιτικής, που βρίσκεται σε σήψη. Ο Τραμπ, η Λεπέν, η Μελόνι, η AfD, είναι όψεις αυτής της στροφής, αλλά δεν είναι οι μοναδικές. Ούτε διαφέρουν ουσιωδώς από το «ακραίο κέντρο» του Μακρόν, που πουλάει ολίγον «δικαιώματα» και «συμπερίληψη», αλλά κυβερνά με διατάγματα, επιβάλει σχεδόν στρατιωτικό νόμο και σκοτώνει 15χρονους.
Σε μια εποχή που το μέλλον φοβίζει περισσότερο από το παρόν, φτωχά λαϊκά στρώματα επιλέγουν ταυτότητες που αποπνέουν σταθερότητα και ομοιότητα, όπως εθνική ή θρησκευτική ενότητα, καταλήγοντας σε ρατσισμό και ισλαμοφοβία
Το ερώτημα είναι πως όλοι αυτοί βρίσκουν πολιτική νομιμοποίηση σε εργατικά και λαϊκά στρώματα αντί της αριστεράς και των απελευθερωτικών ιδεών. Διεκδικούν να εκφράσουν όχι μόνο τον φόβο των μικροαστικών και μεσοαστικών στρωμάτων να εκπέσουν ξαφνικά στην κατάντια των «κάτω», αλλά και την αυταπάτη των τελευταίων να επιλέξουν ταυτότητες που αποπνέουν σταθερότητα και ομοιότητα, όπως εθνική ή θρησκευτική ενότητα. Δεν είναι παράξενο επομένως που η μεταναστοφοβία, η ισλαμοφοβία και γενικά ο φόβος του «άλλου» και του «διαφορετικού», αποτελούν σημεία συνάντησης των ακροδεξιών ρευμάτων και διαμόρφωσης κοινωνικών συμμαχιών από πάνω ως κάτω.
Την ίδια στιγμή, το «στρατόπεδο» της εργατικής πολιτικής έχει υποχωρήσει σε επίπεδο οργάνωσης και προγράμματος, με αντικατάστασή του από εκλογικά ρεύματα «πλατιών, λαϊκών» ακροατηρίων, κοινοβουλευτικές αναθέσεις και τελικά συναίνεση με την κυρίαρχη πολιτική μέσω και του «αριστερού» κυβερνητισμού.
Οι έντεκα στόχοι του κόμματος Κασιδιάρη
Αντιπολιτική ρητορεία και στήριξη του κεφαλαίου
Το κόμμα του νεοναζιστή Κασιδιάρη μασκαρεμένο σε light ακροδεξιό («Συμμαχία Ελλήνων»), διατύπωσε έντεκα πολιτικούς στόχους. Είναι πολύ αποκαλυπτικοί για τον χαρακτήρα του! Οι έξι αφορούν την «κομματική και πολιτειακή ελίτ» (βουλευτική ασυλία, κομματικές επιδοτήσεις, μείωση βουλευτών, μείωση θητείας, πολιτική διαφθορά, εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας). Η ακροδεξιά κεντράρει στους «υπαλλήλους» του κεφαλαίου που «τα μασάνε». Αλλά όχι σε αυτούς για τους οποίους δουλεύουν (ή και «τα παίρνουν» απευθείας), δηλαδή το ίδιο το κεφάλαιο. «Ακουμπάει» στο λαϊκό αίσθημα, αλλά επικοινωνεί περισσότερο με την «αγανάχτηση» βιομηχάνων και εφοπλιστών που πληρώνουν «ενδιάμεσους» για να κάνουν τη «δουλειά» τους. Έτσι, ο Δ. Γιαννακόπουλος και κάθε βιομήχανος ή εφοπλιστής στην Ελλάδα, ελπίζει σε ένα Κασιδιάρη για να «πέσει η ταρίφα». Το ίδιο «θέμα» έχει και ο πλουσιότερος του κόσμου τούτου, ο Μασκ, με τα συμβόλαια που έχει με το αμερικάνικο κράτος, ο πολιτικός «νονός» Κασιδιάρη, Μελόνι, Λεπέν, AfD, Φάρατζ, Μπολσονάρο και άλλων.
Δύο στόχοι αφορούν την «ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης» και ειδικά το Συνταγματικό Δικαστήριο, που παραπέμπουν στις δικαστικές εκκρεμότητες που έχει ο καταδικασμένος ναζί για τη δολοφονία του Π. Φύσσα.
Ένας στόχος αφορά το δημόσιο χρέος. Όχι όμως τη διαγραφή του, αλλά «λογιστικό έλεγχο» για να διαπιστωθεί ποιοι «τα φάγανε». Άλλος στόχος αφορά τα κατοχικά δάνεια από Γερμανία, χωρίς βέβαια να ομολογούν ότι από μεριάς Ελλάδας, τα είχαν υπογράψει οι δοσίλογοι φασίστες, ομογάλακτοι του Κασιδιάρη. Τέλος, ένας στόχος αφορά «δεσμευτικά δημοψηφίσματα». Όχι από καούρα για δημοκρατία, αλλά για αποφυγή τοποθέτησης Κασιδιάρη σε βασικά πολιτικά ζητήματα.
Κανένας απολύτως στόχος, δεν αφορά το να φύγει πλούτος από την τσέπη της αστικής τάξης και να πάει προς τον εργατολαϊκό κόσμο!
Η ανάγκη για την αριστερά της ανατροπής
Λέγεται ότι σε συνθήκες κρίσης και αβεβαιότητας, ο κόσμος αναζητά στιβαρή σταθερότητα στο παρόν, αντιγράφοντας γνωστά μοτίβα του παρελθόντος, πράγματα που αντιπροσωπεύει η ακροδεξιά. Έτσι κερδίζει την αριστερά, η οποία μιλάει στο όνομα του μέλλοντος, το οποίο προϋποθέτει ανατροπές. Πρόκειται για θεωρητικό σχήμα, το οποίο «κανονικοποιεί» την ακροδεξιά. Επιπλέον «δείχνει» προς τη μεγαλύτερη υποταγή της αριστεράς στο πλαίσιο του ολοκληρωτικού, πολεμικού καπιταλισμού.
Οι εποχές των κρίσεων ήταν πάντα και εποχές επαναστάσεων. Είμαστε αντιμέτωποι με μια συνολική αστική γραμμή στρατηγικής ανασυγκρότησης του καπιταλισμού. Η μετάβαση από το «ταξικό» στο «εθνικό» είναι το κέντρο της. Η απάντηση δεν είναι η ακόμη μεγαλύτερη απομάκρυνση της αριστεράς από το κοινωνικό ζήτημα και ταξικό πεδίο, προς την «πολιτισμική» αντιπαράθεση.
Απαιτείται βαθιά ανασυγκρότηση της στρατηγικής της εργατικής τάξης, τόσο σε επίπεδο αυτοτελούς οργάνωσης και προγράμματος σε επίπεδο κινήματος, μετώπου και κομμάτων. Με κέντρο τη δυνατότητα και τα μέσα της επαναστατικής ανατροπής της αστικής επίθεσης και του ολοκληρωτικού καπιταλισμού.
Η σύγχρονη ακροδεξιά είναι απειλή για τις λαϊκές ελευθερίες, αλλά όχι για το αστικό πολιτικό σύστημα. Είναι μορφή και κινητήρας της περαιτέρω αντιδραστικής μετάλλαξής του, που έχει και άλλες εκφράσεις. Το ζητούμενο επομένως δεν είναι ένα «λαϊκό μέτωπο», ακόμη και με τη δεξιά ή την αστική σοσιαλδημοκρατία, για «να σωθεί πρώτα η αστική δημοκρατία». Αυτό που απαιτείται είναι η αντικαπιταλιστική κομμουνιστική αριστερά να συνδέσει τη μαχητική αντιπαράθεση με την ακροδεξιά, που έχει αυτοτέλεια ως φαινόμενο, με ένα νέο εργατικό κίνημα και το συνολικό αντικαπιταλιστικό και επαναστατικό αγώνα.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν που κυκλοφόρησε στις 24-25 Οκτωβρίου 2026
Πηγή – Prin









