GreeceΤι μάς λένε οι ταραχοποιοί χωρίς να το θέλουν
φωτογραφία: L’Union Étudiante Ο Εντουάρ Λουί, γεννημένος το 1992 ως Εντί Μπελγκέλ, είναι γάλλος συγγραφέας. Μεγάλωσε σε φτωχή εργατική οικογένεια στη βόρεια Γαλλία και σπούδασε κοινωνιολογία στο Παρίσι. Έγινε διεθνώς γνωστός το 2014 με…
24 October 2026 · 10:01
φωτογραφία: L’Union Étudiante
Ο Εντουάρ Λουί, γεννημένος το 1992 ως Εντί Μπελγκέλ, είναι γάλλος συγγραφέας. Μεγάλωσε σε φτωχή εργατική οικογένεια στη βόρεια Γαλλία και σπούδασε κοινωνιολογία στο Παρίσι. Έγινε διεθνώς γνωστός το 2014 με το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα “Να τελειώνουμε με τον Εντί Μπελγκέλ”, όπου αφηγείται την παιδική του ηλικία, τη φτώχεια και την ομοφοβία. Στα έργα του συγκαταλέγονται τα “Ιστορία της βίας”, “Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου” και “Αγώνες και μεταμορφώσεις μιας γυναίκας”. Συνδέει την προσωπική εμπειρία με την κοινωνική κριτική, φωτίζοντας τις ταξικές ανισότητες, την κυριαρχία και τον αποκλεισμό. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε δεκάδες γλώσσες και έχουν μεταφερθεί στη θεατρική σκηνή διεθνώς. Στην Ελλάδα εκδίδονται από τις εκδόσεις Αντίποδες. Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύθηκε στην ηλεκτρονική έκδοση της Λιμπερασιόν στις 20 Οκτωβρίου 2026.
Κατά την διαδήλωση της 17ης Οκτωβρίου, εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές, συγκεντρώθηκαν σε διάφορα μέρη της χώρας, για να διαμαρτυρηθούν όλοι μαζί, να τραγουδήσουν, να εκφράσουν την επιθυμία για ριζική αλλαγή πολιτικής που να εμπεριέχει κοινωνική δικαιοσύνη, ισότητα και ανακατανομή του πλούτου.
Την ίδια ώρα, στο Παρίσι, στη Λυών στη Μασσαλία και στη Λιμόζ, εμπορικά καταστήματα λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν, βιτρίνες έσπασαν ενώ αυτοκίνητα πυρπολήθηκαν. Ζημιές προκλήθηκαν επίσης, στο Παρίσι, στην πλατεία Ρεπυμπλίκ και στη λεωφόρο Μαζεντά . Στη Λιμόζ, το δημαρχείο πυρποληθηκε ενώ στη Λυών, τα γραφεία του Οργανισμού Τουρισμού παραδόθηκαν στις φλόγες.
Την επόμενη μέρα των γεγονότων αυτών, δύο διαφορετικές απόψεις υπερισχύουν, δεξιά και αριστερά, καταγγέλλοντας τις πράξεις καταστροφών και λεηλασίας. Εκατοντάδες βίντεο κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, δείχνοντας απελπισμένους καταστηματάρχες, άλλοτε με δάκρυα στα μάτια, μπροστά στο μαγαζί τους, από το οποίο δεν έχε μείνει σχεδόν τίποτε.
Μπροστά σ’ αυτές τις εικόνες, δημιουργήθηκαν δύο πλευρές Η μία, αυτή της πλειοψηφίας, καταδικάζει σφοδρά τους εξεγερμένους και ζητά γι’ αυτούς τις πιο αυστηρές ποινές. Είναι ο λόγος της Δεξιάς και της Ακροδεξιάς, των Σοσιαλιστών οι οποίοι είναι πάντοτε πρόθυμοι να υιοθετήσουν τη γλώσσα της κυβέρνησης, από φόβο μήπως δε φανούν αρκετά αξιόπιστοι. Σύμφωνα με το επιχείρημα τους, αυτοί οι ταραχοποιοί οδήγησαν τη Γαλλία στο χάος και έπληξαν τη δημοκρατία.
Σύμφωνα με την άλλη πλευρά, οι ταραχοποιοί δεν έχουν καμιά σχέση με τις διαδηλώσεις και πλήττουν, δυστυχώς, την εικόνα των κοινωνικών κινημάτων. Οι θιασώτες αυτής της πλευράς τονίζουν ότι ήδη, η Ακροδεξιά εκμεταλλεύεται τα γεγονότα για να επικαλεστεί την επιστροφή στην καταστολή και στην τάξη. Οι γύπες της ακροδεξιάς βασίζονται στις εικόνες των κατεστραμμένων από τη φωτιά καταστημάτων και τις διαλυμένες στάσεις λεωφορείων για να τροφοδοτήσουν την επαίσχυντη ρητορική τους.
Ένα κομμάτι της Αριστεράς έχει αυτήν την άποψη για τα συμβάντα και γι’ αυτό το λόγο επιμένει ότι οι ταραχοποιοί και όσοι λεηλατούν δεν έχουν σχέση με την κοινωνική διαμαρτυρία. Σύμφωνα με το σκεπτικό αυτό, οι ταραχοποιοί αποτελούν ένα διαφορετικό υπαρκτό σύνολο. Σαν να έχουμε από τη μια πλευρά, διαδηλωτές, απογοητευμένους από την πολιτική κατάσταση, οι οποίοι αποφάσισαν να διαδηλώσουν ειρηνικά και από την άλλη, ένα σύνολό ατόμων που επέλεξαν, χωρίς καμιά σχέση με τις κοινωνικές συγκυρίες, να προβούν σε βιαιότητες.
Ωστόσο, δε μπορούμε να αρνηθούμε ότι αυτοί που έσπαζαν και λεηλατούσαν, δεν έδιναν την εντύπωσή ότι μάς ήταν άγνωστοι. Φαίνονταν να προέρχονται, σχεδόν όλοι τους, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, από τα λαϊκά στρώματα. Φορούσαν παρόμοια ρούχα, καπέλο τζόκευ και αθλητικά παπούτσια. Όπως μπορούμε, επίσης, να δούμε στα βίντεο, χρησιμοποιούσαν εκφράσεις της γλώσσας των λαϊκών τάξεων.
Το ότι οι εξεγερμένοι φαίνεται, σε μεγάλο μέρος, να προέρχονται από το ίδιο συγκεκριμένο δύσκολο κοινωνικό περιβάλλον, θα έπρεπε, να μας κάνει να κατανοήσουμε, ότι το περιβάλλον αυτό ευνοεί τέτοιου είδους συμπεριφορές. Θα πρέπει να σταθούμε στο ότι οι καταστροφές αυτές δεν προέρχονται από προσωπικές αποφάσεις αλλά από μια ορισμένη κοινωνική επίδραση που τους ωθεί να ενεργούν με συγκεκριμένο τρόπο. Το να κατανοήσουμε γιατί κάποιοι προβαίνουν σε καταστροφές, δε σημαίνει ότι αρνούμαστε τον πόνο αυτών που υπήρξαν θύματα των καταστροφών. Το ότι συλλογιζόμαστε τα αίτια των συμβάντων, δε σημαίνει ότι είμαστε αδιάφοροι μπροστά στον πόνο της μιας ή της άλλης πλευράς.
Γιατί η δυστυχία και η κοινωνική βία ωθούν ορισμένα άτομα να έχουν ως μοναδική καταφυγή στη βία; Γιατί η φτωχοποίηση του γαλλικού λαού, η διάλυση της κοινωνική πολιτικής και των δημόσιων υπηρεσιών, η εγκατάλειψη και ο διωγμός των λαϊκών τάξεων από τις κυβερνήσεις Μακρόν και από τους προκατόχους του ωθoύν ορισμένους να καταφεύγουν στη βία; Μια ενέργεια, δεν είναι προϊόν ατομικής απόφασης. Ούτε μια ομάδα ατόμων σηκώνεται ένα πρωί και λέει, ‘’Να, σήμερα, θα κάνω κάτι βίαιο.’’ Και αν σκέφτονταν κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα αίτια της πράξης τους θα ήταν διαφορετικά. Θα έπρεπε να εξηγήσουμε γιατί επιθυμούν να καταστρέψουν, γιατί αυτός ο τρόπος δράσης τους φαίνεται κατάλληλος.
Με ποιόν ασχολείται όμως η πολιτική και η κοινωνιολογία;
Εάν οι μαθητές διαδηλώνουν και καταλαμβάνουν τα λύκεια τους, θεωρούμε ότι η κοινωνική κατάσταση, τούς οδήγησε σ’ αυτό. Όμως, όταν αυτοί που διαμαρτύρονται βάζοντας φωτιά σε κτίρια, σπάζοντας βιτρίνες και λεηλατώντας καταστήματα, είναι άντρες και γυναίκες προερχόμενοι από λαϊκές γειτονιές, τότε ξαφνικά, η προσπάθεια αιτιολόγησης και κατανόησης σταματά.
Δεν αποτελούν πια προϊόν της Ιστορίας, μιας κοινωνικής τάξης, ενός περιβάλλοντος. Δεν ασχολούμαστε με την εκπαίδευσή που έλαβαν, τη σχέση τους με την αστυνομία, τα εισοδήματα και την αγοραστική τους δύναμη. Θεωρούνται ως άτομα δίχως προσδιορισμό και δε χρειάζεται αιτιολόγηση των πράξεων τους. Τους αποδίδουμε μόνο, μια θέληση για καταστροφή, μια κακία σχεδόν φυσική.
Το πρόβλημα αυτής άποψης για τους εξεγερμένους, όπου απουσιάζει το κοινωνιολογικό πλαίσιο, είναι ότι μάς εμποδίζει να αφουγκραστούμε την κοινωνική και πολιτική διάσταση της πράξης τους, καθώς και τον τρόπο έκφρασης της.
Το ζήτημα δεν είναι ηθικό, εάν οι πράξεις τους είναι καλές ή κακές. Είναι κυρίως ζήτημα πολιτικό. Τί υποδηλώνουν οι πράξεις τους σχετικά με το γαλλικό κράτος και την κοινωνική βία σήμερα;
Τί μας λένε όμως, αυτοί οι ταραχοποιοί, ακόμη χωρίς να μάς το λένε οι ίδιοι άμεσα και ευθέως, σχετικά με την εγκατάλειψη ορισμένων στρωμάτων του πληθυσμού της Γαλλίας; Γιατί η ζωή τους χαρακτηρίζεται από τον αποκλεισμό και τη βία; Τα γεγονότα, που διαδραματίζονται στη Γαλλία, τις τελευταίες ημέρες, είναι αρκετά περίπλοκα. Δεν ισχυρίζομαι ότι τα κατανοώ όλα ή ότι έχω τη λύση για όλα.
Αλλά αυτό που πιστεύω είναι ότι είναι ότι δεν πρέπει να κλείνουμε τα μάτια μπροστά σε ορισμένα ζητήματα ύψιστης σημασίας που μάς βοηθούν να κατανοήσουμε τον αιτιολογημένο θυμό των Γάλλων εδώ και αρκετές βδομάδες.
Μετάφραση: Στέφανος Γραβάνης
Πηγή – Εποχή









