Ροή ΕιδήσεωνΟ Στέφεν Μάου, γεννημένος το 1968, είναι καθηγητής μακροκοινωνιολογίας, στο Πανεπιστήμιο Humboldt του Βερολίνου.
Κατ’ αρχάς μάς εξηγεί ότι υπάρχει ένα χάσμα πλούτου ανάμεσα στη Δύση και στην Ανατολή και προσπαθεί να μας το εξηγήσει: «Επιπρόσθετα η Ανατολή πάσχει μέχρι σήμερα δραματικά από ένα έλειμμα ελίτ […] Χρειάστηκε να περάσουν τριάντα χρόνια από την επανένωση για να διοριστεί μια Ανατοκογερμανίδα στο Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο».
Και συνεχίζει ο Μάου: «Ακόμα και εάν οι διαφορές στις νεότερες γενιές είναι κάπως μικρότερες υπάρχουν πολλές ενδείξεις που συνηγορούν υπέρ μιας διαγενεακής μεταβίβασης των αντίστοιχων αξιακών στάσεων. Παρόμοια είναι η κατάσταση και σε ό,τι αφορά τις στάσεις απέναντι στη μετανάστευση […] Το πόσο σημαντική είναι αυτή η σχέση με την ομάδα αποδεικνύεται, για παράδειγμα, όταν οι άνθρωποι αλλάζουν κοινωνικό πλαίσιο. Από μια έρευνα προέκυψε ότι φοιτητές που φεύγουν από την Ανατολική Γερμανία και εγγράφονται σε δυτικογερμανικά πανεπιστήμια, αναπτύσσουν θετικότερες στάσεις απέναντι των μεταναστών. Οι νέοι που σπουδάζουν εθελοντικά σε μια άλλη περιοχή ενδεχομένως είναι πιο φιλελεύθεροι. Ακόμα πιο θετική ήταν η στάση εκείνων των φοιτητών που αλληλεπιδρούσαν εντονότερα με δυτικογερμανούς συμφοιτητές. Σε φοιτητές, αντιθέτως που είχαν επιλέξει για σπουδές μια άλλη πόλη εντός της Ανατολικής Γερμανίας τα πολιτισμικά πρότυπα διατηρήθηκαν, πιθανώς επειδή επιβεβαιώνονταν από το κοινωνικό περιβάλλον.
Προσθέτει ο Μάου: «Η ΛΔΓ ήταν ένα αυταρχικό και ελεγκτικό καθεστώς, το οποίο δεν διέθετε τον βασικό εξοπλισμό των δημοκρατικών κοινωνιών και στερούσε από τους πολίτες του ουσιαστικές δυνατότητες ενασχόλησης με τα κοινά. Επομένως δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι δεν μπόρεσε να αναπτυχθεί ένα βιωμένο ρεπερτόριο δημοκρατικής συμμετοχής […] Μόνο κατά τη φάση της αποδόμησης του καθεστώτος οι πολίτες χειραφετήθηκαν από το πατερναλιστικό κράτος και βγήκαν στους δρόμους διεκδικώντας ελευθερία έκφρασης και εκδημοκρατισμό, κάτι που τελικά που οδήγησε στις πρώτες και συνάμα τις τελευταίες ελεύθερες εκλογές για το Λαϊκό Κοινοβούλιο στις 18 Μαρτίου του 1990.

«Η AFD εμφανίζει σήμερα αυξημένη εκλογική ισχύ σε περιοχές όπου το Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα κατέγραφε υψηλά εκλογικά ποσοστά τη δεκαετία του 1930. […] Οικονομικά υποβαθμισμένες περιοχές, με υψηλή ανεργία, δημογραφική γήρανση και χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο, εμφανίζουν και στη Δυτική Γερμανία αυξημένη επιρρέπεια στην AFD, ενώ το κόμμα τείνει να εμφανίζει χαμηλότερα εκλογικά αποτελέσματα στα αστικά κέντρα σε σχέση με τις αγροτικές περιοχές.
Συμπληρώνει ο Μάου: «Για τους επαγγελματίες της πόλωσης, δηλαδή για εκείνους που επιδιώκουν να φτάσουν τον κοινωνικό διχασμό στα άκρα, οι ψηφοφόροι μετατρέπονται σε μια ευματάβλητη «μάζα» την οποία μπορεί κανείς να χειριστεί με όρους συναισθηματικής πολιτικής. […] Αυτή η «μάζα» επιδοκιμάζει μηνύματα που καλλιεργούν αισθήματα μνησικακίας, που απορρίπτουν τη διαφορετικότητα, που υπεραμύνονται της διατήρησης των κεκτημένων, που κολακεύουν τον «απλό άνθρωπο» και εξυμνούν αξίες όπως η προσγειωμένη στάση ζωής και η τίμια εργασία. Υπό αυτή την έννοια η AFD λειτουργεί επίσης (αλλά όχι μόνο) ως μια βαλβίδα, μέσω της οποίας διοχετεύονται οι αντιλήψεις περί ανεπαρκούς αναγνώρισης και περί κοινωνικής υποβάθμισης συχνά σε συνδυασμό με μισαλλοδοξία και αυταρχικές τάσεις. Ένα σημαντικό μέρος του εκλογικού σώματος έχει διολισθήσει σε ένα είδος «συναισθηματικής λογιστικής» στο πλαίσιο της οποίας, δυσαρέσκειες, απογοητεύσεις και γενικότερα αρνητικές εμπειρίες «πιστώνονται» στους δεξιούς λαϊκιστές.










