ΟικονομίαΠράκτορες σε υπαρξιακή κρίση
Το «Wild Horse Nine» του Μάρτιν Μακντόνα είναι η ειρωνική απολογία του δυτικού πράκτορα για όσες δικτατορίες ξεπήδησαν από το μαγικό ραβδί του. Τύψεις κι ενοχές Παρακολουθώντας σκηνές από το «Wild Horse Nine» σκέφτομαι…
8 November 2026 · 07:49
Το «Wild Horse Nine» του Μάρτιν Μακντόνα είναι η ειρωνική απολογία του δυτικού πράκτορα για όσες δικτατορίες ξεπήδησαν από το μαγικό ραβδί του.
Τύψεις κι ενοχές
Παρακολουθώντας σκηνές από το «Wild Horse Nine» σκέφτομαι πως ο δυτικός πολιτισμός είναι κυρίως ενοχικός. Όχι μονάχα για τους αιώνες φυλετικής καταπίεσης και αποικιοκρατίας. Αλλά γιατί συμπεριφέρεται ως ο αυτόκλητος μαέστρος της παράφωνης ορχήστρας που λέγεται διεθνής πολιτική. Όπου το συμφέρον το επιβάλλει, επεμβαίνει χειρουργικά προκειμένου να επαναφέρει τη χώρα στο επιθυμητό σημείο: είτε αυτό λέγεται δημοκρατία, είτε δικτατορία.
Προσοχή, δεν λέω ότι ευθύνεται αναγκαστικά η συλλογική Δύση για τα πραξικοπήματα στις Κομόρες, τη Σιέρα Λεόνε, τη Μαυριτανία, το Νίγηρα, τη Μπουρκίνα Φάσο, τα Νησιά Φίτζι, Σάο Τομέ και Πρίνσιπε. Είναι όμως εκείνη που έχει προσφέρει το εγχειρίδιο σε κάθε παραληρηματικό υποψήφιο ηγεμόνα. Πού οφείλεται αυτή η έφεση για έλεγχο; Η αιτία είναι η ίδια που οδήγησε τον Αγκίρε, τη «Mάστιγα του Θεού», μακριά στον Αμαζόνιο να ψάχνει το Ελ Ντοράντο.

Είναι ο χρυσός σε όλες του τις εκφάνσεις, τις μαύρες, κίτρινες ή λευκές. Το τρομακτικό, τρελαμένο βλέμμα του Κλάους Κίνσκι στο αριστουργηματικό φιλμ του Βέρνερ Χέρτζογκ καθρεφτίζει την απληστία του κάθε εγκάθετου και του κάθε κατακτητή. Στο φινάλε έρχεται ο λογαριασμός για το αίμα που χύθηκε. Το πάθος για κυριαρχία μετατρέπεται σε Ερινύες, στο θρήνο των «Τρωάδων» που ενοχλεί τα ευαίσθητα αυτιά μας.
Άλογα και παράλογα στο Νησί του Πάσχα
Ο ίδιος χορός των τύψεων οδηγεί τα βήματα και τη γλώσσα του βετεράνου πράκτορα Κρις Καρλάιλ στο «Άγριο Άλογο υπ’ αριθμόν Εννιά». Όμως γιατί το «άλογο» και γιατί το «εννιά»; Ο Μάρτιν ΜακΝτόνα φροντίζει να συντηρεί το μυστήριο και την ειρωνεία γύρω από τον τίτλο της ταινίας του. Τα άγρια άλογα βόσκουν όντως στις πεδιάδες στο Νησί του Πάσχα, μαζί με δύο πράκτορες της CIA που καταφεύγουν εκεί φορώντας το καπέλο του τουρίστα.
Οι τελευταίοι έχουν ήδη σκορπίσει τους σπόρους της ανατροπής για την κυβέρνηση του σοσιαλιστή Σαλβαδόρ Αλιέντε. Και τώρα, έχουν την ευχέρεια να φωτογραφίζουν με την άνεσή τους τα αγάλματα Μοάι, τους φημισμένους μονόλιθους, φτιαγμένους με πέτρα των ηφαιστείων.
Υπάρχει όμως πάντοτε μια παραφωνία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι η ανίατη ασθένεια του Καρλάιλ και το αναπόφευκτο τέλος που πλησιάζει. Ένας άνθρωπος που δεν έχει κάτι να χάσει, με την καμπούρα φορτωμένη ανομολόγητα εγκλήματα, μπορεί να γίνει επικίνδυνος.
Κι όταν οι εμμονές του εκφράζονται με τον τρόπο του Τζον Μάλκοβιτς, με τον αργό, συλλαβιστό ρυθμό, τις ατελείωτες παύσεις που γεννούν μια καταιγίδα, το αποτέλεσμα γίνεται εκρηκτικό, τραγικό και ταυτόχρονα κωμικό. Τότε, το ύφος του σκηνοθέτη-συγγραφέα βρίσκει την τέλεια κινηματογραφική ενσάρκωση, πλαισιωμένη από την ιδανική «δεύτερη φωνή» του συμπρωταγωνιστή Σαμ Ρόκγουελ.
Ράπα Νούι, μπανάνες, δικτατορίες
Όπως συμβαίνει σε όλες τις ταινίες και τα θεατρικά του έργα, ο ΜακΝτόνα δεν ενδιαφέρεται να παραδώσει μαθήματα ηθικής. Ο ψυχισμός των χαρακτήρων και το ιδεολογικό πλαίσιο του φιλμ παραμένουν ρευστά. Αναπόφευκτα, η ταύτιση του θεατή είναι επίσης ενοχική.
Πώς μπορούμε να συμπαθήσουμε αυτούς τους ενοχλητικούς αντιήρωες, όταν αναφωνούν με σαδιστικό κυνισμό μπροστά στις νεαρές Χιλιανές: «η πατρίδα σας πρόκειται να πηδηχτεί»; Μα είναι αυτές ακριβώς οι στιγμές εξομολογητικής ειλικρίνειας οι οποίες τους εξανθρωπίζουν στα μάτια μας.
Τότε, αιώνες αιματοβαμμένης αποικιοκρατίας αποκαλύπτονται ενώπιον μας – έστω και ως ανέκδοτο. Εξάλλου, η κοροϊδευτική στάση στο άκουσμα των λέξεων Ράπα Νούι (η Νήσος του Πάσχα στη γλώσσα των ιθαγενών) είναι κατά βάθος και δική μας.
Θυμίζει την οπτική του νευρωτικού Νεοϋορκέζου (Γούντι Άλεν) στο «Bananas»: μεταφράζει το χαοτικό πολιτικό σκηνικό της Λατινικής Αμερικής σαν φάρσα και παρωδία. Η τραγική ειρωνεία; Όπως διαπιστώσαμε κι εμείς εδώ στα μέρη μας, οι πλείστες δικτατορίες είναι όντως παρωδίες – με θλιβερά αποτελέσματα.

Όταν η χώρα «μπαίνει στον γύψο» βγαίνουν βόλτα τα κοράκια, συχνά με στολές στρατιωτικές. Όμως, το μασκάρεμα της δήθεν επανάστασης αποκαλύπτεται κάποια στιγμή, στο κιτς του μεγαλείο.
Το σκοτεινό παρασκήνιο της πολιτικής
Το σινεμά έχει μυθοποιήσει πράκτορες που διεκπεραιώνουν την άχαρη αποστολή τους με ατσαλάκωτα κοστούμια, απολαμβάνοντας τα κοκτέιλ τους «χτυπημένα, όχι ανακατεμένα». Επιστρέφοντας στον τίτλο του φιλμ, θα έλεγα πως το «Wild Horse Nine» είναι η «άρρωστη» πληρωμένη απάντηση στον «007»: το bromance στη θέση του αυτάρεσκου γόη, ο άστατος, εύθραυστος άνθρωπος στη θέση του ψυχρού εκτελεστή με το πιστόλι.
Η κάμερα του ΜακΝτόνα δεν μυθοποιεί τους ήρωες – μάλλον τους αποκαθηλώνει. Ούτε ενδιαφέρεται να αναπαραστήσει ρεαλιστικά το πραξικόπημα στη Χιλή του ’73. Προτιμά να εκθέσει τους μηχανισμούς δημιουργίας του, να αποδώσει έμμεσο φόρο τιμής στα θύματά του.

Τα μέσα είναι κυρίως σατιρικά, με τον διάχυτο αμοραλισμό (αλλά όχι και τη σοβαρότητα) του εμβληματικού «Ζ» του Κώστα Γαβρά. Οι «πράκτορες σε αποστολή» δεν είναι καρικατούρες, όπως ο Γάλλος συνάδελφος «OSS117». Μα διαθέτουν ανάλογη στερεοτυπική αφέλεια όταν κοιτάζουν τον κόσμο.
Είναι μάλλον μαριονέτες, πιόνια στη γεωπολιτική σκακιέρα. Άλλοι κινούν τα νήματα, πίσω από κλειστές πόρτες. Στρώνουν τον δρόμο για τον αιμοσταγή δικτάτορα, τον κάθε αναλώσιμο «βασιλιά της Σκοτίας». Έτσι στήνει το σκοτεινό παρασκήνιο της πολιτικής ο ΜακΝτόνα: με ευριπίδεια αποδόμηση, αναμεμιγμένη με αριστοφανική ειρωνεία. Αισθάνομαι πως βρισκόμαστε κι εμείς, κάπου στο βάθος της σκηνής. Ως απλοί κομπάρσοι.
Ελεύθερα, 08.11.2026
Πηγή – Φιλελεύθερος










