GreeceΠέθανε ο Stephen Raoul Jones, πρωτοπόρος της ηλεκτρονικής εικόνας και μέλος των Severed Heads
Ο Stephen Raoul Jones, πρώην μέλος του αυστραλιανού ηλεκτρονικού σχήματος Severed Heads και σημαντική μορφή της video art στη χώρα του, πέθανε σε ηλικία 75 ετών. Άφησε την τελευταία του πνοή την Πέμπτη 8…
15 October 2026 · 17:13
Ο Stephen Raoul Jones, πρώην μέλος του αυστραλιανού ηλεκτρονικού σχήματος Severed Heads και σημαντική μορφή της video art στη χώρα του, πέθανε σε ηλικία 75 ετών. Άφησε την τελευταία του πνοή την Πέμπτη 8 Οκτωβρίου στο Royal Prince Alfred Hospital του Sydney.
Σύμφωνα με ανάρτηση που δημοσιεύτηκε στη σελίδα του στο Facebook, ο Jones υπέκυψε σε τραύματα που φέρεται να υπέστη όταν δέχθηκε βίαιη επίθεση έξω από το στούντιό του δύο ημέρες νωρίτερα. Ένας ύποπτος έχει συλληφθεί και κατηγορηθεί για ανθρωποκτονία. Η οικογένεια τού Jones ζήτησε να μη διαδίδονται εικασίες ή ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, όσο η αστυνομική έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη. «Θέλουμε δικαιοσύνη για τον Stephen», αναφέρεται στην ανακοίνωση, μαζί με την έκκληση τα μέσα να σεβαστούν την ιδιωτικότητα των δικών του ανθρώπων.
Γεννημένος στο Sydney το 1951, ο Jones δεν ακολούθησε ποτέ μια καθαρή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη μουσική, την εικόνα και την τεχνολογία. Ξεκίνησε την πορεία του ως video artist, δημιουργώντας έργα τεκμηρίωσης που παρουσιάστηκαν σε σημαντικές πινακοθήκες και πολιτιστικά ιδρύματα της Αυστραλίας. Ανάμεσά τους βρίσκεται ένα έργο του 1976, Stonehenge, TV Buddha and Tai Chi Transforms (The Systems Interfacing Reports), το οποίο ανήκει στη συλλογή της National Gallery of Australia.
Το 1982, ο Jones εντάχθηκε στους Severed Heads, έναν χρόνο μετά την αποχώρηση των ιδρυτικών μελών Richard Fielding και Andrew Wright, ενώ σταθερός πυρήνας του σχήματος παρέμενε ο Tom Ellard, ο οποίος είχε προσχωρήσει λίγο μετά τη δημιουργία του. Ο Jones θα περνούσε την επόμενη δεκαετία στην μπάντα, συμβάλλοντας όχι μόνο ως μουσικός στα synthesizers αλλά και ως δημιουργός της ιδιαίτερης οπτικής γλώσσας της.
Κατασκεύαζε αναλογικά video synthesizers, με τα οποία επεξεργαζόταν και παρήγαγε εικόνες για τις ζωντανές εμφανίσεις και τα μουσικά βίντεο των Severed Heads. Σε μία εποχή κατά που το πάντρεμα του ηλεκτρονικού ήχου με την κινούμενη εικόνα απαιτούσε αυτοσχέδια τεχνολογικά εργαλεία, ο Jones δεν περιοριζόταν στη χρήση τού διαθέσιμου εξοπλισμού, αλλά δημιουργούσε ο ίδιος τα μέσα που χρειαζόταν για να μεταφράσει τη μουσική σε οπτική εμπειρία.
Στους Severed Heads, o Jones διένυσε ορισμένες από τις σημαντικότερες εμπορικές στιγμές τους. Συμμετείχε στο άλμπουμ City Slab Horror του 1985, καθώς και τα singles “Greater Reward” και “All Saints Day”, που κατά την περίοδο 1988-1989 διεύρυναν την επιτυχία του group στη διεθνή αγορά.
Ο Jones αποχώρησε από την μπάντα το 1992, έναν χρόνο μετά την κυκλοφορία του Cuisine (With Piscatorial), και επέστρεψε στον χώρο των τεχνών ως video post-production engineer. Η ενασχόλησή του με την ηλεκτρονική εικόνα δεν παρέμεινε μόνο πρακτική και δημιουργική, αλλά απέκτησε και ιστορική, ερευνητική διάσταση. Το 2007, ο Jones ολοκλήρωσε διδακτορική διατριβή πάνω στην ιστορία των ηλεκτρονικών τεχνών στην Αυστραλία. Το 2013 συμμετείχε ως προσκεκλημένος επιμελητής στην έκθεση This Is Video, στο πλαίσιο του 19th International Symposium on Electronic Art. Ενώ το βιβλίο του, Synthetics: Aspects of Art and Technology in Australia 1956–1975, καταγράφει την ανάπτυξη της σχέσης ανάμεσα στην τέχνη και την τεχνολογία στη χώρα του, κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες.
Αποχαιρετώντας τον, η Dark Entries Records επισήμανε την σπουδαιότητα του Jones, τόσο ως κατασκευαστή του δικού του video synthesizer, όσο και για τη συμβολή του στη λειτουργία του Heuristic Video στο Sydney. Πέρα από τους Severed Heads, είχε πραγματοποιήσει πρώιμες βιντεοσκοπήσεις και για άλλα μουσικά σχήματα, μεταξύ των οποίων οι Laughing Hands και οι SPK.
Ο Stephen Raoul Jones ανήκε στη γενιά των δημιουργών που δεν συνάντησουν την τεχνολογία σε ένα έτοιμο εργαλείο. Ήταν αυτοί που μπορούσαν να το αποσυναρμολογήσουν και να το ξαναχτίσουν, αυτοί που επινοούσαν την τεχνολογία.
Πηγή – Avopolis








