GreeceΗ ΕΕ μεγαλώνει, αλλά ποιος θα ακούει την Κύπρο;
Η Κύπρος εντάχθηκε στην ΕΕ το 2004 και απέκτησε κάτι που προηγουμένως δεν διέθετε. Τη δυνατότητα να κάθεται στο ίδιο τραπέζι με τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές δυνάμεις και, σε συγκεκριμένες αποφάσεις, να έχει την ίδια…
6 November 2026 · 06:30
Η Κύπρος εντάχθηκε στην ΕΕ το 2004 και απέκτησε κάτι που προηγουμένως δεν διέθετε. Τη δυνατότητα να κάθεται στο ίδιο τραπέζι με τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές δυνάμεις και, σε συγκεκριμένες αποφάσεις, να έχει την ίδια βαρύτητα ψήφου με τη Γερμανία και τη Γαλλία. Πέρασαν 22 χρόνια και στις Βρυξέλλες συζητούν τώρα αλλαγές που μπορεί να επηρεάσουν δυσμενώς για τα μικρά κράτη, αυτή την ισορροπία.
Το νέο πακέτο διεύρυνσης που παρουσίασε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή την περασμένη Τετάρτη, σε συνδυασμό με τις προτάσεις της 6ης Οκτωβρίου για τη θεσμική προετοιμασία της Ένωσης, ανοίγει μια συζήτηση με ιδιαίτερη σημασία για την Κύπρο και τα άλλα μικρά κράτη.Το ερώτημα για την Κύπρο δεν είναι αν πρέπει να μεγαλώσει η Ευρώπη, αλλά ποιος θα διασφαλίζει ότι, όταν οι αποφάσεις λαμβάνονται από περισσότερα κράτη και με διαφορετικούς κανόνες, τα ζωτικά συμφέροντα ενός μικρού κράτους δεν θα παραμερίζονται.
Διεύρυνση επί θύραις
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπιστώνει ότι τέσσερις υποψήφιες χώρες έχουν σημειώσει σημαντική πρόοδο. Πρόκειται για το Μαυροβούνιο, την Αλβανία, την Μολδαβία και την Ουκρανία που βρίσκονται στο επίκεντρο του νέου σχεδιασμού, με ξεχωριστούς οδικούς χάρτες και συγκεκριμένους στόχους.
Το Μαυροβούνιο πλησιάζει προς το τελικό στάδιο των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, ενώ η Αλβανία ενδεχομένως θα τις ολοκληρώσει το 2027. Η Μολδαβία και η Ουκρανία έχουν θέσει φιλόδοξους στόχους για το 2028. Ωστόσο πρόκειται για χρονοδιαγράμματα και επιδιώξεις, όχι για προκαθορισμένες ημερομηνίες ένταξης.
Για τις Βρυξέλλες, η διεύρυνση απέκτησε μεγαλύτερη πολιτική και στρατηγική σημασία μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, καθώς η ΕΕ επιδιώκει να περιορίσει την επιρροή της Μόσχας, να ενισχύσει την ασφάλειά της και να σταθεροποιήσει περιοχές που παραμένουν ευάλωτες σε εξωτερικές παρεμβάσεις.
Ωστόσο, μια Ένωση με 30 ή περισσότερα μέλη θα έχει περισσότερες κυβερνήσεις, διαφορετικές προτεραιότητες και περισσότερες πιθανότητες διαφωνιών. Αυτός είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θέτει ζήτημα αλλαγής των διαδικασιών λήψης αποφάσεων.
«Προένταξη» πριν γίνουν πλήρη μέλη
Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές αφορά τη λεγόμενη βαθμιαία ενσωμάτωση.
Αυτό σημαίνει πως οι υποψήφιες χώρες θα μπορούν να συμμετέχουν σε ορισμένες ευρωπαϊκές πολιτικές πριν αποκτήσουν την ιδιότητα του πλήρους μέλους.
Για παράδειγμα, μια χώρα που πληροί συγκεκριμένες προϋποθέσεις θα μπορεί να συνδέεται στενότερα με ευρωπαϊκά ενεργειακά δίκτυα, να συμμετέχει σε ψηφιακά προγράμματα, να συνεργάζεται στον τομέα των μεταφορών ή να αξιοποιεί δυνατότητες αμυντικής συνεργασίας.
Η συμμετοχή αυτή θα εξαρτάται από τις μεταρρυθμίσεις που πραγματοποιεί κάθε χώρα και θα μπορεί να ανακαλείται εάν δεν τηρούνται οι υποχρεώσεις της.
Δεν θα πρόκειται για πλήρη ένταξη από την πίσω πόρτα καθώς οι υποψήφιες χώρες δεν αποκτούν αυτομάτως δικαίωμα ψήφου στο Συμβούλιο της ΕΕ ούτε ισότιμη συμμετοχή στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων.
Οι σχέσεις της ΕΕ με τις υποψήφιες χώρες θα αναπτύσσονται σε περισσότερα επίπεδα και δεν θα εξαρτώνται αποκλειστικά από την τελική απόφαση για την ένταξη τους.
Για την Κύπρο, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να παρακολουθεί όχι μόνο ποια χώρα θα γίνει μέλος, αλλά και ποιες δυνατότητες αποκτάει κάθε υποψήφια χώρα στο μεταξύ κατά την «προενταξιακή» περίοδο.
Ομοφωνία και πλειοψηφία
Σήμερα, η ομοφωνία εφαρμόζεται σε σοβαρά ζητήματα, όπως η ένταξη νέων κρατών, οι σημαντικές αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής, ορισμένα φορολογικά θέματα και ο μακροπρόθεσμος ευρωπαϊκός προϋπολογισμός.
Στη διαδικασία διεύρυνσης, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφασίζει επίσης ομόφωνα για τα ενδιάμεσα στάδια, σύμφωνα με τη σημερινή πρακτική και τα διαπραγματευτικά πλαίσια που ισχύουν.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εισηγείται να εξεταστεί η χρησιμοποίηση ειδικής πλειοψηφίας για το άνοιγμα ομάδων διαπραγματευτικών κεφαλαίων και για άλλες ενδιάμεσες αποφάσεις.
Σήμερα, ένα κράτος μπορεί να εμποδίσει ένα συγκεκριμένο βήμα των ενταξιακών διαπραγματεύσεων μια υποψήφιας χώρας. Εάν υιοθετηθεί η εισήγηση, αυτό το κράτος μέλος που προβάλει εμπόδια, θα μπορούσε να βρεθεί στη μειοψηφία και η διαδικασία των ενταξιακών διαπραγματεύσεων να συνεχιστεί.
Πρόκειται για πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και την τελική απόφαση θα την πάρουν τα κράτη μέλη.
Η τελική ένταξη μιας χώρας εξακολουθεί να διέπεται από το άρθρο 49 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Απαιτείται ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου, έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και επικύρωση της συνθήκης προσχώρησης από όλα τα υφιστάμενα κράτη μέλη. Συνεπώς, η Κύπρος δεν χάνει σήμερα το δικαίωμα βέτο για την ένταξη μιας χώρας.
Η αριθμητική δεν ευνοεί πάντα τους μικρούς
Στις περισσότερες ευρωπαϊκές νομοθετικές αποφάσεις εφαρμόζεται ήδη η ειδική πλειοψηφία. Απαιτείται η υποστήριξη τουλάχιστον του 55% των κρατών μελών, τα οποία πρέπει να εκπροσωπούν τουλάχιστον το 65% του πληθυσμού της Ένωσης. Με τα σημερινά 27 μέλη, αυτό σημαίνει τουλάχιστον 15 κράτη και για τον σχηματισμό μειοψηφίας αποκλεισμού απαιτούνται τουλάχιστον τέσσερα κράτη, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ισχύουν διαφορετικά όρια ειδικής πλειοψηφίας.
Ένα μικρό κράτος, επομένως, δεν μπορεί μόνο του να σταματήσει μια απόφαση που λαμβάνεται με αυτή τη διαδικασία. Η διαφορά είναι ιδιαίτερα σημαντική για την Κύπρο, τη Μάλτα, το Λουξεμβούργο και άλλες χώρες με μικρό πληθυσμό καθώς η επιρροή τους εξαρτάται περισσότερο από τις συμμαχίες που κάνουν.
Η Επιτροπή εξετάζει την προσαρμογή των ευρωπαϊκών θεσμών σε περισσότερα μέλη. Σήμερα κάθε κράτος μέλος έχει έναν Επίτροπο στην Commission, αν και οι Συνθήκες προβλέπουν και τη δυνατότητα μικρότερης Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με εναλλαγή Επιτρόπων, εφόσον εφαρμοστεί ο σχετικός κανόνας.
Καμία τέτοια αλλαγή δεν έχει αποφασιστεί τώρα, αλλά η συζήτηση που γίνεται δείχνει ότι η διεύρυνση δεν θα αφορά μόνο τον αριθμό των κρατών αλλά και τον τρόπο με τον οποίο θα εκπροσωπούνται.
Η Τουρκία και η ανησυχία
Η Άγκυρα εξακολουθεί να είναι υποψήφια προς ένταξη χώρα, παρότι οι διαπραγματεύσεις παραμένουν ουσιαστικά παγωμένες από το 2018.
Η έκθεση προόδου της Commission, που δημοσιοποιήθηκε προχθές, καταγράφει ότι η Τουρκία συνεχίζει να μην αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, δεν εφαρμόζει πλήρως το Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Συμφωνίας Σύνδεσης και διατηρεί περιορισμούς στις απευθείας μεταφορικές συνδέσεις με την Κύπρο. Καταγράφει επίσης την επιμονή της Άγκυρας στη λύση δύο κρατών, κατά παράβαση του πλαισίου των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, καθώς και τις ενέργειές της στα κατεχόμενα.
Το 2006, λόγω της άρνησης της Τουρκίας να εφαρμόσει τις υποχρεώσεις της έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας, το Συμβούλιο αποφάσισε να μην ανοίξουν οκτώ διαπραγματευτικά κεφάλαια και να μη κλείσει προσωρινά κανένα επιπλέον κεφάλαιο μέχρι την εκπλήρωση των σχετικών υποχρεώσεων.
Η απόφαση αυτή παραμένει σημαντικό στοιχείο του ευρωπαϊκού πλαισίου έναντι της Άγκυρας.
Εάν μελλοντικά περιοριστεί η ομοφωνία στις ενδιάμεσες ενταξιακές αποφάσεις, θα περιοριστεί αντίστοιχα η δυνατότητα μεμονωμένων κρατών να χρησιμοποιούν τέτοια στάδια ως μέσο πίεσης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ανοίγει σήμερα ο δρόμος για ένταξη της Τουρκίας, αφού οι συνολικές πολιτικές προϋποθέσεις παραμένουν ανεκπλήρωτες. Σημαίνει όμως ότι η Λευκωσία οφείλει να εξετάσει προσεκτικά οποιαδήποτε αλλαγή στο διαπραγματευτικό οπλοστάσιο των κρατών μελών.
Στο έγγραφο της 6ης Οκτωβρίου υπάρχει και μια ακόμα πρόταση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητάει να εξεταστεί η δυνατότητα τα νέα κράτη μέλη να αναλαμβάνουν, για περιορισμένο χρονικό διάστημα μετά την ένταξή τους, τη δέσμευση να μην εμποδίζουν ευρωπαϊκές αποφάσεις για μελλοντικές διευρύνσεις οι οποίες σχετίζονται με διμερείς διαφορές. Η δέσμευση θα μπορούσε να περιλαμβάνεται σε δήλωση που θα συνοδεύει τη συνθήκη προσχώρησης. Η πρόταση αφορά μελλοντικά νέα μέλη και όχι την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία συμμετέχει στην Ένωση από το 2004.
Αποκαλύπτει, όμως, μια σαφή αλλαγή στον τρόπο σκέψης των Βρυξελλών. Η Επιτροπή θέλει να περιορίσει τη δυνατότητα μεταφοράς διμερών αντιπαραθέσεων στις ευρωπαϊκές διαδικασίες διεύρυνσης.
Υπάρχει πραγματικός λόγος γι’ αυτή την προσέγγιση, καθώς ορισμένες διακρατικές διαφορές έχουν προκαλέσει μακροχρόνιες εμπλοκές. Στην περίπτωση της Κύπρου, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Η μη αναγνώριση ενός κράτους μέλους, η παραβίαση δεσμεύσεων έναντι της Ένωσης και η συνεχιζόμενη κατοχή εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν αποτελούν συνηθισμένες διμερείς εκκρεμότητες.
Αφορούν τις ίδιες τις αρχές και τις υποχρεώσεις πάνω στις οποίες λειτουργεί η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αποτελεσματικότητα και πολιτικό κόστος
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει βάσιμους λόγους να επιδιώκει ταχύτερες αποφάσεις. Η εμπειρία των τελευταίων χρόνων έδειξε ότι η ομοφωνία μπορεί να καθυστερεί κυρώσεις, οικονομική βοήθεια και σημαντικές πολιτικές πρωτοβουλίες. Το πρόσφατο παράδειγμα με την Ουγγαρία επί διακυβέρνησης Όρμπαν, ανέδειξε αυτό το πρόβλημα.
Στο έγγραφο του Οκτωβρίου προτείνονται επίσης δυνατότητες ευρύτερης χρήσης της ειδικής πλειοψηφίας σε συγκεκριμένες πολιτικές, όπως οι κυρώσεις. Για να αλλάξει αυτό όμως απαιτείται ομόφωνη απόφαση.
Η Κύπρος έχει συμφέρον από μια Ένωση που μπορεί να αντιδρά γρήγορα στις παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου. Μια Ευρώπη που δυσκολεύεται να λάβει αποφάσεις απέναντι στη Τουρκία τη Ρωσία ή σε άλλες απειλές δεν προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια στα μικρά κράτη.
Το πρόβλημα προκύπτει όταν η ανάγκη για ταχύτητα και αποτελεσματικότητα, περιορίζει την δυνατότητα ενός κράτους να προστατεύει ζητήματα που θεωρεί ζωτικής σημασίας.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει αυτή την ανησυχία και αναφέρεται σε μηχανισμούς προστασίας ουσιωδών εθνικών συμφερόντων. Οι μηχανισμοί αυτοί, όμως, δεν ισοδυναμούν όλοι με δικαίωμα βέτο και δεν εφαρμόζονται ανεξαιρέτως σε κάθε πολιτική.
Για τη Λευκωσία, η σημαντικότερη πρόκληση είναι να εξασφαλίσει ότι οι υποχρεώσεις της Τουρκίας απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία θα παραμείνουν σαφείς ευρωπαϊκές απαιτήσεις, ανεξάρτητα από τη διαδικασία ψηφοφορίας.
Αυτό προϋποθέτει συμμαχίες, ενεργή συμμετοχή στην προετοιμασία αποφάσεων και αξιοποίηση της ίδιας της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.
Δύσκολα διλήμματα
Η συζήτηση για την επόμενη διεύρυνση βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και δεν υπάρχει απόφαση γενικής κατάργησης της ομοφωνίας, ούτε η Κυπριακή Δημοκρατία έχει χάσει τα δικαιώματα που της αναγνωρίζουν οι Συνθήκες.
Αυτό που υπάρχει αυτή την στιγμή, είναι μια συγκεκριμένη κατεύθυνση θεσμικών αλλαγών, την οποία η Λευκωσία καλείται να αξιολογήσει πριν διαμορφωθούν οι νέοι κανόνες.
Η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση έδωσε στην Κύπρο πολιτική ισχύ δυσανάλογα μεγάλη προς το μέγεθός της. Η διεύρυνση μπορεί να ενισχύσει τη διεθνή παρουσία της Ευρώπης και, κατ’ επέκταση, την ασφάλεια της Κύπρου, αλλά μπορεί και να αλλάξει και τους συσχετισμούς μέσα στους οποίους ασκείται επιρροή.
Το ζητούμενο δεν είναι να μπορεί ένα μικρό κράτος να μπλοκάρει τα πάντα, αλλά να μη φτάσει η Ευρωπαϊκή Ένωση στο σημείο να αποφασίζει για ζητήματα που αφορούν την ασφάλεια και την κυριαρχία ενός μέλους της χωρίς να χρειάζεται να εξασφαλίσει τη συμφωνία του.
Για μια χώρα που εξακολουθεί να έχει μέρος του εδάφους της υπό τουρκική κατοχή, η διαφορά δεν είναι θεωρητική, αλλά αποτελεί ζήτημα πολιτικής ισχύος.
Πηγή – Cyprus Times









