CyprusΕμπορία προσώπων στην Κύπρο: 29 καταδίκες σε έξι χρόνια – Θύματα παραμένουν αβοήθητα λόγω καθυστερήσεων
Σοβαρά κενά στον έγκαιρο εντοπισμό και την προστασία θυμάτων εμπορίας προσώπων στην Κύπρο αναδεικνύει η Επίτροπος Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Μαρία Στυλιανού Λοττίδη. Παρότι την περίοδο 2020–2026 καταγράφηκαν 29 καταδίκες, προειδοποιεί ότι ο…
18 October 2026 · 13:26
Σοβαρά κενά στον έγκαιρο εντοπισμό και την προστασία θυμάτων εμπορίας προσώπων στην Κύπρο αναδεικνύει η Επίτροπος Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Μαρία Στυλιανού Λοττίδη. Παρότι την περίοδο 2020–2026 καταγράφηκαν 29 καταδίκες, προειδοποιεί ότι ο αριθμός αυτός δεν αντικατοπτρίζει απαραίτητα την πραγματική έκταση της εκμετάλλευσης, καθώς πολλά θύματα δεν προχωρούν ποτέ σε καταγγελία.
Με αφορμή την Πανευρωπαϊκή Ημέρα κατά της Εμπορίας Προσώπων, που τιμάται στις 18 Οκτωβρίου, η Επίτροπος υπογραμμίζει ότι η εμπορία ανθρώπων εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα σοβαρότερα εγκλήματα κατά της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Σύμφωνα με στοιχεία της Αστυνομίας, κατά την περίοδο 2020–2026 καταγράφηκαν στην Κύπρο 29 καταδίκες για υποθέσεις εμπορίας προσώπων. Ωστόσο, όπως επισημαίνει η κ. Λοττίδη, τα επίσημα στοιχεία δεν αποτυπώνουν κατ’ ανάγκη το σύνολο των περιπτώσεων εκμετάλλευσης.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι διαπιστώσεις της Ομάδας Εμπειρογνωμόνων του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Καταπολέμηση της Εμπορίας Ανθρώπων (GRETA).
Στην τελευταία αξιολόγησή της για την Κύπρο, η GRETA επισήμανε καθυστερήσεις στη διαδικασία αναγνώρισης θυμάτων, οι οποίες ενδέχεται να στερούν από ευάλωτα πρόσωπα κρίσιμη βοήθεια και προστασία.
Η Επίτροπος τονίζει ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες οφείλουν να παρεμβαίνουν από τη στιγμή που εντοπίζονται ενδείξεις εκμετάλλευσης, χωρίς να αναμένουν την ολοκλήρωση χρονοβόρων διαδικασιών.
Η προστασία, όπως σημειώνει, δεν πρέπει να εξαρτάται από την επίσημη αναγνώριση ενός προσώπου ως θύματος, τη συνεργασία του με τις διωκτικές αρχές ή την έκβαση ποινικής υπόθεσης.
Η Μαρία Στυλιανού Λοττίδη χαρακτηρίζει την εμπορία προσώπων «έγκλημα της σιωπής», εξηγώντας ότι πολλοί άνθρωποι παραμένουν εγκλωβισμένοι σε συνθήκες εκμετάλλευσης χωρίς να καταγγέλλουν όσα βιώνουν.
Μεταξύ των λόγων που τους αποτρέπουν από το να αναζητήσουν βοήθεια περιλαμβάνονται ο φόβος αντιποίνων, η οικονομική και ψυχολογική εξάρτηση από τους εκμεταλλευτές τους, η απειλή απέλασης, η δυσπιστία προς τις αρχές και το ψυχικό τραύμα.
«Η απουσία καταγγελίας δεν σημαίνει απουσία εκμετάλλευσης», υπογραμμίζει, επισημαίνοντας ότι η σιωπή ενός θύματος δεν μπορεί να ερμηνεύεται ως συναίνεση.
Η εμπορία προσώπων, σύμφωνα με την Επίτροπο, συχνά παραμένει αθέατη, καθώς μπορεί να εκδηλώνεται σε χώρους εργασίας, ιδιωτικές κατοικίες, αλλά και μέσα από νέες μορφές εκμετάλλευσης που διευκολύνονται από την τεχνολογία.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στα παιδιά που πέφτουν θύματα εμπορίας ανθρώπων.
Σύμφωνα με την Παγκόσμια Έκθεση του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα (UNODC) του 2024, το 38% των θυμάτων εμπορίας προσώπων που εντοπίστηκαν παγκοσμίως το 2022 ήταν παιδιά.
Η Επίτροπος τονίζει ότι πίσω από τους αριθμούς βρίσκονται ανθρώπινες ζωές, ενώ η εκμετάλλευση στερεί από τα παιδιά όχι μόνο την ελευθερία τους, αλλά και την ίδια την παιδική τους ηλικία.
Στο μήνυμά της, η κ. Λοττίδη επισημαίνει ότι η αποτελεσματική αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί ένα ολοκληρωμένο σύστημα προστασίας.
Σε αυτό πρέπει να περιλαμβάνονται ασφαλής στέγαση, ενημέρωση για τα δικαιώματα, νομική βοήθεια, υγειονομική και ψυχολογική στήριξη, καθώς και δυνατότητες κοινωνικής και οικονομικής επανένταξης.
Ιδιαίτερη μέριμνα χρειάζονται τα παιδιά και τα πρόσωπα που αντιμετωπίζουν πολλαπλές μορφές ευαλωτότητας, με βάση τις προσωπικές τους συνθήκες.
Η Επίτροπος αναφέρθηκε επίσης σε ζητήματα που έχουν αναδειχθεί μέσα από παρεμβάσεις του Γραφείου της.
Ανάμεσά τους βρίσκονται η ευαλωτότητα αλλοδαπών εργαζομένων, οι δυσκολίες πρόσβασης αναγνωρισμένων θυμάτων στα δικαιώματά τους και η ανάγκη ουσιαστικής στήριξης γυναικών που έχουν υποστεί σεξουαλική εκμετάλλευση.
Παράλληλα, επισήμανε ότι τα κενά επικοινωνίας μεταξύ υπηρεσιών, οι διοικητικές καθυστερήσεις και η έλλειψη συνέχειας στη φροντίδα μπορούν να δημιουργήσουν σοβαρά κενά προστασίας.
«Η αναγνώριση ενός ανθρώπου ως θύματος δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με την προστασία του», σημείωσε.
Καταλήγοντας, η Επίτροπος υπογράμμισε ότι η καταπολέμηση της εμπορίας προσώπων δεν εξαντλείται στην τιμωρία των δραστών. Απαιτεί έγκαιρο εντοπισμό των θυμάτων, ουσιαστική προστασία, αποκατάσταση και δυνατότητα επανένταξής τους στην κοινωνία.
Πηγή – Διάλογος








