CyprusΕικόνα και μνήμη (2): Πού πάει η μνήμη όταν πεθάνει;
Δες περισσότερα άρθρα όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google Add philenews.com on Google Κάθε εικόνα είναι και μια μνήμη. Μπορεί να είναι η μνήμη του δημιουργού της, που διάλεξε εκείνη τη στιγμή και όχι την…
29 October 2026 · 08:05
Δες περισσότερα άρθρα όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on Google
Κάθε εικόνα είναι και μια μνήμη. Μπορεί να είναι η μνήμη του δημιουργού της, που διάλεξε εκείνη τη στιγμή και όχι την επόμενη.
Των ανθρώπων που υπάρχουν μέσα της, χωρίς να ξέρουν ότι κάποτε θα γίνουν μνήμη, ατομική ή και συλλογική, για εκείνον που θα τους κοιτάζει. Ίσως ένας συγγενής που δεν γνώρισαν ποτέ. Ίσως ένας ξένος. Μνήμη ενός τόπου που έγινε τοπίο και ενός τοπίου που έγινε τόπος και μεταλλάχθηκε μέσα στον χρόνο. Και του θεατή, αργότερα, που βλέπει σε ένα άγνωστο πρόσωπο κάτι γνώριμο ή έναν τόπο τόσο οικείο μα και πολύ συχνά, τόσο ξένο.
Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, στη «Μικρή ιστορία της φωτογραφίας» (1931), μίλησε για το «οπτικό ασυνείδητο», για όσα καταγράφει η μηχανή, ως εργαλείο, χωρίς να τα έχει δει ή συνειδητοποιήσει ο ίδιος ο φωτογράφος. Κάθε φωτογραφία μπορεί να περιέχει περισσότερα από όσα σκόπευε να δει ή να δείξει εκείνος που πάτησε το κλείστρο.
Ένας φωτογράφος στέκεται μπροστά σε κάτι. Ό,τι και αν είναι αυτό. Το φως είναι το πρώτο στοιχείο. Ο δημιουργός αποδίδει όσα μπορεί να δει και να καταλάβει. Έναν δρόμο, ένα κτήριο, ένα πανηγύρι. Όμως το εργαλείο καταγράφει κι όσα δεν είδε ο ίδιος.
Ένα μαγαζί στη γωνία που έκλεισε. Μια επιγραφή που έσβησε. Ένα σπίτι που γκρεμίστηκε. Ένα τέμπλο και εικόνες που κάποιοι έκλεψαν από τον ναό και τα πούλησαν στο εξωτερικό, και δεν βρίσκονται πια εκεί που ήταν. Πρόσωπα, ρούχα, ο τρόπος που στέκονταν οι άνθρωποι. Χωρίς να το ξέρει, κατέγραψε μια εποχή.
Η αξία της φωτογραφίας του γεννήθηκε από ένα ερώτημα που δεν υπήρχε όταν πάτησε το κλείστρο. Πόσα τέτοια ερωτήματα δεν έχουν ακόμη τεθεί; Και κάθε αρχείο που πετιέται μπορεί να είναι η απάντηση σε ένα ερώτημα που δεν θα τεθεί ποτέ.
Τι συμβαίνει όταν το αρχείο ενός φωτογράφου δεν το διεκδικεί κανείς;
Το αρχείο πεθαίνει δύο φορές. Την πρώτη φορά υλικά, όταν πετιέται ή καταστρέφεται στη ζέστη ή την υγρασία μιας αποθήκης. Τα αρνητικά σε φιλμ οξικής κυτταρίνης, που χρησιμοποιήθηκαν σχεδόν σε όλο το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, παθαίνουν το «σύνδρομο του ξιδιού». Η ζέστη και η υγρασία επιταχύνουν τη φθορά, άρα σε μια κυπριακή αποθήκη ή ένα υπόγειο το υλικό μπορεί κάλλιστα να χαθεί ακόμη και χωρίς να το πετάξει κανείς.
Τη δεύτερη φορά πεθαίνει όταν χάνεται η γνώση. Ποιος είναι στη φωτογραφία. Πού. Πότε. Γιατί. Και πώς. Ο δεύτερος θάνατος είναι πιο γρήγορος και πιο αθόρυβος. Κάποια αρνητικά ή πλάκες, στις κατάλληλες συνθήκες, μπορεί να αντέξουν δεκαετίες. Οι άνθρωποι που μπορούν να τα διαβάσουν και να πουν την ιστορία τους, όχι. Ο φωτογράφος που πέθανε και η γενιά του ήταν το ευρετήριο. Όταν χάνεται αυτός που αφηγείται, η φωτογραφία σωπαίνει. Και τότε η οικογενειακή μνήμη μπορεί να χαθεί μαζί με τη συλλογική.
Ποιος ξέρει τους κώδικες; Ο άνθρωπος που γνώριζε ποιος είναι ποιος, πεθαίνει. Δεν είναι μόνο ο φωτογράφος. Είναι και η μητέρα που ήξερε ποιοι είναι οι άνθρωποι στο άλμπουμ, ο θείος που θυμόταν σε ποιο πανηγύρι τραβήχτηκε μια φωτογραφία. Ο καθένας τους ήξερε ποια φωτογραφία δεν πρέπει να δει κανείς, ποια είναι «σημαντική», ποια τραυματική ιστορία κρύβεται πίσω από ένα πρόσωπο, ποιον συγγενή δεν αναφέρουμε, γιατί λείπουν συγκεκριμένες φωτογραφίες.
Και μαζί του πεθαίνει αυτό που λέμε σήμερα metadata μιας ψηφιακής φωτογραφίας. Στις παλιές φωτογραφίες, αν ήταν κάποιος επαγγελματίας ή στούντιο, από πίσω υπήρχε πολύ συχνά η σφραγίδα εκείνου που τις έβγαλε. Στα οικογενειακά άλμπουμ, μια σημείωση, μια ημερομηνία, ένα γεγονός και μερικές φορές ονόματα. Όμως ένα αρχείο περιέχει και τις απουσίες του. Φωτογραφίες που πετιούνται, επιλογές για το τι θα παραμείνει και τι θα εξαφανιστεί, και πίσω από όλα ένα μεγάλο γιατί.
Υπάρχει και μια άλλη κατηγορία πραγματικά σημαντική και ιδιαίτερη. Αρχεία που έμειναν ή και τελικά χάθηκαν, το ’63 και το ’64 στους θύλακες και τα μικτά χωριά, το ’74 στα κατεχόμενα. Εδώ η απώλεια δεν οφείλεται σε αδιαφορία αλλά σε βία και πόλεμο. Η φωτογραφική μνήμη της Κύπρου περιλαμβάνει Τουρκοκύπριους, Αρμένιους, Μαρωνίτες και Λατίνους φωτογράφους, αλλά και εκείνους τους μη Κύπριους που έζησαν πολλά χρόνια στην Κύπρο και άφησαν έργο. Σιωπηλή απώλεια, που δεν την επέλεξε κανείς φωτογράφος ή οικογένεια, αλλά την επέβαλαν η βία και ο πόλεμος. Δεν χάθηκαν μόνο αρχεία. Χάθηκαν και αρχεία που δεν θα μάθουμε ποτέ ότι υπήρξαν.
Ας σκεφτούμε τις οικογένειες, πολλές από τις οποίες έφυγαν από τα σπίτια τους το ’74 πιστεύοντας ότι θα ήταν μόνο για λίγες ώρες, χωρίς τα οικογενειακά άλμπουμ τους και δε γύρισαν ποτέ. Οι φωτογραφίες των αγνοουμένων, έγιναν δημόσιο και ιστορικό τεκμήριο.
Τα άλμπουμ έμειναν ή χάθηκαν οριστικά σε ρημαγμένα και λεηλατημένα σπίτια. Εκεί ο θάνατος του φωτογράφου διασταυρώνεται, κατ’ ελάχιστον, με την προσφυγιά και την Ιστορία του τόπου. Με τη διάνοιξη των οδοφραγμάτων τον Απρίλιο του 2003, ένα από τα πρώτα που αναζητήθηκαν, από πολλούς, ήταν τα άλμπουμ της κάθε οικογένειας. Το νήμα που ένωνε το χθες με το σήμερα και πήγαινε στο αύριο.
Όμως, τι συμβαίνει όταν η επόμενη γενιά κοιτάζει εικόνες που δεν δημιούργησε και δεν έζησε; Τι συμβαίνει όταν ανοίγει το αρχείο; Αυτός που ανοίγει ένα κουτί με αρνητικά δεν βρίσκει απαντήσεις. Βρίσκει ερωτήματα. Μπορεί να εμφανιστούν άγνωστοι συγγενείς, προηγούμενες σχέσεις, κρυφές σχέσεις, άνθρωποι που διαγράφηκαν από την οικογενειακή ιστορία, πολιτικές ή κοινωνικές πεποιθήσεις, μετανάστευση, συγκρούσεις, διαζύγια, υιοθεσίες, σεξουαλικές ταυτότητες, οικογενειακά τραύματα, πρόσωπα που κάποιος είχε αποφασίσει να μη μνημονεύονται. Η επιβίωση του αρνητικού δεν εγγυάται την επιβίωση του νοήματος.
Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η διάσωση της φωτογραφίας. Είναι η διάσωση της μνήμης που βρίσκεται μέσα της. Και όταν χαθεί το αρνητικό και η φωτογραφία, πού πάει τότε αυτή η μνήμη; Και ποιος αποφασίζει τι θα μείνει;
- Βιβλιογραφία: Walter Benjamin, “Kleine Geschichte der Photographie,” Die Literarische Welt, τόμ. 7, τχ. 38–40 (18 Σεπτεμβρίου 1931, σελ. 3–4. 25 Σεπτεμβρίου 1931, σελ. 3–4. 2 Οκτωβρίου 1931, σελ. 7–8).
kouratzis.com
Ελεύθερα, 25.10.2026
Πηγή – Philenews









