CyprusΓια την εξίσωση ναζισμού και κομμουνισμού
«Η Ευρωπαϊκή Ένωση… έχει κοινή ημέρα μνήμης για τα θύματα του Ναζισμού και του Κομμουνισμού», μας υπενθύμισε προ ημερών σε συνέντευξή του ο γραμματέας της Νέας Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Κυρανάκης. Την υπενθύμιση την έκανε με…
20 October 2026 · 15:00
«Η Ευρωπαϊκή Ένωση… έχει κοινή ημέρα μνήμης για τα θύματα του Ναζισμού και του Κομμουνισμού», μας υπενθύμισε προ ημερών σε συνέντευξή του ο γραμματέας της Νέας Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Κυρανάκης.
Την υπενθύμιση την έκανε με αφορμή ερώτηση για την ενδεχόμενη απήχηση του καταδικασμένου νεοναζί Ηλία Κασιδιάρη στους νέους ψηφοφόρους — ερώτηση την οποία επέλεξε να απαντήσει εκφράζοντας τον προβληματισμό του που κάποιος κόσμος ψηφίζει ΚΚΕ.
Άστραψε και βρόντηξε το ΚΚΕ, φυσικά, ωστόσο αυτό δεν εμπόδισε τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, Παύλο Μαρινάκη, να υπερασπιστεί τον προβληματισμό του γραμματέα, λέγοντας κι αυτός με τη σειρά του, χθες, στην ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, ότι την απάντηση για την ορθότητα των ισχυρισμών του Κυρανάκη «την έχει δώσει η Ευρωπαϊκή Ένωση».
«Για κάποιο λόγο έχει θεσπίσει ημέρα μνήμης για τα θύματα του σταλινισμού και του ναζισμού» είπε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος. «Γιατί και οι μεν και οι δε, και τα δύο αυτά καθεστώτα, σκότωναν ανθρώπους. Και δεν υπάρχει καλό ή κακό σε αυτή την ιστορία. Αυτός ο οποίος σκοτώνει μαζικά είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα. Άρα, δεν έχει καμία διαφορά, για να δώσουμε μια καθαρή απάντηση, κάποιος αν είναι νοσταλγός του Χίτλερ ή υμνητής του, με νοσταλγό ή υμνητή του Στάλιν. Αυτά τα έχει λύσει η Ιστορία, θεωρώ ότι δεν έχει κάποιο νόημα να επανερχόμαστε στα αυτονόητα και δεν πρέπει να φοβόμαστε να λέμε την αλήθεια».
Το γιατί κάθε φορά που σηκώνει κεφάλι η απειλή της ακροδεξιάς, οι δεξιοί πολιτικοί — και οι οιονεί κεντρώοι — βγάζουν από το καπέλο τους τον λαγό του κομμουνισμού θα ήταν άξιο απορίας, αν δεν ήταν προφανής η υπαρξιακή τους αγωνία: πολέμιος του οικονομικού προνομίου που υπερασπίζονται ήταν και παραμένουν οι αριστερές ιδέες κι όχι βέβαια οι ακροδεξιές.
Ιστορικά ατυχήματα
Ωστόσο, το ότι αυτό ισχύει για τους κυρίους Κυρανάκη και Μαρινάκη, και για πολλούς που έχουν υποστηρίξει την ίδια θέση, θα είχε πολύ μικρότερη σημασία, αν δεν ίσχυε για την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση και ευρύτερα για τον «δυτικό» κόσμο. Θέλω να πω, έχουν δίκιο: η ΕΕ έχει όντως θεσπίσει «ημέρα μνήμης» για τα θύματα του ναζισμού και του σταλινισμού.
Και γι’ αυτό είναι σημαντικό να δούμε ότι η εξίσωση του ναζισμού και του κομμουνισμού ως των «μεγάλων ολοκληρωτικών καθεστώτων» του 20ού αιώνα καθόλου δεν στοχεύει να μας διαφωτίσει για τα δύο αυτά ιστορικά καθεστώτα, αλλά να επιτύχει ένα πολιτικό αποτέλεσμα στο σήμερα: να εμφανίσει τη φιλελεύθερη δημοκρατία — ουσιαστικά, τους αυτοπροσδιοριζόμενους ως φορείς της, δηλαδή τα κράτη της «Δύσης» — ως τον διαχρονικό, υπεριστορικό αντίπαλο του ολοκληρωτισμού.
Αυτό δεν είναι αλήθεια. Μια πληθώρα ολοκληρωτικών καθεστώτων ανά τον κόσμο, κατά τον 20ό αιώνα, αντιστέκονται στο σχήμα των «μεγάλων ολοκληρωτισμών», διότι οφείλουν την ύπαρξη και την ευημερία τους στην στήριξη των δυτικών δημοκρατικών κρατών: η Χιλή του Πινοσέτ, το Ιράν του Παχλαβί, η Ινδονησία του Σουχάρτο, η Κούβα του Μπατίστα, το Κονγκό/Ζαΐρ του Μομπούτου – όλα αυτά τα αποτρόπαια καθεστώτα απλώς δεν υπάρχουν στη μαγική εικόνα της «Δημοκρατίας εναντίον Ολοκληρωτισμού», εξορίζονται στην επικράτεια των απλών ιστορικών ατυχημάτων.
Θα έλεγε κανείς: αυτά έχει η γεωπολιτική. Πράγματι, η γεωπολιτική είναι μέρος της εξήγησης. Αν διαβάσει κανείς τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του 2008 και του 2009, με τα οποία θεσπίστηκε η Ευρωπαϊκή Ημέρα Μνήμης, δεν είναι δύσκολο να διακρίνει το υποκείμενο νόημα: την εδραίωση μιας νέας Ευρώπης, η οποία περιλαμβάνει πλέον τις χώρες του πρώην Ανατολικού Μπλοκ, πλήρως προσηλωμένες στη «Δυτική Δημοκρατία» – χώρες που, άλλωστε, πρωτοστάτησαν στην πρωτοβουλία για τα ψηφίσματα αυτά.
Το νόημα γίνεται ευδιάκριτο, επίσης, αν αναλογιστεί κανείς ότι το ψήφισμα του 2009 παραλείπει να αναφέρει τα ολοκληρωτικά καθεστώτα του 20ού αιώνα στην Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ελλάδα, τα οποία επίσης ευημέρησαν με τη στήριξη της «Δύσης», ενώ κρίνει σκόπιμο να αναφερθεί ρητά στον ουκρανικό λιμό και στη σφαγή της Σρεμπρένιτσα.
«Μέσα» ή «έξω»;
Αλλά δεν πρόκειται μόνο για γεωπολιτική – τουλάχιστον όχι με την επιφανειακή έννοια του όρου. Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και η αναδιάταξη των παγκόσμιων συμμαχιών στις αρχές του 21ου αιώνα είναι, με μια έννοια, ένα προσχηματικό σημείο, όπου επιχειρείται να κρυφτεί ο βαθύς, πρωταρχικός δεσμός ανάμεσα σ’ αυτό που ονομάζουμε «φιλελεύθερη δημοκρατία» και σ’ αυτό που ονομάζουμε «ολοκληρωτισμό».
Διότι, βέβαια, αν μιλάμε για «ολοκληρωτισμό», δηλαδή για τον ακραίο έλεγχο της δημόσιας και της ιδιωτικής ζωής του πολίτη ενός εθνικού κράτους, οφείλουμε καταρχήν να παραδεχτούμε ότι ο έλεγχος αυτός εδράζεται στην απόφαση ποιος είναι (εθνικός) πολίτης και ποιος όχι.
Είναι αυτή ακριβώς η απόφαση με την οποία βρίσκονται αντιμέτωπα τα εθνικά, δημοκρατικά κράτη με το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τη διάλυση των αυτοκρατοριών, όταν αντιμετωπίζουν τεράστιες εισροές προσφύγων. Και είναι ακριβώς αυτή η απόφαση – ποιος είναι «μέσα» και ποιος «έξω» – που παράγει όχι μόνο μια σειρά από νόμους «αποεθνικοποίησης» σε διάφορες χώρες, αλλά τον απολύτως εμβληματικό τόπο της πολιτικής νεωτερικότητας, το στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Αλλά, βέβαια, η κατεξοχήν προγονική στιγμή του στρατοπέδου συγκέντρωσης έρχεται νωρίτερα και μάλιστα στην κατεξοχήν πρωτοπόρα φιλελεύθερη δημοκρατία: οι Ηνωμένες Πολιτείες, μετά τη δεκαετία του 1830, στο πλαίσιο της πολιτικής τους εναντίον των ιθαγενών Αμερικανών, δημιουργούν μια σειρά από «καταυλισμούς». Είναι ενδεικτικό ότι η παλαιότερη φιλελεύθερη δημοκρατία της «Δύσης» εδραιώνεται εδαφικά όχι μόνο μέσα από μια γενοκτονία, αλλά και μια γενοκτονία που οργανώνεται με απόλυτα «ολοκληρωτικό» τρόπο, δηλαδή σύμφωνα με μια διαδικασία ταξινόμησης, ένα χωρικό σχέδιο, μια τοπολογική διαχείριση.
Η στρατηγική των στρατοπέδων συγκέντρωσης εκλεπτύνεται από τους Ισπανούς στην Κούβα, από τις ΗΠΑ στις Φιλιππίνες και ιδιαίτερα από τους Βρετανούς στον Β΄ Πόλεμο των Μπόερ.
Αλλά είναι φυσικά στην Ευρώπη όπου το στρατόπεδο συγκέντρωσης αποκτά τον εμβληματικό του χαρακτήρα ως τόπος διαλογής, ως η τοποθεσία όπου ο επαναπροσδιορισμός του «μέσα» και του «έξω» κορυφώνεται. Αγκαλιάζεται ιδιαίτερα από τους Γερμανούς Σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι το χρησιμοποιούν για να φυλακίσουν πρόσφυγες μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και κομμουνιστές και σοσιαλιστές μετά την Εξέγερση των Σπαρτακιστών του 1919 – την ίδια περίοδο δηλαδή που κάνει την εμφάνισή του το γκουλάγκ στη Σοβιετική Ένωση, αλλά περισσότερο από μια δεκαετία προτού ενταθεί η χρήση του από τον Στάλιν.
Και ας μην ξεχνάμε ότι το στρατόπεδο συγκέντρωσης βρίσκεται ακόμη μαζί μας. Το χρησιμοποιούμε για να φυλακίζουμε πρόσφυγες και μετανάστες σε πολλές χώρες της Ευρώπης – και βέβαια στην Ελλάδα – και σχεδιάζουμε να δημιουργήσουμε μερικά και σε τρίτες χώρες για να στέλνουμε εκεί όσους θέλουμε να κρατήσουμε «έξω».
Το στρατόπεδο συγκέντρωσης, λοιπόν, δεν είναι καθόλου ναζιστική εφεύρεση. Αντίθετα, η ενθουσιώδης υιοθέτησή του από τους Ναζί θα πρέπει να υποδεικνύει ακριβώς τη συγγένεια μεταξύ του ναζιστικού κράτους και της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Με αυτή την έννοια, τα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης είναι ένα εξελικτικό βήμα, όχι ένα ακατανόητο άλμα.
Τρεις γενιές ηλιθίων
Το ίδιο ισχύει και σε άλλους τομείς: όσο κι αν έχουμε εκπαιδευτεί να πιστεύουμε το αντίθετο, είναι φανερό ότι τόσο από νομική όσο και από πρακτική άποψη, από τους Νόμους της Νυρεμβέργης λόγου χάρη μέχρι την ευγονική, η φιλελεύθερη δημοκρατία και ο «ολοκληρωτισμός» υπάρχουν σε ένα συνεχές και δεν χωρίζονται από την άβυσσο που επινοεί το σχήμα της «δημοκρατίας εναντίον ολοκληρωτισμών».
Οι Νόμοι της Νυρεμβέργης ήταν πιο αυστηρές εκδοχές των νόμων αποεθνικοποίησης, στους οποίους στράφηκαν πολλές χώρες – δημοκρατικές και μη – μετά την κρίση που προκλήθηκε από το κύμα προσφύγων του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου: η Γαλλία το 1915, το Βέλγιο το 1922, η φασιστική Ιταλία το 1926.
Συνδεδεμένοι με τους Νόμους της Νυρεμβέργης, οι νόμοι που ρύθμιζαν την «κληρονομική υγεία» (αναγκαστική στείρωση και απαγόρευση γάμου για όσους πάσχουν από κληρονομική ασθένεια), οι οποίοι άρχισαν να θεσπίζονται πολύ σύντομα μετά την άνοδο των Ναζί στην εξουσία, ήταν επίσης κάθε άλλο παρά μοναδικοί. Η νομοθεσία για τη στείρωση των ψυχικά ασθενών εμφανίστηκε σε πολλές χώρες στα τέλη του δέκατου ένατου και στις αρχές του εικοστού αιώνα.
Ο μεγάλος πρωτοπόρος και πάλι ήταν οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπου οι προσπάθειες για την θέσπιση νόμων που απαγορεύουν τον γάμο και επιβάλλουν τη στείρωση των ψυχικά ασθενών ξεκίνησαν ήδη από το 1897. Ο πρώτος νόμος για την αναγκαστική στείρωση ψηφίστηκε στην Ιντιάνα, το 1907.
Μεταξύ της δεκαετίας του 1920 και της δεκαετίας του 1960, πολλές χιλιάδες άνθρωποι υποβλήθηκαν σε αναγκαστική στείρωση στις ΗΠΑ – κυρίως μέλη μειονοτήτων, όπως ιθαγενείς Αμερικανοί, Αφροαμερικανοί και Εβραίοι. Τα ερευνητικά προγράμματα για τη στείρωση και την ευθανασία χρηματοδοτήθηκαν από το Ινστιτούτο Κάρνεγκι. Και το Ίδρυμα Ροκφέλερ δεν χρηματοδότησε μόνο αμερικανικά προγράμματα ευγονικής, αλλά και αντίστοιχα στη Γερμανία, συμπεριλαμβανομένου και εκείνου στο οποίο εργαζόταν ένας γιατρός ονόματι Γιόζεφ Μένγκελε.
Το 1927, ο δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, Όλιβερ Γουέντελ Χολμς έγραψε σε μια απόφαση ότι «είναι προτιμότερο για ολόκληρο τον κόσμο, αντί να περιμένουμε να εκτελέσουμε τους εκφυλισμένους απογόνους για κάποιο έγκλημα, ή να τους αφήσουμε να πεθάνουν της πείνας λόγω της διανοητικής τους καθυστέρησης, να μπορέσει η κοινωνία να εμποδίσει εκείνους που είναι αποδεδειγμένα ακατάλληλοι από το να διαιωνίσουν το είδος τους… Τρεις γενιές ηλιθίων είναι αρκετές».
Η άποψη του Όλιβερ Γουέντελ Χολμς δεν πέρασε απαρατήρητη από τους Ναζί: την επικαλέστηκαν προς υπεράσπισή τους στις Δίκες της Νυρεμβέργης.
Ο ριζοσπαστικός τρόπος με τον οποίο η ευγονική υποστηρίχθηκε και θεσμοθετήθηκε στις ΗΠΑ αποτέλεσε τεράστια πηγή έμπνευσης για τους Ναζί. Ο ίδιος ο Αδόλφος Χίτλερ είχε δηλώσει ότι είχε «μελετήσει με μεγάλο ενδιαφέρον τους νόμους διαφόρων αμερικανικών πολιτειών, οι οποίοι αφορούσαν την αποτροπή της αναπαραγωγής ατόμων των οποίων οι απόγονοι, κατά πάσα πιθανότητα, δεν θα είχαν καμία αξία ή θα ήταν επιβλαβείς για το φυλετικό απόθεμα».
Είναι αλήθεια ότι οι ΗΠΑ δεν έφτασαν στο σημείο να θεσμοθετήσουν προγράμματα ευθανασίας, όπως έκαναν οι Ναζί, αν και μέλη της αμερικανικής ιατρικής κοινότητας προχώρησαν σε ευθανασίες ασθενών σε διάφορα ιδρύματα. Ωστόσο, σχέδια για ένα συστηματικό πρόγραμμα ευθανασίας είχαν καταστρωθεί και περιλάμβαναν, μάλιστα, τη χρήση θαλάμων αερίων.
Αν λοιπόν μια σειρά πολιτικών στις σύγχρονες δημοκρατίες – τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών, η αστυνομική βία, η ρατσιστική αντιμετώπιση των μειονοτήτων, ο βιοπολιτικός έλεγχος των σωμάτων, κυρίως των γυναικείων, η αντίσταση στα αιτήματα ορατότητας και αναγνώρισης των ΛΟΑΤΚΙ, ο μισαναπηρισμός – μοιάζουν φασιστικές, αυτό δεν είναι τυχαίο. Προέρχονται από την ίδια μήτρα.
Όταν συνεπώς συζητάμε για την εξίσωση ναζισμού και κομμουνισμού, το πιο ωφέλιμο θα ήταν να υψώσουμε τον συλλογισμό μας πάνω από το ύποπτο αυτό σχήμα – και βεβαίως πάνω από το ποιον θέλουν να πριμοδοτήσουν και ποιον να υπονομεύσουν οι δεξιοί πολιτικοί – και να στοχεύσουμε την μεγάλη απούσα αυτής της εξίσωσης: τη φιλελεύθερη δημοκρατία.
Διότι μόνο έτσι γίνεται αντιληπτό ότι ο ολοκληρωτισμός δεν είναι απλώς μια ιστορική ανωμαλία που συνέβη σε κάποια σκοτεινά καθεστώτα μακριά από εμάς, αλλά είναι μια διαρκής πιθανότητα εγγενής στο εθνικό κράτος, είτε δημοκρατικό είτε όχι.
- Στη φωτογραφία του άρθρου απεικονίζεται το Μνημείο για τα Θύματα του Κομμουνισμού στην Οτάβα του Καναδά. Τα αποκαλυπτήρια έγιναν στις 12 Δεκεμβρίου 2024, μετά από καθυστέρηση διότι έγινε γνωστό πως είχαν υποβληθεί προς αναγραφή στο μνημείο ονόματα μελών των Waffen SS και άλλων συνεργατών των Ναζί. Έκθεση του 2023 για το Υπουργείο Καναδικής Κληρονομιάς συνιστούσε την αφαίρεση 330 από τα 553 ονόματα που περιλαμβάνονταν στον «Τοίχο της Μνήμης» του μνημείου, λόγω πιθανών δεσμών με Ναζί ή φασιστικές ομάδες. Τον Δεκέμβριο του 2025, το Υπουργείο δήλωσε ότι δεν θα αναγραφούν ονόματα στο μνημείο.
Πηγή – in.gr








