Friday, 16 October 2026
Λευκωσία 25°
Διεθνής Αριστερά

Ποιος μπορεί ακόμη να πιστέψει τον Ντόναλντ Τραμπ; Ούτε οι Ουκρανοί, πιθανότατα ούτε οι Ρώσοι και σίγουρα όχι οι Ευρωπαίοι

Η συνεχής αλλαγή στάσης του Αμερικανού προέδρου απέναντι στη Μόσχα αποκαλύπτει τα όρια της πολιτικής του και αναγκάζει την Ευρώπη να αναλάβει πρωτοβουλίες για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία. Της Sylvie Kauffmann Ποιος…

16 October 2026 · 10:25

Η συνεχής αλλαγή στάσης του Αμερικανού προέδρου απέναντι στη Μόσχα αποκαλύπτει τα όρια της πολιτικής του και αναγκάζει την Ευρώπη να αναλάβει πρωτοβουλίες για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.

Της Sylvie Kauffmann

Ποιος μπορεί ακόμη να εμπιστευτεί τον Ντόναλντ Τραμπ; Ο άνθρωπος που υποσχόταν ότι θα τερμάτιζε τον πόλεμο στην Ουκρανία μέσα σε 24 ώρες βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπος με μια πραγματικότητα που διαψεύδει τις εξαγγελίες του. Και όσο οι συγκρούσεις συνεχίζονται, τόσο περισσότερο αμφισβητείται η αξιοπιστία της αμερικανικής πολιτικής.

Οι Ουκρανοί πληρώνουν το τίμημα

Οι Ουκρανοί έχουν πλέον σοβαρούς λόγους να μετανιώνουν για τις ελπίδες που είχαν εναποθέσει στην επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο το 2024. Η απογοήτευσή τους εντείνεται από τις καθυστερήσεις στην παροχή δυτικής στρατιωτικής βοήθειας, τις ελλείψεις στην αντιαεροπορική άμυνα και τις συνεχιζόμενες ρωσικές επιθέσεις.

Οι βομβαρδισμοί ενεργειακών υποδομών και πολιτικών στόχων εντείνονται, ενώ οι επιθέσεις με drones και πυραύλους αποτελούν καθημερινή απειλή για τον πληθυσμό. Για το Κίεβο, η στρατηγική της Μόσχας παραμένει σαφής: να εξαντλήσει τις αντοχές της ουκρανικής κοινωνίας και να την οδηγήσει σε υποχώρηση.

Την ίδια στιγμή, ο Αμερικανός πρόεδρος έχει να αντιμετωπίσει τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, στις 3 Νοεμβρίου, καθώς και την άνοδο των τιμών των καυσίμων εξαιτίας της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Η εσωτερική πολιτική πίεση φαίνεται να επηρεάζει όλο και περισσότερο τις αποφάσεις του.

Συμφωνίες με τη Μόσχα και πιέσεις στο Κίεβο

Σε αυτό το πλαίσιο, η συμφωνία για την εισαγωγή ρωσικού ντίζελ στην αμερικανική αγορά προκαλεί νέα ερωτήματα για τις προτεραιότητες της Ουάσιγκτον.

Σύμφωνα με την ανάλυση της Sylvie Kauffmann, ο Τραμπ επιδίωξε μια συμφωνία με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, ενώ παράλληλα απαίτησε από τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια. Ο Αμερικανός πρόεδρος παρουσίασε την πρωτοβουλία ως μια μορφή «ενεργειακής εκεχειρίας».

Ωστόσο, η Ρωσία συνέχισε τις επιθέσεις της στην Ουκρανία. Το Κίεβο θεωρεί ότι η μονομερής διακοπή των πληγμάτων σε ρωσικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις θα σήμαινε απώλεια ενός από τα αποτελεσματικότερα μέσα πίεσης που διαθέτει.

Η στάση του Τραμπ προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη δυσαρέσκεια, καθώς έχει φτάσει στο σημείο να υποστηρίξει ότι οι Ουκρανοί πρέπει να αλλάξουν πρόεδρο, χωρίς να έχει ασκήσει αντίστοιχη πίεση στη ρωσική ηγεσία, η οποία βρίσκεται στην εξουσία επί δεκαετίες.

Παράλληλα, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν έχει αναγνωρίσει με σαφήνεια τη Ρωσία ως τη χώρα που ξεκίνησε την εισβολή, γεγονός που ενισχύει τις αμφιβολίες για την ουδετερότητα και τη συνέπεια της πολιτικής του.

Όταν η εξωτερική πολιτική αντιμετωπίζεται ως επιχειρηματική συμφωνία

Η προσέγγιση του Τραμπ φαίνεται να βασίζεται σε μια επιχειρηματική αντίληψη των διεθνών σχέσεων. Ο γαμπρός του, Τζάρεντ Κούσνερ, έχει υποστηρίξει ότι ο πρόεδρος επιδιώκει λύσεις στις οποίες όλες οι πλευρές μπορούν να αποκομίσουν κάποιο όφελος.

Όμως οι διεθνείς συγκρούσεις δεν λειτουργούν όπως οι εμπορικές διαπραγματεύσεις. Η ασφάλεια, η εδαφική ακεραιότητα και η πολιτική ανεξαρτησία δεν αποτελούν απλώς αντικείμενα συναλλαγής.

Η προσπάθεια να αντιμετωπιστεί ο πόλεμος ως μια συμφωνία μεταξύ επιχειρηματικών εταίρων ενέχει τον κίνδυνο να παραμεριστούν οι πραγματικές αιτίες της σύγκρουσης και τα δικαιώματα της χώρας που δέχθηκε την επίθεση.

Την ίδια ώρα, το Κίεβο διαπιστώνει περιορισμούς στην ανταλλαγή αμερικανικών πληροφοριών και στη χρήση του στρατιωτικού δικτύου Starlink, εξελίξεις που μπορούν να επηρεάσουν τις επιχειρησιακές του δυνατότητες.

Η Ρωσία δεν εμπιστεύεται πλέον ούτε αυτή τον Τραμπ;

Η Μόσχα είχε αρχικά λόγους να πιστεύει ότι θα μπορούσε να επηρεάσει τον Αμερικανό πρόεδρο προς όφελός της. Ωστόσο, η εικόνα γίνεται πιο περίπλοκη.

Ρώσοι σχολιαστές και υποστηρικτές του Κρεμλίνου αντιμετωπίζουν με ειρωνεία τη συμφωνία για το ντίζελ, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία οι ίδιοι οι Ρώσοι αντιμετωπίζουν προβλήματα στην αγορά καυσίμων.

Η ανάλυση θυμίζει επίσης μια παλαιότερη πρόβλεψη του Ρώσου αναλυτή Φιόντορ Λουκιάνοφ: ο Τραμπ θα μπορούσε αρχικά να πλησιάσει τον Πούτιν πιστεύοντας ότι οι δύο ηγέτες μπορούν να γίνουν φίλοι, για να ανακαλύψει τελικά ότι ο Ρώσος πρόεδρος είναι πολύ πιο υπολογιστικός απ’ όσο φανταζόταν.

Η αντίθεση είναι χαρακτηριστική. Ο Πούτιν αντιμετωπίζει τη διεθνή πολιτική με μακροπρόθεσμη στρατηγική και επιμονή, ενώ ο Τραμπ συχνά προσεγγίζει τις σχέσεις μέσα από τη λογική της διαπραγμάτευσης και του άμεσου οφέλους.

Η Ευρώπη πρέπει να σταματήσει να περιμένει από την Ουάσιγκτον

Η μεγαλύτερη απογοήτευση, σύμφωνα με την αρθρογράφο, αφορά την Ευρώπη.

Κατά τη διάρκεια του 2025, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προσπάθησαν να διατηρήσουν την αμερικανική υποστήριξη προς την Ουκρανία, θεωρώντας ότι η διπλωματική ευγένεια και οι παραχωρήσεις θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις αποφάσεις του Τραμπ.

Όταν οι ΗΠΑ περιόρισαν τη βοήθειά τους προς το Κίεβο, οι Ευρωπαίοι δημιούργησαν μηχανισμό για την αγορά αμερικανικών όπλων που χρειάζεται η Ουκρανία και δεν μπορεί να παράγει μόνη της. Παράλληλα, προσπάθησαν να διατηρήσουν ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας με τον Λευκό Οίκο.

Η υπόθεση της Γροιλανδίας, την οποία ο Τραμπ απείλησε να προσαρτήσει, αποτέλεσε ένα ακόμη σημείο καμπής για τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Η στρατηγική του κατευνασμού και της κολακείας άρχισε να χάνει την αξιοπιστία της.

Η Ευρώπη έχει πλέον λόγους να αναγνωρίσει ότι δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στις διαθέσεις του Αμερικανού προέδρου.

Ώρα για ευρωπαϊκή πρωτοβουλία

Η Ευρώπη εξακολουθεί να διαθέτει μέσα με τα οποία μπορεί να επηρεάσει την εξέλιξη του πολέμου. Θα μπορούσε να ενισχύσει τη στρατιωτική υποστήριξη προς την Ουκρανία, να εξετάσει την αποδέσμευση των παγωμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων για τη χρηματοδότηση της ουκρανικής άμυνας και να διαμορφώσει ένα σοβαρό σχέδιο αποκλιμάκωσης.

Η συμμετοχή των Ευρωπαίων στις διαπραγματεύσεις για την Ουκρανία αποτελεί ένα βήμα, αλλά δεν αρκεί. Χρειάζεται μια συνεκτική στρατηγική που να μην εξαρτάται από τις συνεχείς μετατοπίσεις της αμερικανικής πολιτικής.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η αξιοπιστία δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω σε υποσχέσεις που αλλάζουν ανάλογα με τις πολιτικές και οικονομικές ανάγκες της στιγμής.

Ο Τραμπ υποσχέθηκε γρήγορες λύσεις, αλλά ο πόλεμος συνεχίζεται. Η Ρωσία εξακολουθεί να επιδιώκει τους στόχους της, η Ουκρανία βρίσκεται υπό συνεχή πίεση και η Ευρώπη καλείται να αποφασίσει αν θα παραμείνει θεατής ή αν θα αναλάβει ενεργό ρόλο.

Η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια να περιμένει επ’ αόριστον την επόμενη υπόσχεση της Ουάσιγκτον. Αν θέλει να επηρεάσει την ειρήνη και την ασφάλεια στην ήπειρο, πρέπει να αναλάβει την ευθύνη των αποφάσεών της.

Πηγή: Le Monde — Sylvie Kauffmann (ελεύθερη δημοσιογραφική απόδοση και σύνοψη στα ελληνικά).

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Στήριξε την ανεξάρτητη ενημέρωση

Επίλεξε τη συνδρομή που προτιμάς. Η ασφαλής πληρωμή ολοκληρώνεται μέσω Stripe.