GreeceΗ απώλεια της αρχοντιάς
Σε άρθρο μας που είχε δημοσιευτεί στη θεματική ενότητα των «Απόψεων» εδώ και κάμποσο καιρό, στις 6 Μαρτίου 2019, αναφέρονταν τα εξής: […] Οι Έλληνες μετέβησαν —ίσως αργά και ανεπαίσθητα, σίγουρα όμως αναπόφευκτα— από…
6 November 2026 · 16:27
Σε άρθρο μας που είχε δημοσιευτεί στη θεματική ενότητα των «Απόψεων» εδώ και κάμποσο καιρό, στις 6 Μαρτίου 2019, αναφέρονταν τα εξής:
[…] Οι Έλληνες μετέβησαν —ίσως αργά και ανεπαίσθητα, σίγουρα όμως αναπόφευκτα— από την πρώτη [την αξιοπρέπεια της φτώχειας] στη δεύτερη [την αναξιοπρέπεια του πλούτου], προλειαίνοντας οι ίδιοι το έδαφος για την καταβαράθρωση ολόκληρου του κοινωνικού και οικονομικού συστήματος της χώρας κατά τη διάρκεια της επιτήρησης και των μνημονίων.
Όσοι είχαν την τύχη να συμβιώσουν ή έστω να συνομιλήσουν με εκπροσώπους των παλαιότερων γενεών θα συμφωνήσουν, νομίζω, ότι κύρια χαρακτηριστικά των ανθρώπων αυτών —της πλειονότητάς τους τουλάχιστον— ήταν η φιλεργία και η φιλοπονία, η δημιουργική διάθεση, η νοικοκυροσύνη, προπάντων δε η αξιοπρέπεια, μολονότι πολλοί εξ αυτών ζούσαν μέσα στην ένδεια, πένονταν.
Έχοντας βιώσει, σε μικρότερη ή και μεγαλύτερη ηλικία, τις τραυματικές εμπειρίες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου, οι άνθρωποι αυτοί διακρίνονταν για το ψυχικό σθένος τους, αντιμετώπιζαν τις ποικίλες δοκιμασίες της ζωής με εγκαρτέρηση, σέβονταν ειλικρινώς τους συνανθρώπους τους, συναισθάνονταν τον πόνο και τις έγνοιες τους.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο πλέον καλλιεργημένος —με την ευρεία, ουσιαστική έννοια του όρου— άνθρωπος που έχω γνωρίσει ύστερα από μισόν αιώνα ζωής ήταν ένας μακαρίτης πλέον αρτινός μάστορας, ένας απλός πετράς, που σε γοήτευε από την πρώτη στιγμή με το ήθος, την ταπεινότητα και, προπάντων, την αξιοπρέπειά του.
Αυτά τα χαρακτηριστικά, αυτήν την αξιοπρέπεια με μια λέξη, απώλεσε βαθμηδόν η ελληνική κοινωνία με την πάροδο των χρόνων, αφενός μεν λόγω της αδυναμίας της να επιτύχει το σωστό συγχρονισμό της μεταβολής των όρων διαβίωσης και της ψυχοπνευματικής ανάπτυξης των μελών της, αφετέρου δε λόγω της χρεοκοπίας του εκπαιδευτικού συστήματός της, αρχής γενομένης από τη δεκαετία του ’80.
Σταδιακά, με αποκορύφωμα την τελευταία δεκαετία του εικοστού και την πρώτη δεκαετία του εικοστού πρώτου αιώνα, η αναξιοπρέπεια του πλούτου παραμέρισε και καθυπόταξε την αξιοπρέπεια της φτώχειας.
Η δυναστική αυτή αναξιοπρέπεια οδήγησε στην αξιολόγηση των ανθρώπων με βάση όχι το «είναι», αλλά το «φαίνεσθαι» και το «κατέχειν».
Αναπόφευκτα, όπως έγραψα και ανωτέρω, η εποχή των παχιών αγελάδων, των αφειδώς παρασχεθέντων δανείων, του ακριβού αυτοκινήτου και της μεζονέτας διέβρωσε τα θεμέλια της ελληνικής κοινωνίας, προκάλεσε τον εκμαυλισμό των συνειδήσεων και της πολιτικής ζωής, έριξε τη χώρα στον γκρεμό της διαβόητης «κρίσης».
Πολλά χρόνια νωρίτερα, την εποχή όπου ο πενηντάρης συντάκτης τού ανωτέρω κειμένου ήταν ακόμα ένας άγουρος δευτεροετής φοιτητής της Φιλοσοφικής, ο Χρήστος Γιανναράς —και χθες προσφύγαμε στα φώτα του, διψασμένοι για μόρφωση—, σε επιφυλλίδα του υπό τον τίτλο «Η δυσείμων (σ.σ. εδώ η λέξη με τη μεταφορική σημασία της εξαθλίωσης, της ρυπαρότητας, της παρακμής) μικρόνοια», έγραφε τα ακόλουθα («Το Βήμα», 30 Νοεμβρίου 1986):
Αναπολώ συχνά έναν Κεφαλλήνα καθηγητή των φοιτητικών μου χρόνων. Συνόψιζε την κοινωνική εμπειρία σε ένα κάπως παράδοξο κριτήριο αξιολόγησης των ανθρώπων: «Από τον καλό και κουτό, έλεγε, προτιμώ τον κακό και έξυπνο». Το ευφυολόγημα βέβαια δεν σκόπευε στον εξωραϊσμό ή στη δικαίωση της κακότητας των ανθρώπων. Ήθελε προφανώς να υπογραμμίσει πόσο ανασταλτικό και συχνά διαλυτικό στοιχείο κάθε συλλογικής προσπάθειας είναι η μικρόνοια.
Αν και δεν διαθέτω την εκφραστική ευθυβολία των Κεφαλλήνων, θα ήθελα να τολμήσω μια προσθήκη στη ρήση του αείμνηστου καθηγητή — ένα μικρό απόσταγμα της δικής μου ελάχιστης πείρας. Πιστεύω λοιπόν ότι υπάρχει κάτι χειρότερο και από τη μικρόνοια, ένα στοιχείο πιο δραστικά ανασταλτικό και διαλυτικό κάθε συλλογικής προσπάθειας. Είναι εκείνη η μορφή κοινωνικής συμπεριφοράς που αδιαφορεί ή δεν υποψιάζεται την ευπρέπεια — και που τη χαρακτηρίζουμε συνήθως «χωριατιά» ή «γυφτιά», ενώ δεν έχει οπωσδήποτε σχέση ούτε με τους αγρότες, ούτε με τους συμπαθέστατους ατσίγγανους ή τους σιδεράδες.
[…]
Έτυχε στη ζωή μου να έχω την εμπειρία από πολλά διεθνή συνέδρια του κλάδου μου, και πρέπει να ομολογήσω ότι σχεδόν κάθε φορά η σύγκριση της ελληνικής εκπροσώπησης με τις άλλες (ευρωπαϊκές κυρίως) εκπροσωπήσεις ήταν μάλλον οδυνηρή. Μου θύμιζε πάντοτε την παρατήρηση του Σεφέρη για την απώλεια της αρχοντιάς που συνοδεύει το πέρασμα του Νεοέλληνα από το αγροτικό στο λεγόμενο αστικό επίπεδο ζωής. Την ίδια συγκριτική μειονεξία αισθάνομαι και όταν διαβάζω ξένες εφημερίδες παράλληλα με ελληνικές ή όταν παρατηρώ στην τηλεόραση το ύφος, τις χειρονομίες, το «στήσιμο» των νεοελλήνων πολιτικών (αλλά και δημοσιογράφων, και καλλιτεχνών) σε σχέση με τους ξένους. Κι αν συμφωνήσουμε με τον αναγνώστη ότι η νοοτροπία αυτής της ακαλαίσθητης και μικρονοϊκής «εξυπνάδας» (που επιδιώκει μόνο την αυτοπροβολή υποτιμώντας τη νοημοσύνη των άλλων) δεν έχει σχέση με υποχρεωτικούς κανόνες αποτελεσματικότητας, τότε μπορούμε να τη μελετήσουμε ως ανθρωπολογικό στοιχείο ή σύμπτωμα. Ίσως έτσι φωτίσουμε κάπως τις ρίζες της κοινωνικής μας κρίσης και της πολιτικής μας αποσύνθεσης.
Μπορούμε λοιπόν να αναζητήσουμε ένα σαφέστερο νόημα τόσο για τη «μικρόνοια» όσο και για τη «χωριατιά», προπάντων όμως για τη μεταξύ τους σχέση. Δεν είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς μέσα από την εμπειρία πως ούτε η μικρόνοια εντοπίζεται αποκλειστικά σε κάποια διανοητική καθυστέρηση, ούτε η «χωριατιά» εξαρτάται πάντοτε από την καταγωγή.
Για την ερμηνεία της μικρόνοιας ή του αντιθέτου, δηλαδή της ευφυΐας, θα τολμούσα να πω τούτο: Πως είναι δύσκολο να περιορίσουμε τον χαρακτηρισμό του ευφυούς στον άνθρωπο που λύνει ταχύτατα μαθηματικές ασκήσεις, ελίσσεται επιδέξια στο εμπόριο ή στην πολιτική εντυπωσιάζει τις συντροφιές με τον σπινθηροβόλο λόγο και τις γνώσεις του. Γιατί ένας τέτοιος ανθρώπινος τύπος μπορεί κάλλιστα να γελοιοποιείται (χωρίς να το καταλαβαίνει) από μια μικρονοϊκή ακρισία, μιαν άμετρη επίδειξη των ικανοτήτων του, να προκαλεί τον οίκτο για τη χωριατιά της εγωκεντρικής του απρέπειας, την υπανάπτυκτη ευαισθησία του, την αδυναμία του να πραγματοποιήσει μια σωστή και ζεστή ανθρώπινη σχέση.
Αντίθετα, συναντάει ακόμα και σήμερα κανείς αγρότες ή ψαράδες, τσομπάνηδες ή λαϊκούς τεχνίτες με τέτοιον αέρα αρχοντιάς, που θα τον ζήλευαν πολλά από τα πρώτα ονόματα του δημόσιου βίου μας. Την αρχοντιά τη χαρίζει, πριν από όλα, η σεμνότητα της επίγνωσης των προσωπικών του καθενός ορίων (ορίων στη γνώση, στις ικανότητες και στις αντικειμενικές δυνατότητες), η σύνεση που ξέρει να μην αερολογεί, αλλά να κυριολεκτεί και να εκφράζεται μόνο για τα πράγματα που σαφώς γνωρίζει. Κι ακόμα, η κριτική ετοιμότητα απέναντι στις ίδιες μας τις πεποιθήσεις, η ευαισθησία που αναγνωρίζει πάντοτε τις θετικές πλευρές του άλλου, γι’ αυτό και τον σέβεται και δεν επιδιώκει να τον υποσκελίσει υπεροπτικά.
Μέσα από μια τέτοια μικροσπουδή της καθημερινότητας καταλήγω προσωπικά στο συμπέρασμα ότι ευφυΐα και αρχοντιά είναι δυο αλληλένδετες ιδιότητες κοινωνικής συμπεριφοράς, όπως και η μικρόνοια με τη «χωριατιά» ή «γυφτιά». Η κατεξοχήν ευφυΐα είναι, νομίζω, μια εξαιρετικά οξυμμένη ευαισθησία. Λες ένα πράγμα, και ο ευφυής άνθρωπος καταλαβαίνει δέκα, «πιάνει» όλες τις προεκτάσεις του λόγου σου, διαβλέπει τη σκοπιμότητα των λεγομένων σου, τα ψυχολογικά σου κίνητρα, την όποια καλλιέργεια του χαρακτήρα σου. Κι αυτό, γιατί ανοίγεται σε μια πραγματική σχέση μαζί σου, σε ακούει πραγματικά, δεν οργανώνει όσο εσύ μιλάς τη συνέχεια του δικού του λόγου. Προσπαθεί να μάθει από σένα, σε χρειάζεται, σε υπολογίζει, έστω κι αν διαφωνεί ριζικά μαζί σου. Διαβλέπει τις αντιστάσεις σου, την εγωκεντρική σου άμυνα, αλλά δεν αντιτάσσει τον δικό του εγωισμό, τη δική του απαίτηση να τον αναγνωρίσεις. Κι αυτή η ώριμη παραίτηση από την ανάγκη ή το άγχος της αυτοεπιβεβαίωσης κάνει τη συμπεριφορά ήρεμη, τις χειρονομίες ευγενικές, δίνει στην έκφραση τη χάρη του ειλικρινούς «ανοίγματος» στην πραγματική ανθρώπινη σχέση. Κοντολογίς, φτιάχνει έναν άρχοντα.
Κάποτε στα ελληνικά μιλούσαμε για ήθος και αυτή η λέξη βάραινε στις συνειδήσεις. Ξέραμε ότι ήθος σημαίνει φρόνηση και αρετή που δεν κερδίζονται ούτε μόνο με την πολυμάθεια, ούτε και με την υποταγή σε καλούπια και κώδικες συμπεριφοράς. «Ήθος ανθρώπω δαίμων», έλεγε στην ερμητική του γλώσσα ο Ηράκλειτος. Το ήθος του ανθρώπου δεν μπορεί να είναι άσχετο με αυτό που πιστεύει ο άνθρωπος ως πραγματικά υπαρκτό, ως αληθινό, και όχι απλώς ως χρήσιμο. Όταν έχει απωθηθεί ή αγνοείται το ερώτημα για τη διάκριση του υπαρκτού από το ανύπαρκτο, του αληθινού από το ψεύτικο και πλαστό, του σκοπού της ύπαρξης από την τυχαιότητα της ύπαρξης, τότε και το ήθος είναι μια χαμένη διάσταση της ζωής. Δεν υπάρχει πια λόγος ή έρεισμα για να είναι τίμιος ο έμπορας, να μην είναι ψεύτης ο πολιτικός, να μην χρηματίζεται ο δικαστής, να μην εξαγοράζεται ο εφοριακός, να μην κερδοσκοπεί η «τέταρτη εξουσία» του Τύπου. Η ζωή αλλοτριώνεται σε μονοδιάστατη ζωώδη επιβίωση, δίχως νόημα, δίχως τη δυναμική της ευαισθησίας.
[…]
Τελικά θέλω να πω ότι υπάρχει μια αισθητική ασχήμια στη μικρονοϊκή συμπεριφορά και μια έκδηλη μικρόνοια στην περιφρόνηση της ευπρέπειας. Ο ραγδαίος αισθητικός εκβαρβαρισμός του τόπου μας εκφράζεται με έναν εκχυδαϊσμό της συμπεριφοράς, που αναιρεί κάθε δυνατότητα δυναμικής των σχέσεων, δημιουργεί μια κοινωνία ακοινώνητων ατόμων. Είναι σύμπτωμα αποδιοργάνωσης του ίδιου του κοινωνικού μας κυττάρου, σύμπτωμα ιστορικού τέλους.
Πηγή – in.gr









