Διεθνής ΑριστεράΈιμι Άκτον: Η νέα κυβερνήτρια του Οχάιο μιλά για την κακοποίηση στα 12 και τη μητέρα της που έχει να τη δει πάνω από 50 χρόνια
Όταν η Έιμι Άκτον επέστρεψε στο λύκειο Λίμπερτι του Οχάιο το βράδυ της Τρίτης (3/11), το γυμναστήριο του σχολείου ήταν κατάμεστο. «Δεν θα βρισκόμουν εδώ σήμερα αν δεν υπήρχαν οι άνθρωποι που δεν γύρισαν…
4 Νοεμβρίου 2026 · 09:56
Όταν η Έιμι Άκτον επέστρεψε στο λύκειο Λίμπερτι του Οχάιο το βράδυ της Τρίτης (3/11), το γυμναστήριο του σχολείου ήταν κατάμεστο.
«Δεν θα βρισκόμουν εδώ σήμερα αν δεν υπήρχαν οι άνθρωποι που δεν γύρισαν το βλέμμα από την άλλη πλευρά όταν έβλεπαν εμένα και τον αδελφό μου να δυσκολευόμαστε», είπε η Άκτον στο συγκεντρωμένο πλήθος. «Οι άνθρωποι εδώ που με βοήθησαν να σταθώ στα πόδια μου. Και σας βλέπω».
Μέχρι σήμερα, οι περισσότεροι κάτοικοι του Οχάιο, αλλά και πολλοί άνθρωποι στην υπόλοιπη χώρα, γνωρίζουν σε τι αναφερόταν η ίδια.
Σε αυτό που θεωρείται η πιο προκλητική πολιτική διαφήμιση της φετινής προεκλογικής περιόδου, η προεκλογική εκστρατεία του Ρεπουμπλικανού αντιπάλου της, Βιβέκ Ραμασουάμι, πρόβαλε ένα βίντεο στο οποίο η αποξενωμένη μητέρα της Άκτον την αποκαλεί ψεύτρα και καλεί τους πολίτες να μην την ψηφίσουν.
Μέσα από τη διαφήμιση, οι ψηφοφόροι έμαθαν τη σκοτεινή ιστορία της παιδικής της ηλικίας: πώς η μητέρα της, Ντόνα Άρθουρ, έχασε την επιμέλεια του γιου και της κόρης της το 1978, αφού ο σύζυγός της παραπέμφθηκε σε δίκη με την κατηγορία ότι είχε βιάσει την Έιμι, η οποία τότε ήταν 12 ετών.
Ο Κλέντιθ Άρθουρ δήλωσε αθώος, αλλά στη συνέχεια διέφυγε προτού δικαστεί. Η σύζυγός του εγκατέλειψε επίσης την περιοχή μαζί του και το ζευγάρι παρέμεινε παντρεμένο μέχρι τον θάνατό του, το 2004.
Την Πέμπτη (29/10), η προεκλογική εκστρατεία του Ραμασουάμι ανακοίνωσε ότι αποσύρει τη διαφήμιση από την τηλεοπτική προβολή. Σύμφωνα με στοιχεία που συγκέντρωσε η εταιρεία AdImpact, δαπανήθηκαν περίπου 1 εκατομμύριο δολάρια για δύο εκδοχές του διαφημιστικού σποτ, ποσό που αντιστοιχεί μόλις στο ένα τέταρτο της αρχικής δαπάνης που είχε ανακοινωθεί.
«Τα παιδικά μου χρόνια με κάνουν να προσέχω τις λεπτομέρειες»
Όπως δήλωσε η Άκτον σε συνέντευξή της στην Washington Post, όσα ήρθαν ξανά στην επιφάνεια μέσα από τη διαφήμιση αποτελούν ένα σκοτεινό κεφάλαιο της ζωής της, το οποίο δεν έχει καταφέρει ακόμη να επεξεργαστεί πλήρως.
«Εξακολουθώ να μαθαίνω. Είμαι 60 ετών. Μαθαίνω ακόμη και είμαι βέβαιη ότι κάποια στιγμή θα συνεχίσω να αντλώ μαθήματα από όλα όσα βιώνω τώρα», ανέφερε η Άκτον. Παράλληλα, ωστόσο, εξέφρασε την πεποίθηση ότι οι τραυματικές εμπειρίες της παιδικής της ηλικίας διαμόρφωσαν τον άνθρωπο που έγινε στη συνέχεια.
Όπως είπε, της έδωσαν το κίνητρο να χτίσει τη δική της ζωή και επαγγελματική σταδιοδρομία, αρχικά ως γιατρός και σήμερα με την προοπτική να γίνει η πρώτη γυναίκα κυβερνήτης του Οχάιο, αλλά και η πρώτη Δημοκρατική που θα αναλάβει το αξίωμα εδώ και δύο δεκαετίες. Λιγότερο από μία εβδομάδα πριν από τις εκλογές, οι περισσότερες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η αναμέτρηση παραμένει στατιστικά ισόπαλη.
«Τα παιδικά μου χρόνια με κάνουν να βλέπω πράγματα που άλλοι δεν παρατηρούν. Προσέχω τις λεπτομέρειες. Αντιλαμβάνομαι όσα συμβαίνουν γύρω μου και έχω ένα εσωτερικό ένστικτο, μια διαίσθηση που πάντα με βοηθούσε, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης», είπε. «Είμαι πολύ καλή στην επίλυση προβλημάτων και στο να προβλέπω τι μπορεί να συμβεί. Πιστεύω ότι αυτή η ικανότητα προέκυψε μέσα από μια δύσκολη εμπειρία».
Η Άκτον απέδωσε σε αυτά τα ένστικτα και τον τρόπο με τον οποίο συνέβαλε στη διαχείριση της πανδημίας του κορωνοϊού στο Οχάιο. Τότε είχε αποκτήσει μεγάλη δημοτικότητα, καθώς στεκόταν στο πλευρό του Ρεπουμπλικανού κυβερνήτη Μάικ ΝτεΓουάιν και εφάρμοζε ορισμένα από τα πρώτα και αυστηρότερα μέτρα για τον περιορισμό της εξάπλωσης του ιού.
Η ήρεμη παρουσία της ενέπνευσε ακόμη και τη δημιουργία συλλεκτικών φιγούρων με τη μορφή της, ενώ μικρά κορίτσια φορούσαν λευκές ιατρικές μπλούζες, μιμούμενα τις ενημερώσεις που πραγματοποιούσε για την πανδημία. Μάλιστα, ένα άρθρο γνώμης των New York Times τον Μάιο του 2020 είχε τον τίτλο «Η ηγέτιδα που θα θέλαμε να έχουμε όλοι».
Στη συνέχεια, όμως, ήρθε η αντίδραση. Τα μέτρα για το κλείσιμο σχολείων, επιχειρήσεων και χώρων εκδηλώσεων προκάλεσαν αντιδράσεις, με τους επικριτές τους να υποστηρίζουν ότι παρέμειναν σε ισχύ για υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα. Ένοπλοι διαδηλωτές, ντυμένοι με στρατιωτικές στολές, εμφανίστηκαν έξω από το σπίτι της, ενώ η ίδια δέχθηκε χαρακτηρισμούς όπως «ιατρική δικτάτορας».
Η Άκτον παραιτήθηκε από τη θέση της έπειτα από 16 μήνες, κυρίως επειδή, όπως είπε, πίστευε ότι θα αναγκαζόταν να υπογράψει αποφάσεις για την επαναλειτουργία επιχειρήσεων και δραστηριοτήτων, τις οποίες θεωρούσε επικίνδυνες για τη δημόσια υγεία.
Οι αλληλοκατηγορίες με τον πολιτικό της αντίπαλο
Ωστόσο, υποστήριξε ότι και αυτή η εμπειρία αποτέλεσε προετοιμασία για όσα θα ακολουθούσαν. Ο Ραμασουάμι και υποστηρικτές του έχουν διαδώσει βίντεο που δημιουργήθηκαν με τεχνητή νοημοσύνη και παρουσιάζουν την Άκτον ως άτομο με ψυχική αστάθεια και προβλήματα με το αλκοόλ. Παράλληλα, έχουν αμφισβητήσει εάν διαθέτει έγκυρη ιατρική άδεια, κάτι που ισχύει.
Η ίδια έχει αρνηθεί να συμμετάσχει σε τηλεοπτική αντιπαράθεση μαζί του, γεγονός που ο Ραμασουάμι έχει επικαλεστεί ως δικαιολογία για την προβολή της επίμαχης διαφήμισης.
Από την πλευρά της, η Άκτον έχει επικρίνει τον Ραμασουάμι για την περιουσία του και τη χρήση ιδιωτικού αεροσκάφους στις μετακινήσεις του στην πολιτεία. Τον έχει κατηγορήσει ότι απέκτησε την περιουσία του προωθώντας ένα φάρμακο κατά της νόσου Αλτσχάιμερ, γνωρίζοντας ότι δεν ήταν αποτελεσματικό. Ο ισχυρισμός αυτός αξιολογήθηκε ως «κυρίως αναληθής» από τον οργανισμό ελέγχου γεγονότων PolitiFact.
«Είχα μια κάποια αίσθηση για το τι θα μπορούσε να συμβεί»
Ωστόσο, τίποτα από όσα έχουν συμβεί μέχρι στιγμής στην προεκλογική αναμέτρηση δεν είχε τόσο προσωπικό χαρακτήρα ούτε προκάλεσε τόσο έντονες αντιδράσεις όσο η διαφήμιση του Ραμασουάμι με πρωταγωνίστρια τη μητέρα της Άκτον.
Ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Αμερικανός αντιπρόεδρος, Τζέι Ντι Βανς, και άλλα πρόσωπα του στενού τους κύκλου υπερασπίστηκαν τη συγκεκριμένη διαφήμιση. «Ποιος δεν θα χρησιμοποιούσε μια τέτοια διαφήμιση; Εγώ θα το έκανα. Αυτό λέγεται ‘χτύπημα φλέβας χρυσού’», έγραψε ο Αμερικανός πρόεδρος σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Όταν η Άκτον ανακοίνωσε την υποψηφιότητά της για τη θέση της κυβερνήτριας, σχεδόν δύο χρόνια νωρίτερα, γνώριζε τι θα αντιμετώπιζε. «Είχα μια κάποια αίσθηση, κάποιες υποψίες για το τι θα μπορούσε να συμβεί, αν και προφανώς ήλπιζα για το καλύτερο», είπε. Γνώριζε επίσης ότι υπήρχε το ενδεχόμενο να χρησιμοποιηθεί μια τέτοιου είδους διαφήμιση εναντίον της. Η μητέρα της είχε κάνει παρόμοιες δηλώσεις και κατά τη διάρκεια της πανδημίας, σε συνέντευξή της το 2020 στην οργάνωση κατά των αμβλώσεων Operation Rescue.
Η είδηση για αυτό που φοβόταν η Άκτον έφτασε αργά το βράδυ της 19ης Οκτωβρίου. Η ίδια και η ομάδα της περίμεναν τα αποτελέσματα μιας νέας δημοσκόπησης, όταν ο Ντέιβιντ Πέπερ, υποψήφιος αντιπρόεδρός της στο ψηφοδέλτιο για τη θέση του αντικυβερνήτη, της έστειλε μήνυμα ότι είχε δει το βίντεο να κυκλοφορεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
«Έχω να δω τη μητέρα μου από τότε που ήμουν 12 ετών»
Από τότε που άρχισε να προβάλλεται η διαφήμιση, όπως είπε η Άκτον, πολλοί άνθρωποι την πλησιάζουν για να της εκφράσουν τη συμπαράστασή τους, αλλά και για να μοιραστούν μαζί της τις δικές τους εμπειρίες κακοποίησης. Παράλληλα, η ίδια ανακαλύπτει νέα στοιχεία για τη μητέρα της, την οποία δεν έχει δει εδώ και σχεδόν μισό αιώνα. Σύμφωνα με διάφορα δημοσιεύματα, η Ντόνα Άρθουρ φέρεται να ζει στο αυτοκίνητό της μαζί με αρκετές γάτες.
«Κάποια στιγμή, εγώ και ο αδελφός μου θα προσπαθήσουμε να επεξεργαστούμε όλα όσα ακόμη μαθαίνουμε. Είναι σαφές ότι η μητέρα μας, την οποία δεν έχω δει από τότε που ήμουν 12 ετών – ο αδελφός μου ήταν τότε 9 – δεν είναι καλά και ελπίζω πραγματικά να λάβει τη βοήθεια που χρειάζεται», δήλωσε η Άκτον σε δημοσιογράφους, κατά τη διάρκεια προεκλογικής εκδήλωσης. «Πιστεύω ότι ήταν εκμεταλλευτικό να γίνει κάτι τέτοιο σε έναν άνθρωπο που βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση».
Η Άκτον αναφέρεται διαρκώς στις ρίζες της στο Γιάνγκσταουν, μια πόλη της κοιλάδας Μαχόνινγκ που αντιμετωπίζει οικονομική και πληθυσμιακή συρρίκνωση μετά την κατάρρευση της χαλυβουργίας στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Αυτοχαρακτηρίζεται «ένα σκληραγωγημένο κορίτσι από το Γιάνγκσταουν» και, μιλώντας στο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί στο Λύκειο Λίμπερτι, δήλωσε: «Το Γιάνγκσταουν αποτελεί κομμάτι της ιστορίας μου σε ολόκληρη αυτή την προεκλογική εκστρατεία».
Στις προεκλογικές ομιλίες και διαφημίσεις της, η Άκτον θυμάται ότι η οικογένειά της είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο οικονομικής ανέχειας, ώστε για ένα διάστημα αναγκάστηκε να ζει σε σκηνή. Θυμάται, όμως, και την καλοσύνη ενός ζευγαριού στη βόρεια πλευρά του Γιάνγκσταουν, το οποίο συνήθιζε να καλεί την ίδια και τον αδελφό της στη βεράντα του σπιτιού του, καθώς περνούσαν πηγαίνοντας στο δημοτικό σχολείο Χάρντινγκ, και να τους προσφέρει πρωινό, επειδή γνώριζε ότι πεινούσαν.
Αφού απομακρύνθηκε από τη μητέρα της και πήγε να ζήσει με τον πατέρα της και τη δεύτερη σύζυγό του, ελάχιστοι από τους συμμαθητές της θα μπορούσαν να φανταστούν όσα είχε περάσει. Στο σχολείο είχε αναδειχθεί βασίλισσα του σχολικού χορού, ήταν μαζορέτα, πρόεδρος του μαθητικού συμβουλίου και έπαιζε βαρύτονο σαξόφωνο στη σχολική μπάντα.
Κέρδισε υποτροφία από το Community Chest και εργάστηκε σε πολλές δουλειές παράλληλα με τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο Γιάνγκσταουν Στέιτ και σε ένα ταχύρρυθμο πρόγραμμα στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Βορειοανατολικού Οχάιο.
Η Τζένιφερ Σοστάριτς έγινε η καλύτερη φίλη της για όλη της τη ζωή όταν οι δυο τους μοιράστηκαν το ίδιο ντουλάπι στο σχολείο, στην έβδομη τάξη. Ωστόσο, όπως δήλωσε η Σοστάριτς, η οποία σήμερα είναι αναπληρώτρια γενική νομική σύμβουλος στο Ινστιτούτο Τέχνης του Σικάγο, «δεν είχα ιδέα για όσα είχε περάσει. Καμία απολύτως. Δεν ήταν ένα παιδί που σου έδινε την εντύπωση ότι ζούσε με ένα σκοτεινό σύννεφο πάνω από το κεφάλι του».
«Κατά κάποιον τρόπο νιώθω τυχερή»
Στη συνέντευξη, η Άκτον εξήγησε με τον δικό της τρόπο πώς κατάφερε να διοχετεύσει την ενέργειά της στις επιδόσεις και τις επιτυχίες της, διαχωρίζοντας ταυτόχρονα τις τραυματικές εμπειρίες της από την καθημερινότητά της:
«Υπήρχαν παιδιά εξίσου καλά και έξυπνα με εμένα, τα οποία γνωρίζω ότι δεν κατάφεραν να ξεφύγουν από τις συνθήκες μέσα στις οποίες μεγάλωσα κι εγώ. Και αυτό ήταν το κίνητρό μου σε όλη μου τη ζωή, γιατί κατά κάποιον τρόπο ένιωθα τυχερή».
Πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι η Άκτον να αρχίσει να αντιμετωπίζει τα συναισθηματικά τραύματα που της είχαν αφήσει οι εμπειρίες της παιδικής ηλικίας. «Δεν έκανα ψυχοθεραπεία όταν ήμουν μικρή. Ο πατέρας μου δεν πίστευε ιδιαίτερα στη θεραπεία. Όσο μεγάλωνα, όμως, και ειδικά όταν μπήκα στην ιατρική σχολή, άρχισα να εξελίσσομαι και ως άνθρωπος», είπε.
Όπως ανέφερε, αναζήτησε βοήθεια για τον εαυτό της, ενώ κατά τη διάρκεια της ειδικότητάς της στο Ιατρικό Κολέγιο Άλμπερτ Αϊνστάιν της Νέας Υόρκης μελέτησε την παιδιατρική, την ψυχιατρική ενηλίκων και την παιδοψυχιατρική.
Εκείνη την περίοδο, ήρθε αντιμέτωπη με την κρίση της χρήσης κρακ στο Μπρονξ και αποφάσισε να στρέψει το ενδιαφέρον της στη δημόσια υγεία και την προληπτική ιατρική. Στη συνέχεια επέστρεψε στην πολιτεία καταγωγής της, όπου δίδαξε δημόσια υγεία στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Οχάιο. Αργότερα εργάστηκε στη χρηματοδότηση προγραμμάτων ενός ιδρύματος, όταν τράβηξε την προσοχή του Μάικ ΝτεΓουάιν. Το 2019 εντάχθηκε στην κυβέρνησή του ως διευθύντρια Υγείας, αναλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, την αντιμετώπιση της επιδημίας των οπιοειδών.
Η Άκτον και ο ΝτεΓουάιν εξακολουθούν να διατηρούν στενή σχέση. Παρότι ο ίδιος είχε στηρίξει την υποψηφιότητα του Ραμασουάμι, συγκαταλέγεται στους Ρεπουμπλικανούς που ζήτησαν να αποσυρθεί η επίμαχη διαφήμιση, την οποία χαρακτήρισε «βαθιά, βαθιά ανησυχητική».
«Σε ό,τι αφορά την αλήθεια, η δική μου εμπειρία μαζί της, δουλεύοντας πολύ στενά και καθημερινά, είναι ότι έλεγε πάντα την αλήθεια», δήλωσε ο ΝτεΓουάιν στους δημοσιογράφους.
Από την πλευρά της, μιλώντας στο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί στο Λύκειο Λίμπερτι, η Άκτον άφησε να εννοηθεί ότι όσα αποκάλυψε η διαφήμιση του Ραμασουάμι δείχνουν πως οι εκλογές του 2026 αφορούν πολύ περισσότερα από το κόστος ζωής, τον πόλεμο στο Ιράν ή οποιοδήποτε άλλο ζήτημα εμφανίζεται στις δημοσκοπήσεις ως βασική προτεραιότητα των ψηφοφόρων.
«Η καλοσύνη είναι μια ακλόνητη δέσμευση στη δικαιοσύνη και στην αναγνώριση της ανθρώπινης υπόστασης και του θεϊκού στοιχείου που υπάρχει σε κάθε άνθρωπο», είπε η Άκτον, ολοκληρώνοντας την ομιλία της στο Λύκειο Λίμπερτι. «Η καλοσύνη και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι αναμφίβολα ανάμεσα στα ζητήματα που κρίνονται σε αυτές τις εκλογές».
Πηγή – Cyprus Times (Washington Post, Lifo)









