ΔιεθνήΥποχρεωτικοί οι αναγνωριστικοί κωδικοί για εισαγωγές ηλεκτρονικού εμπορίου στην ΕΕ από 1η Νοεμβρίου
Υποχρεωτική είναι από την 1η Νοεμβρίου 2026 η δήλωση αναγνωριστικών κωδικών προϊόντων στις τελωνειακές αρχές για αγαθά που πωλούνται εξ αποστάσεως σε
3 Νοεμβρίου 2026 · 17:53
Υποχρεωτική είναι από την 1η Νοεμβρίου 2026 η δήλωση αναγνωριστικών κωδικών προϊόντων στις τελωνειακές αρχές για αγαθά που πωλούνται εξ αποστάσεως σε αγοραστές στην ΕΕ, κυρίως καταναλωτές, σύμφωνα με ανακοίνωση της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογίας και Τελωνειακής Ένωσης που δημοσιεύθηκε την Τρίτη.
Σύμφωνα με τη Γενική Διεύθυνση, η νέα απαίτηση έχει στόχο να βοηθήσει τις τελωνειακές αρχές να εντοπίζουν αποτελεσματικότερα και σε μεγαλύτερη κλίμακα προϊόντα που δεν συμμορφώνονται με τους ευρωπαϊκούς κανόνες ή θεωρούνται επικίνδυνα.
Η εφαρμογή των αναγνωριστικών κωδικών προστίθεται στις παραδοσιακές δασμολογικές ταξινομήσεις και στις περιγραφές των προϊόντων και επιτρέπει στις τελωνειακές αρχές να ταυτοποιούν με μεγαλύτερη ακρίβεια συγκεκριμένα προϊόντα και να ενισχύουν την ανάλυση κινδύνου.
Η Γενική Διεύθυνση Φορολογίας και Τελωνειακής Ένωσης αναφέρει ότι κοινές δράσεις τελωνειακού ελέγχου στα 27 κράτη μέλη, σε συνεργασία με τις αρχές εποπτείας της αγοράς, έδειξαν ότι πολλά προϊόντα χαμηλής αξίας που αγοράζονται διαδικτυακά από χώρες εκτός της ΕΕ δεν συμμορφώνονται με τις ευρωπαϊκές απαιτήσεις για τα προϊόντα και τους κανόνες ασφάλειας.
Με τη χρήση των αναγνωριστικών κωδικών, όταν ένα προϊόν διαπιστωθεί ότι δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις ή είναι επικίνδυνο, οι τελωνειακές αρχές θα μπορούν να επεκτείνουν τα αποτελέσματα του ελέγχου σε άλλα προϊόντα που παρουσιάζουν παρόμοιο κίνδυνο, ακόμη και όταν πωλούνται από διαφορετικούς πωλητές ή σε διαφορετικές ηλεκτρονικές πλατφόρμες.
Σύμφωνα με τη Γενική Διεύθυνση, το μέτρο αποσκοπεί επίσης στη διασφάλιση πιο ισότιμων όρων ανταγωνισμού για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που συμμορφώνονται με τους κανόνες της ΕΕ.
Τρεις κατηγορίες αναγνωριστικών κωδικών
Για κάθε προϊόν που περιλαμβάνεται σε τελωνειακή δήλωση θα πρέπει να παρέχονται συγκεκριμένα αναγνωριστικά στοιχεία.
Το πρώτο είναι το αναγνωριστικό προϊόντος του εμπόρου, το οποίο συνδέει το προϊόν με τη συγκεκριμένη ιστοσελίδα, ηλεκτρονική αγορά ή πλατφόρμα όπου προσφέρεται προς πώληση. Πρόκειται, για παράδειγμα, για τον αριθμό αναφοράς στη σελίδα του προϊόντος, ο οποίος καθορίζεται από τον ηλεκτρονικό πωλητή ή την πλατφόρμα και είναι μοναδικός για τη συγκεκριμένη πλατφόρμα.
Το δεύτερο είναι το μη τυποποιημένο αναγνωριστικό του κατασκευαστή, το οποίο συνδέει το προϊόν με τον κατασκευαστή και το μοντέλο του και επιτρέπει στις τελωνειακές αρχές να εντοπίζουν το ίδιο προϊόν σε διαφορετικές πλατφόρμες. Μπορεί να είναι αριθμός μοντέλου, εξαρτήματος ή άλλος κωδικός που έχει οριστεί από τον κατασκευαστή.
Η τρίτη κατηγορία είναι το τυποποιημένο αναγνωριστικό του κατασκευαστή, το οποίο προσδιορίζει το ακριβές προϊόν σε διεθνές επίπεδο και ακολουθεί διεθνές πρότυπο. Συνήθως εμφανίζεται με τη μορφή γραμμωτού κώδικα, όπως οι κωδικοί EAN, UPC ή ISBN.
Σε περίπτωση που ένα προϊόν δεν διαθέτει τέτοιο τυποποιημένο αναγνωριστικό, αυτό θα πρέπει να δηλώνεται μέσω ειδικού κωδικού εξαίρεσης.
Σύμφωνα με τη Γενική Διεύθυνση Φορολογίας και Τελωνειακής Ένωσης, στις περισσότερες περιπτώσεις τα συγκεκριμένα αναγνωριστικά στοιχεία υπάρχουν ήδη στην αλυσίδα εφοδιασμού, για παράδειγμα στις διαδικτυακές καταχωρίσεις προϊόντων, στα τιμολόγια ή στις συσκευασίες.
Ως εκ τούτου, δεν απαιτείται στις περισσότερες περιπτώσεις η δημιουργία νέων δεδομένων. Οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες και οι κατασκευαστές διαβιβάζουν τα στοιχεία κατά μήκος της αλυσίδας εφοδιασμού και ο διασαφιστής, όπως ο κάτοχος του συστήματος ενιαίας θυρίδας εισαγωγών ή ένας τελωνειακός αντιπρόσωπος, τα καταχωρίζει στην τελωνειακή δήλωση.
Η απαίτηση αφορά αγαθά που πωλούνται μέσω εξ αποστάσεως πωλήσεων.
Σημειώνεται ότι η εθελοντική υποβολή των αναγνωριστικών κωδικών είχε αρχίσει την 1η Ιουλίου 2026 χωρίς την επιβολή κυρώσεων.
Σύμφωνα με τη Γενική Διεύθυνση, από τον Ιούλιο του 2028 θα ακολουθήσουν ευρύτερες απαιτήσεις για τα δεδομένα των προϊόντων, μετά την ανάπτυξη του Κόμβου Τελωνειακών Δεδομένων της ΕΕ για το ηλεκτρονικό εμπόριο.
Πηγή – Διάλογος









