Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2026
Λευκωσία 15°
Διεθνή

Η πτώση του καθεστώτος Βούτσιτς – Η «Άλωση του Κράτους» στη Σερβία και η φοιτητική ανατροπή

Το βράδυ της 25ης Οκτωβρίου 2026, η πολιτική πραγματικότητα στα Βαλκάνια ανατράπηκε ριζικά. Ο εκλογικός θρίαμβος που πέτυχε η «Φοιτητική Λίστα» ηλέκτρισε την ατμόσφαιρα στους δρόμους του Βελιγραδίου και ολόκληρης της χώρας. Μιλώντας εκ…

30 Οκτωβρίου 2026 · 18:31

      

Το βράδυ της 25ης Οκτωβρίου 2026, η πολιτική πραγματικότητα στα Βαλκάνια ανατράπηκε ριζικά. Ο εκλογικός θρίαμβος που πέτυχε η «Φοιτητική Λίστα» ηλέκτρισε την ατμόσφαιρα στους δρόμους του Βελιγραδίου και ολόκληρης της χώρας.

Μιλώντας εκ μέρους των νικητών, ο διακεκριμένος πανεπιστημιακός καθηγητής οργανικής χημείας και ακαδημαϊκός Ράντομιρ Σάιτσιτς συμπύκνωσε το νόημα της ανατροπής με μια ιστορική αναφορά: «Σήμερα το θάρρος νίκησε τον φόβο, η ελπίδα νίκησε την απόγνωση». Αυτή ακριβώς η φράση αποτύπωνε με χειρουργική ακρίβεια το ψυχολογικό και πολιτικό τέλμα που βίωνε η Σερβία κατά τη διάρκεια της δεκατετράχρονης διακυβέρνησης του Αλεξάνταρ Βούτσιτς (2012-2026).

Το μοντέλο της «άλωσης του κράτους»

Ο απολυταρχισμός στην άσκηση της εξουσίας από τον Βούτσιτς είχε διεισδύσει βαθιά σε κάθε επίπεδο του κοινωνικού, επαγγελματικού, αλλά και του αυστηρά ιδιωτικού βίου. Το σύστημα που οικοδομήθηκε δεν ήταν μία ωμή, παραδοσιακή δικτατορία, αλλά μία σύγχρονη, υβριδική μορφή αυταρχισμού, γνωστή στη διεθνή πολιτική ορολογία ως «άλωση του κράτους».

Μέσα από αυτό το μοντέλο, το κυβερνών Σερβικό Προοδευτικό Κόμμα (SNS) ταυτίστηκε πλήρως με τον κρατικό μηχανισμό. Κάθε ανεξάρτητος θεσμός, από τη Δικαιοσύνη και τα Σώματα Ασφαλείας μέχρι τις δημόσιες επιχειρήσεις και την παιδεία, μετατράπηκε σε κομματικό παράρτημα. Οι πολίτες που δεν ανήκαν στην αποκαλούμενη «ευνοούμενη κατηγορία» των κομματικών πιστών αισθάνονταν την κρατική εξουσία σαν έναν αόρατο βραχνά που καθημερινά έσφιγγε και τους έπνιγε συναισθηματικά, οικονομικά και κοινωνικά.

Οικονομικός και ψυχολογικός στραγγαλισμός

Η αφοσίωση στο καθεστώς επιβραβευόταν με θέσεις και ασυλία, ενώ κάθε απόκλιση τιμωρούνταν παραδειγματικά. Οι διορισμοί στο δημόσιο περνούσαν από αυστηρό κομματικό κόσκινο, καθιστώντας την εύρεση εργασίας αδύνατη για όποιον δεν διέθετε την «κάρτα μέλους» του SNS. Ο φόβος της απόλυσης έγινε μόνιμος σύντροφος της σερβικής οικογένειας, εμπεδώνοντας τη γενική αντίληψη ότι «όποιος δεν είναι με το καθεστώς δεν θα επιβιώσει».

Όταν το φοιτητικό κίνημα άρχισε να γιγαντώνεται, η καταστολή μεταφέρθηκε στα σχολεία. Εκατοντάδες καθηγητές της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης απολύθηκαν ή τέθηκαν σε διαθεσιμότητα επειδή εξέφρασαν δημόσια την υποστήριξή τους στους φοιτητές. Καταγράφηκαν δεκάδες περιπτώσεις εκπαιδευτικών και δημοσίων υπαλλήλων που έχασαν τη δουλειά τους απλώς και μόνο επειδή έγραψαν ένα θετικό σχόλιο ή έκαναν ένα “like” σε αναρτήσεις υπέρ των φοιτητών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Η κατάρρευση της αξιοκρατίας και το κραχ της EPS

Την ίδια στιγμή που η πολιτική ηγεσία χρησιμοποιούσε σταθερά τη ρητορική της «αριστείας», στην πράξη αναδείκνυε στελέχη υποδεέστερης ή και ανύπαρκτης επιστημονικής κατάρτισης για τη στελέχωση κρίσιμων δημόσιων οργανισμών, με μοναδικό κριτήριο την κομματική υποταγή.

Η πιο χαρακτηριστική και καταστροφική περίπτωση αυτής της πρακτικής ήταν ο διορισμός του Μίλοραντ Γκρτσιτς. Υψηλόβαθμο σέλεχος του SNS, ο Γκρτσιτς διορίστηκε αρχικά γενικός διευθυντής των μεγαλύτερων λιγνιτωρυχείων της χώρας (Kolubara) και στη συνέχεια πρόεδρος της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (EPS). Ο Γκρτσιτς δεν διέθετε πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ούτε την παραμικρή εμπειρία στον ενεργειακό κλάδο. Η μόνη σχέση του με το κάρβουνο ήταν ότι είχε ψησταριά στο Ομπρένοβατς.

Οι επιλογές του στην εξόρυξη αποδείχθηκαν καταστροφικές τον χειμώνα του 2021, όταν οι σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής τροφοδοτήθηκαν με λάσπη και χώμα αντί για ποιοτικό άνθρακα, προκαλώντας ολοσχερή κατάρρευση του ενεργειακού δικτύου. Το ιστορικό αυτό κραχ άφησε για αρκετές ημέρες χιλιάδες νοικοκυριά μέσα στο ψύχος χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, ανάγκασε τη Σερβία σε επείγουσες και πανάκριβες εισαγωγές ενέργειας, και προκάλεσε οικονομική ζημία εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, αποδεικνύοντας τις ολέθριες συνέπειες της κομματοκρατίας.

Η τακτική της δαιμονοποίησης και του κοινωνικού στιγματισμού

Για τη διατήρηση της εξουσίας του, το καθεστώς Βούτσιτς επιστράτευσε μια επιθετική στρατηγική συστηματικής δαιμονοποίησης των πολιτικών του αντιπάλων. Μέσω ελεγχόμενων ΜΜΕ και τηλεοπτικών σταθμών εθνικής εμβέλειας, κάθε επικριτής βαφτιζόταν αυτόματα «προδότης του έθνους» και «εχθρός του κράτους», με στόχο την ηθική και πολιτική του αποδόμηση.

Η στρατηγική αυτή μεταφραζόταν σε ασφυκτικό αποκλεισμό στην πράξη. Στις εκλογές του 2023, ο συνασπισμός «Η Σερβία ενάντια στη βία» αντιμετώπισε ένα ιδιότυπο «εμπάργκο φόβου». Όπως κατήγγειλε ο Ντράγκαν Τζίλας, στην επαρχία οι καταστηματάρχες εστιατορίων και καφέ τους παρακαλούσαν να αποχωρήσουν, έντρομοι μπροστά στην απειλή αιφνιδιαστικών ελέγχων και λουκέτων από την εφορία. Παράλληλα, κανένας ιδιώτης δεν τολμούσε να τους νοικιάσει χώρους συγκεντρώσεων ή λεωφορεία μετακίνησης.

Αργότερα, η ίδια επικοινωνιακή μηχανή στοχοποίησε το φοιτητικό κίνημα. Η κρατική προπαγάνδα παρουσίαζε τους φοιτητές ως «καθοδηγούμενούς ταραχοποιούς» και «μαριονέτες ξένων συμφερόντων» που επεδίωκαν εμφύλιο σπαραγμό. Φιλοκυβερνητικά έντυπα δημοσίευαν κατασκευασμένες ειδήσεις και προσωπικά δεδομένα των φοιτητών-ακτιβιστών για να τους εμφανίσουν ως πληρωμένους προβοκάτορες. Παράλληλα, το καθεστώς επιχείρησε να στρέψει την κοινωνία εναντίον τους, ισχυριζόμενο ότι οι αποκλεισμοί δρόμων κατέστρεφαν την αγορά και στερούσαν το ψωμί από τους εργαζόμενους.

Αυτή η ακραία πολωτική τακτική γύρισε τελικά μπούμερανγκ. Η επιθετικότητα των ΜΜΕ ατσάλωσε το πείσμα της νεολαίας και έπεισε ακόμη και τους αναποφάσιστους πολίτες ότι η χώρα είχε μετατραπεί σε μια ασφυκτική κοινωνία, όπου η διαφορετική άποψη διώκεται με όρους ηθικής και επαγγελματικής εξόντωσης.

Η διασύνδεση με το οργανωμένο έγκλημα και η χρήση παρακρατικών μηχανισμών

Μία από τις πιο σκοτεινές πτυχές της «άλωσης του κράτους» στη Σερβία ήταν η οργανική διασύνδεση του καθεστώτος Βούτσιτς με το οργανωμένο έγκλημα. Η κυβέρνηση χρησιμοποιούσε συστηματικά άτομα με βαρύ ποινικό παρελθόν ως έναν άτυπο, παρακρατικό βραχίονα καταστολής. Το καθεστώς παρείχε στα εγκληματικά δίκτυα πολιτική προστασία, ασυλία και πρόσβαση σε κρατικές εργολαβίες, εξασφαλίζοντας ως αντάλλαγμα διάφορες «υπηρεσίες». Καταδικασμένοι κακοποιοί και χούλιγκανς επιστρατεύονταν σε κρίσιμες πολιτικές συγκυρίες. Κατά τη διάρκεια αντικυβερνητικών διαδηλώσεων, ομάδες μαυροφορεμένων ανδρών -μέλη συμμοριών- λειτουργούσαν ως «ιδιωτικός στρατός» του SNS, ξυλοκοπώντας άγρια διαδηλωτές και φοιτητές με την πλήρη ανοχή της αστυνομίας.

Κατά την διάρκεια εκλογών, άτομα με ποινικό μητρώο στελέχωναν τα «παράλληλα κέντρα» του κυβερνώντος κόμματος, τρομοκρατώντας ψηφοφόρους έξω από τα εκλογικά τμήματα για να εξασφαλίσουν την υπερψήφιση του καθεστώτος.

Στη δίκη της διαβόητης εγκληματικής οργάνωσης του Βέλικο Μπέλιβουκ το 2022, αποκαλύφθηκε το βάθος της σήψης, καθώς ηγετικά μέλη της συμμορίας ομολόγησαν ότι εκτελούσαν απευθείας εντολές του κρατικού μηχανισμού για το σαμποτάρισμα της αντιπολίτευσης.

Αυτή η συμμαχία κράτους και μαφίας απέδειξε ότι τα όρια μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας είχαν σβηστεί. Όταν οι φοιτητές ύψωσαν το σύνθημα «Σερβία ή Μαφία», περιέγραφαν την τρομακτική πραγματικότητα μιας χώρας όπου ο υπόκοσμος είχε αποκτήσει θεσμικό ρόλο στην άσκηση της κρατικής εξουσίας.

Ψηφιακή δικτατορία και το σύστημα επιτήρησης

Στην προσπάθειά του να προστατεύσει την ελίτ από τις αποκαλύψεις των σκανδάλων και να αναχαιτίσει το διογκούμενο κίνημα, το σύστημα εξουσίας στράφηκε στην ψηφιακή καταστολή. Όπως αποκάλυψαν διεθνείς οργανώσεις και ερευνητικοί φορείς (όπως το Citizen Lab του Πανεπιστημίου του Τορόντο και το SHARE Foundation της Σερβίας), χρησιμοποιήθηκαν μερικά από τα πιο εξελιγμένα κατασκοπευτικά λογισμικά παγκοσμίως, όπως το περιβόητο Pegasus της NSO Group, το Cellebrite και το NoviSpy.

Μέσα στο 2026, εντοπίστηκε ένα σαρωτικό κύμα παράνομων μολύνσεων με Pegasus σε συσκευές δεκάδων ακτιβιστών, δημοσιογράφων, φοιτητών, αλλά και θεσμικών προσώπων. Ανάμεσά τους, ο πρύτανης του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου Βλάνταν Τζόκιτς, ο οποίος αρνούνταν να καταστείλει τις φοιτητικές καταλήψεις, και ο εισαγγελέας Ράντε Μπάγιτς, ο οποίος ερευνούσε τις κρατικές μεθοδεύσεις γύρω από μεγάλα οικονομικά σκάνδαλα.

Παράλληλα, ο μηχανισμός είχε στήσει ένα τέλειο φυσικό σύστημα επιτήρησης. Δεκάδες χιλιάδες κινεζικές κάμερες, εξοπλισμένες με εξελιγμένο λογισμικό αναγνώρισης προσώπου και πινακίδων κυκλοφορίας, είχαν τοποθετηθεί σε κάθε γωνιά της χώρας, καλύπτοντας ακόμη και απομακρυσμένα χωριά. Στόχος αυτού του πλέγματος ήταν η δημιουργία ενός γενικευμένου κλίματος τρόμου, όπου κάθε πολίτης θα αισθανόταν υπό διαρκή παρακολούθηση.

Όταν η διαφθορά έγινε θανατηφόρα

Για χρόνια, η συστημική διαφθορά λειτουργούσε ως η βασική καύσιμη ύλη του συστήματος Βούτσιτς. Μεγάλα, αδιαφανή κατασκευαστικά έργα -με κορυφαίο το αμφιλεγόμενο Belgrade Waterfront- στημένες δημοπρασίες, σκοτεινές ιδιωτικοποιήσεις χρησίμευαν ως εργαλεία πλουτισμού για την πολιτική και οικονομική ελίτ γύρω από το SNS. Όμως, η διαφθορά αυτή έπαψε να είναι μια αφηρημένη έννοια και απέκτησε θανατηφόρες συνέπειες τον Νοέμβριο του 2024.

Η φονική κατάρρευση του στεγάστρου στον σιδηροδρομικό σταθμό του Νόβι Σαντ, που στοίχισε τη ζωή σε 16 ανθρώπους, αποκάλυψε με τον πιο τραγικό τρόπο το μέγεθος των κακοτεχνιών, της έλλειψης ελέγχων και των εικονικών ανακαινίσεων. Η τραγωδία αυτή λειτούργησε ως η θρυαλλίδα για μια πρωτοφανή κοινωνική έκρηξη. Οι φοιτητές κατέβηκαν μαζικά στους δρόμους, και το σύνθημα «Σερβία ή Μαφία» έγινε το κεντρικό δίλημμα ολόκληρης της κοινωνίας. Το καθεστώς, θορυβημένο από την οργή, προσπάθησε να αμυνθεί επιστρατεύοντας προσχηματικές έρευνες και συλλαμβάνοντας στελέχη δεύτερης γραμμής, την ώρα που η ηγεσία παρέμενε στο απυρόβλητο.

Το ράγισμα του τείχους

Η στρατηγική του φόβου και της ψηφιακής καταστολής κορυφώθηκε κατά τη διάρκεια των έντονων πολιτικών αναταράξεων του 2026. Ωστόσο, η κάλπη της 25ης Οκτωβρίου απέδειξε τα όρια της αυταρχικής ισχύος. Η σαρωτική εκλογική νίκη της «Φοιτητικής Λίστας» έστειλε ένα ξεκάθαρο μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση. Κανένα ψηφιακό σύστημα παρακολούθησης, καμία απειλή απόλυσης και κανένα βαθύ δίκτυο διαφθοράς δεν είναι αρκετά ισχυρά για να κρατήσουν σε καταστολή μια κοινωνία που αποφάσισε, οργανωμένα και ειρηνικά, να διεκδικήσει ξανά την ελευθερία της.

Πηγή – Cyprus Times (ΑΠΕ-ΜΠΕ)

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Στήριξε την ανεξάρτητη ενημέρωση

Επίλεξε τη συνδρομή που προτιμάς. Η ασφαλής πληρωμή ολοκληρώνεται μέσω Stripe.