ΚύπροςΟ Μακρόν περικόπτει τις δαπάνες για την παιδεία
φωτογραφία: Ο Γάλλος Πρόεδρος, Εμμανουέλ Μακρόν, με την Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, τον Ιούλιο του 2026 το Surplus είναι ένα νέο γερμανικό περιοδικό οικονομικής ανάλυσης και δημοσιογραφίας, με έδρα το…
23 Οκτωβρίου 2026 · 10:14
φωτογραφία: Ο Γάλλος Πρόεδρος, Εμμανουέλ Μακρόν, με την Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, τον Ιούλιο του 2026
το Surplus είναι ένα νέο γερμανικό περιοδικό οικονομικής ανάλυσης και δημοσιογραφίας, με έδρα το Βερολίνο, που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά τον Φεβρουάριο του 2025. Με προοδευτικό, αριστερό προσανατολισμό και επιρροές από την κεϊνσιανή οικονομική σκέψη, επιδιώκει να αποτελέσει αντίβαρο στην κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη προσέγγιση της οικονομικής δημοσιογραφίας. Ασχολείται με ζητήματα οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας, αναδιανομής του πλούτου, φορολογίας, εργασίας, δημόσιων υπηρεσιών, κλιματικής κρίσης και οικονομικής πολιτικής, συνδυάζοντας επιστημονικά τεκμηριωμένες αναλύσεις με προσιτή δημοσιογραφική γραφή.
Ο Τόμα Πικετί είναι καθηγητής Οικονομικών στη Σχολή Οικονομικών του Παρισιού (Paris School of Economics) και αρθρογραφεί στο περιοδικό Surplus, στη στήλη «Η οπτική του Πικετί».
Το άρθρο που αναδημοσιεύουμε δημοσιεύθηκε στις 20 Οκτωβρίου και μετέφρασε αποκλειστικά για την Εποχή η Χάρις Τριανταφυλλίδου.
Οι συνεχιζόμενες κινητοποιήσεις μαθητών και φοιτητών στη Γαλλία συμβολίζουν την παρακμή του μακρονισμού. Οι νέοι άνθρωποι διεκδικούν κάτι κατά βάση απλό: επαρκή χρηματοδότηση για την εκπαίδευσή τους και πρόσβαση σε ποιοτικά προγράμματα σπουδών.
Το κίνημα αυτό αναδεικνύει την πιο κραυγαλέα αποτυχία της σημερινής κυβέρνησης: την καταστροφική και πρωτοφανή μείωση των δημόσιων πόρων ανά φοιτητή κατά 20% από το 2017.
Γράφημα: Δημόσιες δαπάνες για την ανώτατη εκπαίδευση και την έρευνα ανά φοιτητή, σε σταθερές τιμές ευρώ, 2008–2026 (2008 = 100). Πηγή: Lucas Chancel.
Η κυβέρνηση υπερηφανεύεται κατά καιρούς, με τρόπο παραπλανητικό, ότι ο ονομαστικός προϋπολογισμός για την ανώτατη εκπαίδευση αυξήθηκε από 13,3 δισεκατομμύρια ευρώ το 2017 σε 15,5 δισεκατομμύρια ευρώ το 2026, δηλαδή κατά 17%.
Αυτό είναι πράγματι σωστό. Ωστόσο, κατά την ίδια περίοδο, ο πληθωρισμός ανήλθε στο 22%. Επομένως, ο προϋπολογισμός σε πραγματικούς όρους μειώθηκε.
Σε αυτό προστίθεται το γεγονός ότι ο αριθμός των φοιτητών αυξήθηκε από 2,6 εκατομμύρια σε περισσότερα από 3 εκατομμύρια, δηλαδή κατά 15%.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η πραγματική χρηματοδότηση ανά φοιτητή μειώθηκε κατά περίπου 20%, όπως προκύπτει με σαφήνεια από τα διαθέσιμα στο διαδίκτυο στοιχεία του οικονομολόγου Λικά Σανσέλ (Lucas Chancel), συνδιευθυντή του Παγκόσμιου Εργαστηρίου Ανισότητας (World Inequality Lab).
Γενικευμένη ανεπάρκεια πόρων και περιφερειακές ανισότητες
Στην πράξη, αυτό σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι εκατοντάδες χιλιάδες νέοι καταβάλλουν μεγάλες προσπάθειες για να αποκτήσουν το απολυτήριο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αλλά στη συνέχεια δεν βρίσκουν επαρκείς δυνατότητες πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση.
Ο αριθμός των αποφοίτων των τεχνολογικών και επαγγελματικών κατευθύνσεων έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, οι διαθέσιμες θέσεις στα αντίστοιχα ιδρύματα και προγράμματα ανώτερης τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης —όπως τα IUT και τα BTS στη Γαλλία— δεν έχουν αυξηθεί με τον ίδιο ρυθμό.
Ως αποτέλεσμα, πολλοί νέοι διοχετεύονται σε υπερπλήρη προγράμματα σπουδών χαμηλότερου κόστους, τα οποία συχνά δεν ανταποκρίνονται καθόλου στις ανάγκες και στις φιλοδοξίες τους.
Με τον τρόπο αυτό σπαταλιέται ανθρώπινο και οικονομικό δυναμικό.
Η εξέλιξη αυτή αντανακλά μια κοσμοαντίληψη που αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στις έντονες ανισότητες και στις κοινωνικές ιεραρχίες: σύμφωνα με τους υποστηρικτές του μακρονισμού, η εθνική ευημερία εξαρτάται από μια μικροσκοπική μειονότητα εξαιρετικά ικανών καινοτόμων και ηγετικών στελεχών.
Από όλους τους υπόλοιπους αναμένεται να κάνουν υπομονή, μέχρις ότου ο πλούτος αρχίσει κάποια στιγμή να διαχέεται από τα ανώτερα προς τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα.
Η κατάσταση επιδεινώνεται από το γεγονός ότι οι λιγοστές διαθέσιμες θέσεις στα προγράμματα σπουδών κατανέμονται και διαχειρίζονται μέσα από ένα εξαιρετικά αδιαφανές σύστημα, το οποίο βασίζεται σε έναν δυσνόητο αλγόριθμο της ηλεκτρονικής πλατφόρμας Parcoursup.
Και αυτό συμβαίνει παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις φοιτητών, οικογενειών, εκπαιδευτικών και ερευνητών για αλλαγή του συστήματος.
Όλες αυτές οι αντιφάσεις οξύνονται μέσα σε ένα περιβάλλον που εξακολουθεί να επιβαρύνεται από το φιάσκο της μεταρρύθμισης του λυκείου το 2019, την οποία προώθησε ο τότε υπουργός Παιδείας Ζαν-Μισέλ Μπλανκέ (Jean-Michel Blanquer).
Η μεταρρύθμιση εκείνη εισήγαγε ένα αδιαφανές σύστημα επιλογής μαθημάτων, το οποίο επηρεάζει τις μελλοντικές εκπαιδευτικές διαδρομές των μαθητών, καθώς και προγράμματα σπουδών με εντυπωσιακές αποκλίσεις μεταξύ τους.
Σε όλα αυτά προστίθενται οι επίμονες διαρθρωτικές ανισότητες μεταξύ των διαφόρων περιοχών της χώρας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ανάλυση της οικονομολόγου Άσμα Μπενχέντα (Asma Benhenda), η οποία βασίζεται σε στοιχεία μισθοδοσίας του γαλλικού εθνικού εκπαιδευτικού συστήματος.
Η ανάλυση δείχνει ότι στις προνομιούχες περιοχές, όπως το Παρίσι και το Ο-ντε-Σεν (Hauts-de-Seine), οι εκπαιδευτικοί με συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή όσοι βρίσκονται στην αρχή της επαγγελματικής τους σταδιοδρομίας αντιπροσωπεύουν μόλις το 10% του συνόλου.
Αντίθετα, σε φτωχότερα διαμερίσματα γύρω από την πρωτεύουσα, όπως το Σεν-Σεν-Ντενί (Seine-Saint-Denis) και το Βαλ-ντε-Μαρν (Val-de-Marne), το ποσοστό αυτό φτάνει το 50%.
Επιπλέον, η μέση αμοιβή ανά εκπαιδευτικό στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι περίπου 20% χαμηλότερη στις φτωχότερες περιοχές σε σύγκριση με τις πλουσιότερες.
Αυτό ισχύει ακόμη και αν ληφθούν υπόψη τα —ούτως ή άλλως πενιχρά— επιδόματα που χορηγούνται στους εκπαιδευτικούς οι οποίοι εργάζονται στις λεγόμενες «ζώνες εκπαιδευτικής προτεραιότητας».
Όταν ο υπουργός Παιδείας Εντουάρ Ζεφρέ (Édouard Geffray) εμφανίζεται στην τηλεόραση και ισχυρίζεται ότι το Σεν-Σεν-Ντενί χρηματοδοτείται καλύτερα από το Παρίσι στον τομέα της εκπαίδευσης, λαμβάνει υπόψη του αποκλειστικά το μέγεθος των σχολικών τάξεων, αγνοώντας τις διαφορές στις αποδοχές των εκπαιδευτικών.
Με τον τρόπο αυτό, απλούστατα δεν ανταποκρίνεται στα καθήκοντά του.
Στην πραγματικότητα, οι λιγότερο προνομιούχες περιοχές μπορεί να έχουν κάπως μικρότερα σχολικά τμήματα, αλλά διαθέτουν εκπαιδευτικούς με αισθητά λιγότερα προσόντα και μικρότερη επαγγελματική εμπειρία.
Είναι, επομένως, εξαιρετικά αμφίβολο κατά πόσο οι περιοχές αυτές ωφελούνται από τις ισχύουσες ρυθμίσεις.
Ζήτημα κατανομής του πλούτου
Για να δικαιολογήσουν την ανεπαρκή χρηματοδότηση της εκπαίδευσης και ιδιαίτερα τη μείωση των δαπανών ανά μαθητή και φοιτητή, η κυβέρνηση και οι υποστηρικτές της προβάλλουν το επιχείρημα ότι η Γαλλία απλώς δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να επενδύσει περισσότερα.
Πίσω από αυτή την επιχειρηματολογία βρίσκονται δύο εσφαλμένες παραδοχές.
Η πρώτη αφορά τη σχέση μεταξύ δημόσιου χρέους και ιδιωτικού πλούτου.
Είναι αλήθεια ότι το δημόσιο χρέος αυξήθηκε από το 20% του ΑΕΠ το 1970 σε περίπου 120% σήμερα.
Την ίδια στιγμή, όμως, ο ιδιωτικός πλούτος αυξήθηκε πολύ πιο θεαματικά: από το 300% στο 600% του ΑΕΠ.
Σε αυτό πρέπει να προστεθεί και η ακραία συγκέντρωση των μεγαλύτερων χρηματοοικονομικών περιουσιών.
Ο συνολικός καθαρός πλούτος της Γαλλίας —δηλαδή το άθροισμα των ιδιωτικών και δημόσιων περιουσιακών στοιχείων, από το οποίο αφαιρούνται τα ιδιωτικά και δημόσια χρέη— δεν ήταν ποτέ τόσο υψηλός.
Και αυτό ισχύει όχι μόνο σε απόλυτα μεγέθη, αλλά και ως ποσοστό του ΑΕΠ, το οποίο και το ίδιο δεν υπήρξε ποτέ υψηλότερο.
Με άλλα λόγια, η Γαλλία δεν ήταν ποτέ πλουσιότερη.
Το πρόβλημα που πρέπει να λυθεί είναι, πολύ απλά, ζήτημα κατανομής του πλούτου.
Το 1945, για παράδειγμα, όταν το δημόσιο χρέος ήταν ακόμη υψηλότερο από το σημερινό και οι ιδιωτικές περιουσίες είχαν αποδεκατιστεί εξαιτίας του πολέμου, η κατάσταση ήταν πολύ δυσκολότερη.
Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση δεν δίστασε να θεσπίσει έναν εθνικό φόρο αλληλεγγύης, με φορολογικούς συντελεστές που έφταναν σε αρκετές δεκάδες τοις εκατό για τις μεγαλύτερες περιουσίες.
Ανάλογοι φόροι θα μπορούσαν σήμερα να αποφέρουν πολύ περισσότερα έσοδα.
Όποιος υποστηρίζει ότι απλώς δεν υπάρχουν περιθώρια για περισσότερη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης έρχεται σε ευθεία αντίθεση τόσο με τα μαθηματικά όσο και με την ιστορία.
Η δεύτερη εσφαλμένη παραδοχή είναι ακόμη σοβαρότερη.
Είναι σαφές σε όλους ότι οι δαπάνες για την εκπαίδευση και την υγεία θα αυξάνονται τις επόμενες δεκαετίες με ταχύτερο ρυθμό από το ΑΕΠ.
Παραδόξως, όμως, ορισμένοι φαίνεται να πιστεύουν ταυτόχρονα ότι οι ιδιωτικές δαπάνες στους συγκεκριμένους τομείς είναι περισσότερο αποδοτικές ή ότι θα μπορούσαν να γίνουν περισσότερο αποδοτικές.
Ωστόσο, όλα τα ιστορικά και συγκριτικά στοιχεία που διαθέτουμε δείχνουν ότι ο δημόσιος, ο μη κερδοσκοπικός και ο συνεταιριστικός τομέας επιτυγχάνουν καλύτερα αποτελέσματα σε πολλούς τομείς —και ιδιαίτερα στην εκπαίδευση και στην υγεία— από όσα επιτυγχάνονται με βάση την κλασική καπιταλιστική λογική.
Η επανεπένδυση σε αυτούς τους τομείς σήμερα δεν αποτελεί μόνο ζήτημα δικαιότερης εξισορρόπησης των ανισοτήτων μεταξύ περιοχών και κοινωνικών τάξεων.
Αποτελεί επίσης σημαντικό παράγοντα για τη σταδιακή αποεμπορευματοποίηση και αποϋλοποίηση της οικονομίας, καθώς και για την οικοδόμηση ενός διαφορετικού αναπτυξιακού μοντέλου.
Ας ελπίσουμε ότι το σημερινό κίνημα θα συμβάλει ώστε αυτά τα ζητήματα να βρεθούν στο επίκεντρο της επικείμενης προεκλογικής εκστρατείας για τις προεδρικές εκλογές.
Πηγή – Εποχή









