Ροή ΕιδήσεωνBhaskar Sunkara: Η Σοσιαλδημοκρατία Κέρδισε τον Αιώνα και Έχασε το Μέλλον
Η σοσιαλδημοκρατία μεταμόρφωσε τον 20ό αιώνα, δίνοντας στους εργαζόμενους ένα μερίδιο πλούτου και εξουσίας που οι παππούδες τους δύσκολα θα μπορούσαν να φανταστούν. Όμως, το κίνημα που ξεκίνησε με σκοπό να ξεπεράσει τον καπιταλισμό,…
20 Οκτωβρίου 2026 · 23:54
Η σοσιαλδημοκρατία μεταμόρφωσε τον 20ό αιώνα, δίνοντας στους εργαζόμενους ένα μερίδιο πλούτου και εξουσίας που οι παππούδες τους δύσκολα θα μπορούσαν να φανταστούν. Όμως, το κίνημα που ξεκίνησε με σκοπό να ξεπεράσει τον καπιταλισμό, τελικά δυσκολεύτηκε να υπερασπιστεί όσα είχε κερδίσει στο εσωτερικό του.
Την περασμένη Κυριακή, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Σουηδίας (SAP) αναδείχθηκε ως το μεγαλύτερο κόμμα σε εκλογές που θα μείνουν στην ιστορία για όλους τους λάθος λόγους. Η Μαγκνταλένα Άντερσον ετοιμάζεται να επιστρέψει ως πρωθυπουργός, με τον τετρακομματικό της συνασπισμό να διαθέτει πλειοψηφία μόλις μίας έδρας σε ένα κοινοβούλιο 349 εδρών. Το SAP συγκέντρωσε μόλις το 28% των ψήφων, σημειώνοντας τη χειρότερη επίδοσή του εδώ και πάνω από 110 χρόνια.
Κάπως έτσι μοιάζει σήμερα η νίκη για το πιο επιτυχημένο εκλογικά κεντροαριστερό κόμμα στην ιστορία. Το SAP, από εκεί που ήταν πρωτοπόρο στη σοσιαλδημοκρατική διακυβέρνηση, κυβερνώντας σχεδόν αδιάλειπτα για μισό αιώνα και φτάνοντας στο σημείο να συζητά ακόμη και τη μεταβίβαση μεγάλων εταιρειών στην ιδιοκτησία των εργαζομένων, κατέληξε να λειτουργεί ως ένα ξεθωριασμένο ανάχωμα απέναντι στην ακροδεξιά, έχοντας στο πλευρό του λίγο περισσότερο από το ένα τέταρτο του εκλογικού σώματος.
Το σουηδικό «μοντέλο» μπορεί πλέον να περιγραφεί μόνο σε παρελθοντικό χρόνο. Το πώς συνέβη αυτό δεν είναι μια ιστορία προδοσίας. Είναι μια ιστορία για το τι μπορεί να επιτύχει μια στρατηγική μεταρρύθμισης του καπιταλισμού και για το σημείο όπου αυτή η στρατηγική προσκρούει στην ίδια τη δομή του καπιταλισμού.
Το 1976, ο Σουηδός Πρωθυπουργός Ούλοφ Πάλμε επισήμανε ότι υπήρχαν δύο δρόμοι για τους σοσιαλιστές: «Είτε να επιστρέψουν στον Στάλιν και τον Λένιν, είτε να ακολουθήσουν τον δρόμο που ενώνεται με την παράδοση της σοσιαλδημοκρατίας». Ως ηγέτης του κράτους που ενσάρκωνε τον δεύτερο, η επιλογή του ήταν προφανής. Το σουηδικό μοντέλο είχε τόσο μεγάλο κύρος που ακόμη και ένας Γκωλικός, όπως ο Γάλλος Πρόεδρος Ζορζ Πομπιντού, είχε δηλώσει ότι η ιδανική κοινωνία γι’ αυτόν ήταν «η Σουηδία — με λίγο περισσότερο ήλιο».
Όμως, αν και οι αποκλίνοντες δρόμοι του σοσιαλισμού φάνταζαν απόλυτα ξεκάθαροι στην εποχή του Πάλμε, τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι. Αμέσως μετά τη Ρωσική Επανάσταση, σημαντικές σοσιαλδημοκρατικές μειοψηφίες προσχώρησαν στα κομμουνιστικά κόμματα που δημιουργήθηκαν από τις διασπάσεις. Ωστόσο, οι περισσότεροι σοσιαλδημοκράτες απέρριψαν την εξέγερση και προσαρμόστηκαν στο δημοκρατικό πολίτευμα, θεωρώντας το ως την κατάλληλη πολιτική μορφή για τις φιλοδοξίες τους. Ταυτόχρονα, σχεδόν όλοι αυτοί οι σοσιαλδημοκράτες παρέμεναν δογματικά μαρξιστές και μοιράζονταν το όραμα του σοσιαλισμού. Τα κόμματά τους είχαν χτιστεί πάνω στο πρότυπο του Προγράμματος της Ερφούρτης του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (1891), το οποίο συνδύαζε έναν μέγιστο στόχο — την κοινωνικοποίηση όλης της ιδιωτικής παραγωγής — με ένα ελάχιστο πρόγραμμα άμεσων μεταρρυθμίσεων. Η κεντρική παραδοχή ήταν ότι η ίδια η ανάπτυξη του καπιταλισμού θα έφερνε τελικά τον πρώτο στόχο μέσα από τον δεύτερο. Για τους περισσότερους, αυτό σήμαινε μια εθνικοποιημένη οικονομία, όπου η τυραννία της αγοράς θα έδινε τη θέση της στον ορθολογικό σχεδιασμό. Ήθελαν να δημιουργήσουν ένα σύστημα που θα διαδεχόταν τον καπιταλισμό και αμφέβαλλαν για το πόσα πράγματα μπορούσαν πραγματικά να αλλάξουν εντός του καπιταλιστικού πλαισίου.
Η σοσιαλδημοκρατία δεν πέτυχε ποτέ τους τελικούς της στόχους, αλλά οι μεταρρυθμίσεις που επέφερε αποδείχθηκαν επιτυχείς πολύ πέρα από κάθε προσδοκία. Η Σουηδία τη δεκαετία του 1970 δεν ήταν απλώς η κοινωνία με το υψηλότερο βιοτικό επίπεδο στην ιστορία. Ήταν επίσης η ευρωπαϊκή χώρα όπου, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι σοσιαλιστές έφτασαν πιο μακριά από όλους στην υπονόμευση της δύναμης του κεφαλαίου. Ενώ οι καπιταλιστές ανησυχούσαν για τις απειλές του Νικίτα Χρουστσόφ (με το γνωστό χτύπημα του παπουτσιού του) ότι θα “θάψει” τη Δύση, μια άλλη απειλή για το κεφάλαιο αναδυόταν στη Σκανδιναβία. Εκεί, ο συνδυασμός ενός καθολικού κράτους πρόνοιας, της πλήρους απασχόλησης και των ισχυρών κεντρικών συνδικάτων έδωσε τεράστια δύναμη στην εργασία. Τα σουηδικά συνδικάτα έφτασαν μάλιστα στο σημείο να προτείνουν, το 1976, τη δημιουργία «ταμείων μισθωτών» που σταδιακά θα κοινωνικοποιούσαν τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Το πώς έφτασαν σε αυτό το σημείο οι Σουηδοί σοσιαλδημοκράτες, και το γιατί το πείραμά τους τελικά κατέρρευσε, είναι μια απίθανη, διδακτική ιστορία.
Σοσιαλιστές στην Εξουσία
Ωστόσο, για να κατανοήσουμε την επιτυχία της μεταπολεμικής Σουηδίας, πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε τις αποτυχίες της σοσιαλδημοκρατίας του Μεσοπολέμου και το σημαντικό μάθημα που αυτές προσφέρουν σχετικά με τις παγίδες που συναντούν οι σοσιαλιστές όταν κυβερνούν χωρίς ένα σχέδιο για την επίτευξη οικονομικών και πολιτικών αλλαγών.
Στους Ευρωπαίους σοσιαλιστές παρουσιάστηκε η ευκαιρία να περάσουν από την αντιπολίτευση στην εξουσία πιο γρήγορα από ό,τι πολλοί φαντάζονταν. Βγήκαν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο με τεράστια νομιμοποίηση — σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στη Γερμανία, επειδή οι ελίτ είχαν απαξιωθεί· σε άλλες, εν μέρει λόγω της δικής τους υποστήριξης στον εθνικό αγώνα κατά τη διάρκεια του πολέμου. Όπως το έθεσε ο Καρλ Κάουτσκι το 1924, «Είχαμε μάθει πώς να είμαστε αντιπολίτευση» πριν από τον πόλεμο. Τώρα «έπρεπε να αναλάβουμε την Κυβέρνηση, και αυτό με την πληρέστερη έννοια· στη βιομηχανία, στις τοπικές κοινωνίες, στο Κράτος». Όμως το κόμμα του, όπως και άλλα σοσιαλιστικά κόμματα κατά τα χρόνια του Μεσοπολέμου, κυβέρνησε μόνο μέσω κυβερνήσεων μειοψηφίας ή συνασπισμού.
Τα αριστερά κόμματα είχαν ποικίλη επιτυχία στην προώθηση δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων. Προσπάθησαν να άρουν κάθε υφιστάμενο εμπόδιο για την καθολική ψηφοφορία και να εκδημοκρατίσουν τις άνω βουλές των κοινοβουλίων. Οι μοναρχίες που επιβίωσαν σε όλη την Ευρώπη απογυμνώθηκαν από την πολιτική τους εξουσία. Όπως και ο προκάτοχός του Ζαν Ζωρές, ο Γάλλος σοσιαλιστής Λεόν Μπλουμ έβλεπε το δημοκρατικό κράτος ως ένα εργαλείο για να «καθοριστεί, να προστατευθεί και να διασφαλιστεί η κατάσταση της εργατικής τάξης».
Το ριζοσπαστικό όνειρο —η αντικατάσταση του καπιταλισμού με μια σοσιαλιστική οικονομία που θα λειτουργούσε για το κοινό καλό— παρέμενε ζωντανό. Στα αμέσως μεταπολεμικά χρόνια, τα απεργιακά κύματα δημιούργησαν πρόσφορο έδαφος για νέα αιτήματα, και με το ξέσπασμα της Μεγάλης Ύφεσης, η καπιταλιστική κατάρρευση έγινε πραγματικότητα. Η εθνικοποίηση των μεγάλων επιχειρήσεων και η εισαγωγή του οικονομικού σχεδιασμού θα αποτελούσαν τα πρώτα βήματα. Ωστόσο, οι σοσιαλδημοκράτες είχαν μόνο μια αμυδρή ιδέα για το τι ακριβώς ήθελαν να κάνουν.
Πράγματι, εκτός της Γαλλίας, καμία επιχείρηση δεν εθνικοποιήθηκε από τη σοσιαλδημοκρατία του Μεσοπολέμου σε ομοσπονδιακό επίπεδο (παρά τη συμμετοχή των σοσιαλιστών σε οκτώ ακόμη κυβερνήσεις της Δυτικής Ευρώπης). Αντίθετα, οι σοσιαλιστές συγκρότησαν επιτροπές για να μελετήσουν το θέμα, παλεύοντας για πρώτη φορά με τις τεχνικές δυσκολίες της οικοδόμησης μιας νέας πολιτικής οικονομίας. Δεν προέκυψαν πολλά από αυτές τις επιτροπές, και ακόμη και ο Κάουτσκι αναγκάστηκε μέσα σε λίγα χρόνια να παραδεχτεί ότι «η δημιουργία μιας σοσιαλιστικής οργάνωσης δεν είναι, επομένως, μια τόσο απλή διαδικασία όσο νομίζαμε».
Η βρετανική κυβέρνηση των Εργατικών της περιόδου 1929–31 υπό τον Ράμσεϊ ΜακΝτόναλντ αποτέλεσε το πιο ακραίο παράδειγμα της μεσοπολεμικής ματαιότητας. Το Εργατικό Κόμμα ήταν από καιρό πιο μετριοπαθές σε σύγκριση με πολλά από τα ευρωπαϊκά του αντίστοιχα· το κόμμα απέρριπτε τον μαρξισμό και από την αρχή λειτουργούσε μέσα σε ένα φιλελεύθερο-συνταγματικό πλαίσιο. Ήταν ένα κόμμα καθοδηγούμενο από τα συμφέροντα των συνδικάτων και δεν είχε τις ίδιες ριζοσπαστικές ιδεολογικές επιρροές με το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD). Για χρόνια η Δεύτερη Διεθνής απέρριπτε την ένταξη των Εργατικών λόγω της έμφασης που έδιναν στην ταξική συνεργασία, όμως το κόμμα έκανε μια στροφή προς τα αριστερά μετά τον Μεγάλο Πόλεμο. Το Άρθρο 4 του καταστατικού του, που υιοθετήθηκε το 1918, έκανε έκκληση για την «κοινή ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, διανομής και ανταλλαγής».
Η πρώτη θητεία του κόμματος στην εξουσία ήρθε μετά τις γενικές εκλογές του 1923, στις οποίες οι Εργατικοί κέρδισαν πάνω από ένα εκατομμύριο λιγότερες ψήφους από το Συντηρητικό Κόμμα, αλλά κατάφεραν να σχηματίσουν κυβέρνηση μειοψηφίας με την υποστήριξη των Φιλελευθέρων. Το πείραμα διήρκεσε μόλις δέκα μήνες, και διαθέτοντας λιγότερο από το ένα τρίτο των εδρών στο Κοινοβούλιο, ο ΜακΝτόναλντ δεν μπόρεσε να περάσει τίποτα περισσότερο από ήσσονος σημασίας μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση, τη στέγαση και την απασχόληση. Μια κυβέρνηση μειοψηφίας έχει πάντα βραχύ βίο, αλλά οι Εργατικοί είχαν επίσης να αντιμετωπίσουν μια αντικομμουνιστική εκστρατεία κινδυνολογίας από τους Συντηρητικούς, η οποία έβαζε στο στόχαστρο τα ήπια διπλωματικά τους ανοίγματα προς τη νεοσύστατη Σοβιετική Ένωση.
Το 1929, το Εργατικό Κόμμα κατήλθε στις εκλογές με ένα πρόγραμμα που ζητούσε την κατασκευή δημόσιων έργων και τη μείωση της εβδομάδας εργασίας για την καταπολέμηση της ανεργίας. Επιβραβεύτηκε με κέρδος 136 εδρών, καθιστώντας το, το πρώτο κόμμα στο Κοινοβούλιο, αν και δεν διέθετε αυτοδυναμία. Για άλλη μια φορά, οι Εργατικοί εξαρτώνταν από την υποστήριξη του Κόμματος των Φιλελευθέρων.
Η δεύτερη κυβέρνηση του ΜακΝτόναλντ σχηματίστηκε τον Ιούνιο του 1929, λίγους μόλις μήνες πριν από την έναρξη της Μεγάλης Ύφεσης. Η συγκυρία δεν θα μπορούσε να είναι χειρότερη για τη μεταρρυθμιστική ατζέντα των Εργατικών. Καθώς η ανεργία αυξανόταν, η ηγεσία του κόμματος προσκολλήθηκε σε μια άκαμπτη οικονομική ορθοδοξία αντί να επεκτείνει το πρόγραμμα δημόσιων έργων. Οι ηγέτες ήθελαν να καθησυχάσουν τις αγορές, ενώ αντιμετώπιζαν μαζική φυγή κεφαλαίων από τη στερλίνα και ένα αυξανόμενο έλλειμμα. Υποστηρίζοντας τη λιτότητα, ο ΜακΝτόναλντ έκρινε ότι η υπεράσπιση του νομίσματος ήταν πιο επείγον καθήκον από την καταπολέμηση της ανεργίας, και ότι η διατήρηση του ελεύθερου εμπορίου και ο «αυστηρότατος σεβασμός» στην κυρίαρχη οικονομική λογική θα επέτρεπαν με τον καιρό την απορρόφηση των ανέργων πίσω στη βιομηχανία. Το άμεσο καθήκον τους ήταν να αποφύγουν το ναυάγιο της δημοκρατίας «στον σκληρό βράχο των οικονομικών».
Ο ίδιος ο ΜακΝτόναλντ προερχόταν από εξαιρετικά ταπεινή καταγωγή, ωστόσο συγκρούστηκε με τα συνδικάτα και έβλεπε τον εαυτό του ως έναν υπεύθυνο διαχειριστή ολόκληρης της κοινωνίας και όχι απλώς μιας τάξης. Ορισμένοι βουλευτές των Εργατικών που βρίσκονταν πιο κοντά στα συνδικάτα αντιτάχθηκαν στις περικοπές των επιδομάτων ανεργίας και πρόνοιας, υποστηρίζοντας αντίθετα την αύξηση του κρατικού σχεδιασμού και των δαπανών. Αν και είχαν πολύ διαφορετικούς πολιτικούς στόχους από αυτούς του ΜακΝτόναλντ, το μεγαλύτερο μέρος της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς συμμεριζόταν την πεποίθηση της ηγεσίας του κόμματος ότι δεν μπορούσαν να γίνουν και πολλά μέσω της κυβέρνησης. «Ανεξάρτητα από το πόσο ικανοί, πόσο ειλικρινείς και πόσο συμπονετικοί μπορεί να είναι οι άνδρες και οι γυναίκες των Εργατικών που αναλαμβάνουν να διαχειριστούν τον καπιταλισμό, ο καπιταλισμός θα οδηγήσει το εγχείρημά τους στην καταστροφή», ανέφερε ένα άρθρο στο Socialist Standard του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Μεγάλης Βρετανίας.
Η κυβέρνηση του ΜακΝτόναλντ κυβέρνησε χωρίς να επιχειρήσει να φέρει μια σοσιαλιστική εναλλακτική και χωρίς να πιστεύει ότι μπορούσε να μεταρρυθμίσει το υπάρχον σύστημα. Στην καλύτερη περίπτωση, καθησύχαζε τους εργαζόμενους ότι δεν θα ζητούνταν μόνο από αυτούς θυσίες σε μια δύσκολη εποχή, αλλά αυτή η μοιρολατρία συνέβαλε στο να οδηγηθούν οι Εργατικοί στην καταστροφή. Τον Αύγουστο του 1931, ο ΜακΝτόναλντ ήρθε σε ρήξη με το κόμμα του και σχημάτισε «Εθνική Κυβέρνηση» με τους Συντηρητικούς και τους Φιλελεύθερους. Τον Οκτώβριο, αυτός ο συνασπισμός πέτυχε μια σαρωτική νίκη, ενώ οι Εργατικοί υπέστησαν συντριπτική ήττα.
Ήταν ο οικονομολόγος Τζον Μέιναρντ Κέινς, ένας φιλελεύθερος που θεωρούσε τους σοσιαλιστές καλοπροαίρετους ηλίθιους, εκείνος που παρουσίασε την καλύτερη προσέγγιση της εποχής για την τιθάσευση του καπιταλισμού. Οι μέθοδοι που διατυπώθηκαν στο έργο του το 1936, Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος, μόλις εφαρμόστηκαν, βοήθησαν στην τόνωση της απασχόλησης, τη διασφάλιση παραγωγικών επενδύσεων και τον μετριασμό των κρίσεων. Πριν από την Κεϋνσιανή Επανάσταση, η κυρίαρχη κλασική θεωρία υποστήριζε ότι οι κυκλικές διακυμάνσεις της παραγωγής και της απασχόλησης θα αυτορρυθμίζονταν — καθώς η συνολική ζήτηση έπεφτε, η παραγωγή και η απασχόληση θα μειώνονταν, μαζί με τις τιμές και τους μισθούς. Οι χαμηλότερες τιμές και οι μισθοί θα ενθάρρυναν στη συνέχεια τους καπιταλιστές να προβούν σε κεφαλαιουχικές επενδύσεις που θα δημιουργούσαν θέσεις εργασίας, αποκαθιστώντας την ανάπτυξη. Οποιαδήποτε παρέμβαση σε αυτόν τον κύκλο θα παράτεινε απλώς την αγωνία για τους εργαζόμενους. Η Μεγάλη Ύφεση, ωστόσο, δεν υποχωρούσε. Οι μισθοί ήταν χαμηλοί, αλλά η ανεργία παρέμενε σε υψηλά επίπεδα. Ο Κέινς υποστήριξε μια αντικυκλική δημοσιονομική απάντηση: ελλειμματικές δαπάνες, φορολογικές περικοπές και άλλα μέτρα για την τόνωση της συνολικής ζήτησης κατά τη διάρκεια μιας ύφεσης, καθώς και αυξήσεις φόρων και περικοπές δαπανών όταν οι καιροί ήταν καλοί.
Κατά τη διάρκεια της δεύτερης κυβέρνησης του ΜακΝτόναλντ, ωστόσο, ο Κέινς δεν είχε ακόμη δημοσιεύσει τη Γενική Θεωρία του, αν και ήδη υποστήριζε τα δημόσια έργα για την καταπολέμηση της ανεργίας. Ακριβώς όπως οι εργάτες που εμπνεύστηκαν από τον Φερντινάντ Λασάλ τον 19ο αιώνα είχαν κολλήσει στον «σιδερένιο νόμο των μισθών» που περιόριζε τα κέρδη του συνδικαλισμού, το να απαλλαγεί το εργατικό κίνημα του 20ού αιώνα από τις αυταπάτες των ορθόδοξων οικονομικών θα απαιτούσε μεγάλο αγώνα. Δύο χρόνια μετά το συγκαταβατικό του σχόλιο για την «ειλικρινή» προσπάθεια του Εργατικού Κόμματος του ΜακΝτόναλντ, το Socialist Standard θα κοίταζε πίσω στην κυβερνητική εμπειρία ως οριστική απόδειξη ότι «δεν είναι δυνατόν το Εργατικό Κόμμα ή οποιοδήποτε άλλο κόμμα να διαχειριστεί τον καπιταλισμό με τέτοιο τρόπο ώστε τα προβλήματα των εργαζομένων να μπορούν να λυθούν στο πλαίσιο του υπάρχοντος συστήματος».
Τα Όρια του Λαϊκού Μετώπου
Η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου υπό τον Γάλλο σοσιαλιστή ηγέτη Λεόν Μπλουμ (1936–37) ήταν πιο αποφασισμένη από εκείνη του ΜακΝτόναλντ να επιφέρει αλλαγές. Οι Γάλλοι σοσιαλιστές είχαν χάσει μεγάλο μέρος της βιομηχανικής τους βάσης προς όφελος του νέου κομμουνιστικού κινήματος, ωστόσο παρέμεναν σε μεγάλο βαθμό μαρξιστές. Ανασυγκροτώντας τις κομματικές υποδομές καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920, ο Μπλουμ πάλευε με το ερώτημα του γιατί και υπό ποιες προϋποθέσεις ένας σοσιαλιστής θα έμπαινε στην κυβέρνηση. Έκανε διάκριση μεταξύ της «άσκησης της εξουσίας» (ανάληψη κυβερνητικών καθηκόντων για την προετοιμασία του εδάφους για τον σοσιαλισμό) και της «κατάκτησης της εξουσίας» (η πραγματική διάλυση του καπιταλισμού). Εντέλει, ο Μπλουμ συμβιβάστηκε με την «κατάληψη της εξουσίας», προκειμένου να την κρατήσει μακριά από τα χέρια των φασιστών.
Όταν ο ριζοσπάστης Εβραίος Μπλουμ ανέβηκε στην εξουσία το 1936, ο αντισημίτης πολιτικός Ξαβιέ Βαλά παραπονέθηκε: «Για πρώτη φορά αυτή η αρχαία γαλατορωμαϊκή γη θα κυβερνηθεί από έναν Εβραίο». Λίγο πριν αναλάβει την πρωθυπουργία, ένας ακροδεξιός όχλος έσυρε τον Μπλουμ έξω από ένα αυτοκίνητο και τον ξυλοκόπησε σχεδόν μέχρι θανάτου. Μια φωτογραφία του, με πολλούς επιδέσμους και πρησμένα χαρακτηριστικά, κοσμούσε το εξώφυλλο του περιοδικού Time στις 9 Μαρτίου του 1936.
Οι αντιδραστικοί μισούσαν τον Μπλουμ τόσο επειδή ήταν Εβραίος όσο και επειδή ήταν σοσιαλιστής. Ο ίδιος θα μπορούσε να αντιτείνει ότι οι άμεσες φιλοδοξίες του δεν ήταν και τόσο προκλητικές. Το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα στήριξε την κυβέρνηση του Μπλουμ, αλλά, παρά τις επιθυμίες του ίδιου του πρωθυπουργού και της δικής του κομματικής ηγεσίας, πιέστηκε από τη Μόσχα να παραμείνει εκτός του υπουργικού συμβουλίου.
Υπό την επιρροή της στρατηγικής της «Τρίτης Περιόδου» της Κομιντέρν, από το καλοκαίρι του 1928 μέχρι ένα-δύο χρόνια μετά την άνοδο του ναζισμού το 1933, τα κομμουνιστικά κόμματα θεωρούσαν τους ρεφορμιστές σοσιαλδημοκράτες ως τον πρωταρχικό τους εχθρό. Έφτασαν μάλιστα στο σημείο να τους αποκαλούν «σοσιαλφασίστες». Όμως, μέχρι το 1934, οι σχέσεις μεταξύ σοσιαλιστών και κομμουνιστών στη Γαλλία είχαν γίνει πιο συντροφικές.
Σε μια δραματική μεταστροφή, η Κομιντέρν άρχισε να αναζητά συμμαχίες —«λαϊκά μέτωπα»— με άλλα αριστερά κινήματα όπου αυτό ήταν εφικτό. Η δικαιολογία για την παραμονή των κομμουνιστών εκτός της κυβέρνησης του Μπλουμ το 1936 δεν ήταν η προσήλωση στην «αριστερή καθαρότητα». Στην πραγματικότητα, ο Ιωσήφ Στάλιν ανησυχούσε ότι τυχόν κομμουνιστική συμμετοχή θα τρόμαζε το κεντρώο Ριζοσπαστικό Κόμμα, με αποτέλεσμα να αποσύρει την υποστήριξή του στο Λαϊκό Μέτωπο.
Η εκλογή της σοσιαλιστικής κυβέρνησης του Μπλουμ, ωστόσο, πυροδότησε ένα μαζικό κύμα εργατικών κινητοποιήσεων. Πάνω από δύο εκατομμύρια εργάτες συμμετείχαν σε απεργίες, καταλαμβάνοντας εργοστάσια και παραλύοντας την παραγωγή. Ο Μαρσό Πιβέρ, ηγέτης της ριζοσπαστικής αριστερής πτέρυγας του Σοσιαλιστικού Κόμματος, διακήρυξε ότι στο νέο περιβάλλον «όλα είναι πιθανά». Επιχειρηματικοί κύκλοι απηύθυναν έκκληση στον Μπλουμ να αποκαταστήσει την τάξη. Το αποτέλεσμα ήταν οι Συμφωνίες του Ματινιόν, οι οποίες εξασφάλισαν συλλογικές συμβάσεις εργασίας, ενίσχυσαν τη συνδικαλιστική προστασία και πρόσφεραν ουσιαστικές αυξήσεις μισθών. Ξεχωριστή νομοθεσία κατοχύρωσε για τους Γάλλους εργάτες την εβδομάδα των 40 ωρών και δύο εβδομάδες άδειας μετ’ αποδοχών. Εξαντλημένοι αλλά πανευτυχείς, εκατομμύρια άνθρωποι συνέρρευσαν στην ύπαιθρο και στη θάλασσα για πρώτη φορά εκείνο το καλοκαίρι. Η αξιοπρέπεια που προσέφεραν αυτές οι μεταρρυθμίσεις στους εργαζόμενους ήταν αδιαμφισβήτητη. Παρόλο που αποτελούσαν προϊόν μιας εξέγερσης της βάσης, και όχι του επίσημου προγράμματος του Μπλουμ, δεν θα μπορούσαν να είχαν εφαρμοστεί αν το Λαϊκό Μέτωπο δεν βρισκόταν στην εξουσία.
Οι μεταρρυθμίσεις περιείχαν, ωστόσο, και τα σπέρματα της ίδιας τους της ανατροπής. Οι εργατικές αναταράξεις του Μαΐου και του Ιουνίου του 1936 προκάλεσαν φυγή κεφαλαίων και μια αντεπίθεση της εργοδοσίας απέναντι στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων. Με την πολιτική αστάθεια να κορυφώνεται, οι εταίροι του συνασπισμού του Μπλουμ από τη μεσαία τάξη εγκατέλειψαν τον αγώνα. Ο ηγέτης δεν διέθετε ούτε την υποστήριξη ούτε την αποφασιστικότητα να επιδιώξει πιο ριζοσπαστικά μέτρα, ή να προσφέρει επαρκή βοήθεια στους σοσιαλιστές και δημοκρατικούς συντρόφους του που πολεμούσαν σε έναν αιματηρό εμφύλιο ενάντια στους φασίστες στην Ισπανία. Ο Μπλουμ εκδιώχθηκε ξανά από την εξουσία το 1938, διατεινόμενος διαρκώς σε μια προσπάθεια απολογίας ότι επιχείρησε απλώς να είναι ένας «πιστός διαχειριστής του καπιταλισμού».
Ο Μπλουμ ίσως τελικά αδικούσε ο ίδιος τις μεταρρυθμίσεις και το ριζοσπαστικό του όραμα. Όμως, όντας ανίκανο να προστατεύσει τις πολιτικές του, το Λαϊκό Μέτωπο στη Γαλλία στο τέλος δεν ήταν πολύ πιο επιτυχημένο από τις δύο πρώτες κυβερνήσεις του βρετανικού Εργατικού Κόμματος. Ήταν μόνο στη Σουηδία όπου οι σοσιαλιστές του Μεσοπολέμου κατάφεραν να αμφισβητήσουν σοβαρά τη δημοσιονομική ορθοδοξία. Οι Σουηδοί οικονομολόγοι ακολουθούσαν από καιρό ετερόδοξες οικονομικές ιδέες, και με αφετηρία τη δεκαετία του 1930, το SAP (Σουηδικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα) τις έκανε πράξη.
Η Οικοδόμηση του Σουηδικού Μοντέλου
Οι ιστορικές αφηγήσεις για την άνοδο της σοσιαλδημοκρατίας στη Σουηδία εστιάζουν συχνά στα εξαιρετικά χαρακτηριστικά της χώρας. Συχνά γίνεται επίκληση στην πολιτική της κουλτούρα, την περιορισμένη κρατική καταστολή, ακόμη και στη φυλετική της ομοιογένεια. Όμως, σε γενικές γραμμές, η αριστερά της χώρας αντιμετώπισε παρόμοιες προκλήσεις με τις αντίστοιχες αριστερές δυνάμεις αλλού· απλώς κατάφερε να βρει τρόπους να τις ξεπεράσει. Μια σημαντική διαφορά ήταν ότι το έθνος γνώρισε την εκβιομηχάνιση σχετικά αργά, στη δεκαετία του 1870. Ο συνδικαλισμός επεκτάθηκε τις επόμενες δεκαετίες και η Σουηδική Συνομοσπονδία Συνδικάτων (LO) ιδρύθηκε το 1898. Αυτή η σχετικά καθυστερημένη ανάπτυξη έδωσε στους υποστηρικτές του βιομηχανικού συνδικαλισμού μεγαλύτερα περιθώρια να οργανωθούν ξεπερνώντας τους παλιούς συντεχνιακούς διαχωρισμούς.
Το αργοπορημένο ξεκίνημα σήμαινε ότι ο σουηδικός συνδικαλισμός αναπτύχθηκε εξ αρχής υπό την ιδεολογική επιρροή του σοσιαλισμού — το SAP (Σουηδικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα) ιδρύθηκε το 1889, την ίδια χρονιά με τη Δεύτερη Διεθνή. Οι ιδρυτές του κόμματος προσελκύστηκαν στον σοσιαλισμό μέσα από το παράδειγμα των κινημάτων στη Δανία και τη Γερμανία, και η ιδεολογία ρίζωσε γρήγορα στη Σουηδία. Οι σοσιαλιστές αντιμετώπισαν την αδιάλλακτη αντίθεση των ελίτ. Χαρακτηριστικό είναι ένα άρθρο των New York Times του 1902 που περιέγραφε μάχες μεταξύ εργατών και καπιταλιστών, καθώς και τους φόβους για την «τρομερή κόκκινη σημαία» που κυμάτιζε σε μια Σουηδία η οποία συναγωνιζόταν μόνο τη Ρωσία ως «η πιο φεουδαρχική και ολιγαρχική χώρα στην Ευρώπη». Με παρόμοιο τρόπο, στα κείμενα του SAP η Σουηδία περιγραφόταν ως ένα «οπλισμένο φτωχοκομείο».
Η Σουηδία δεν παραχώρησε καθολικό δικαίωμα ψήφου στους άνδρες παρά μόνο στις αρχές του 20ού αιώνα, πράγμα που σήμαινε ότι, όπως και οι Μπολσεβίκοι, οι Σουηδοί σοσιαλιστές αναγκάστηκαν να επικεντρώσουν τις περισσότερες από τις αρχικές τους προσπάθειες στους χώρους δουλειάς και όχι στο κοινοβούλιο. Στον πολιτικό αγώνα για τις αστικές μεταρρυθμίσεις, οι σοσιαλιστές αποδείχθηκαν ικανότεροι από τους φιλελεύθερους της χώρας. Όπως και στη Γερμανία, η περιορισμένη δύναμη των εκλεγμένων αντιπροσώπων λειτούργησε επίσης ανασταλτικά, καλύπτοντας τις πιθανές διαφορές μεταξύ μιας δυνητικά δεξιάς κοινοβουλευτικής πτέρυγας και των πιο ριζοσπαστικών δυνάμεων. Ωστόσο, στη Σουηδία, υπό την ηγεσία του Γιάλμαρ Μπράντινγκ, οι Σοσιαλδημοκράτες κατάφεραν να διατηρήσουν έναν σχετικά σταθερό, πολυσυλλεκτικό χαρακτήρα και να οικοδομήσουν παραγωγικές συμμαχίες με φιλελεύθερες και αγροτικές δυνάμεις.
Παρά τις κάποιες ρεφορμιστικές τάσεις, το σουηδικό κίνημα χτίστηκε από νωρίς πάνω σε σοσιαλιστικά ιδεολογικά θεμέλια: υποστήριζε πολιτικές που γεφύρωναν το χάσμα μεταξύ των τεχνιτών και των βιομηχανικών εργατών και έδινε έμφαση στην ανύψωση των πιο κακοπληρωμένων. Οι Σοσιαλδημοκράτες έδιναν σταθερά προτεραιότητα σε καθολικά προγράμματα —προς όφελος τόσο των φτωχών όσο και των αγροτών— και όχι μόνο στα στενά συντεχνιακά συμφέροντα των εργατών. Αντί να αναζητούν εύκολες λύσεις στα πρώτα χρόνια της αντιπολίτευσης, οι Σουηδοί σοσιαλιστές άρχισαν να χτίζουν μια ηγεμονία πολύ πιο ανθεκτική από εκείνη των άλλων κομμάτων της Δεύτερης Διεθνούς.
Μέχρι τη δεκαετία του 1920, τα πράγματα πήγαιναν σύμφωνα με το σχέδιο: ο αγώνας για την πολιτική δημοκρατία είχε στεφθεί σε μεγάλο βαθμό με επιτυχία και, ως αποτέλεσμα, το κόμμα απολάμβανε μια διαρκώς αυξανόμενη εκλογική εντολή. Οι πρώτες κυβερνήσεις μειοψηφίας του SAP, ωστόσο, αποδείχθηκαν ανίκανες να εγκαινιάσουν τη δεύτερη φάση — την ουσιαστική επικράτηση της σοσιαλδημοκρατίας. Αυτό άρχισε να αλλάζει το 1932, όταν το κόμμα ξεκίνησε μια πορεία μισού αιώνα σχεδόν αδιάλειπτης διακυβέρνησης. Το SAP είχε κάνει προεκλογική εκστρατεία με κεντρικό άξονα την επέκταση των δημόσιων έργων και τη μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση στην οικονομία και, μετά την ανάληψη της εξουσίας, άρχισε να εφαρμόζει ορισμένες από τις αντικυκλικές πολιτικές που είχαν εγκαταλειφθεί από τους σοσιαλιστές αλλού.
Η πραγματική τομή, ωστόσο, ήρθε αργότερα μέσα στη δεκαετία, όταν το SAP σχημάτισε κοινοβουλευτικό συνασπισμό με το Κόμμα των Αγροτών, και η LO διαπραγματεύτηκε τη Συμφωνία του Σάλτσγιομπαντεν του 1938, γνωστή και ως Βασική Συμφωνία, με την ισχυρή Σουηδική Συνομοσπονδία Εργοδοτών (SAF). Ο συγκερασμός των συμφερόντων της εργατικής τάξης με αυτά των μικρών αγροτών σήμαινε ότι οι εθνικοποιήσεις έβγαιναν από το τραπέζι προς το παρόν. Η συμφωνία αυτή εδραίωσε έναν συμβιβασμό τα θεμέλια του οποίου είχαν τεθεί το 1906, όταν η LO αναγνώρισε το «δικαίωμα στη διοίκηση» της εργοδοσίας —δηλαδή το να διευθύνει την εργασιακή διαδικασία και να λαμβάνει αποφάσεις για το προσωπικό— με αντάλλαγμα την αναγνώριση από τους εργοδότες του δικαιώματος των εργαζομένων να οργανώνονται συνδικαλιστικά. Σταδιακά, ο οικονομικός σχεδιασμός επαναπροσδιορίστηκε: από τις κρατικές εθνικοποιήσεις πέρασε στο πεδίο των δημόσιων επενδύσεων και των οικονομικών προβλέψεων.
Το κόμμα είχε κάνει μια σημαντική στροφή από την εκπροσώπηση των στενών συμφερόντων των εργαζομένων ως αντιπολίτευση, προς την οικοδόμηση ενός συνεργατικού «σπιτιού του λαού» (folkhemmet) για ολόκληρο τον πληθυσμό. Αναγνώρισε ότι η ευημερία εξαρτιόταν από την ανάπτυξη και ότι δεν υπήρχε άμεση εναλλακτική λύση στην ιδιωτική επιχειρηματικότητα. Πολύ παλαιότερα, το 1897, εν μέσω σφοδρών βιομηχανικών συγκρούσεων, οι Σουηδοί σοσιαλιστές είχαν θέσει ως διακηρυγμένο στόχο τους «την προώθηση και ανάπτυξη του πνευματικού και υλικού πολιτισμού». Εκείνη την εποχή, θεωρούσαν την εθνικοποίηση ως το δεδομένο μέσο για την επίτευξή του, ωστόσο ο ίδιος ο στόχος ήταν πιο ευρύς. Σε αντίθεση με το Εργατικό Κόμμα του ΜακΝτόναλντ, όμως, οι Σουηδοί σοσιαλιστές δεν συνθηκολόγησαν με την αγορά ως είχε, αλλά έκαναν μια ριζοσπαστική προσπάθεια να αλλάξουν τον τρόπο λειτουργίας της.
Το σουηδικό μοντέλο ωρίμασε μετά τον πόλεμο. Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του «μεταπολεμικού» προγράμματος του SAP το 1944, ο Υπουργός Οικονομικών Έρνστ Βίγκφορς υποστήριξε ότι το πραγματικό πρόβλημα ήταν η συγκέντρωση της οικονομικής εξουσίας, και όχι απαραίτητα η ίδια η ιδιωτική ιδιοκτησία. Ήταν μια ακόμη παραδοχή ότι το κύριο ζήτημα της Σουηδίας ήταν η υπανάπτυξη και ότι ήταν προτιμότερο για την εργασία να μοιραστεί ένα μέρος μιας μεγαλύτερης, αναπτυσσόμενης πίτας με τους καπιταλιστές, παρά να προσπαθήσει να αρπάξει ολόκληρη μια μικρή πίτα.
Ωστόσο, το SAP δεν απέκλειε την άμεση κοινωνικοποίηση της οικονομίας, σε περίπτωση που η τιθασευμένη ιδιωτική αγορά δεν αποδεικνυόταν συμβατή με τις αξίες και τους στόχους του κόμματος. Οι συζητήσεις εκείνης της εποχής φανερώνουν ένα κόμμα που έπαιρνε ακόμα πολύ σοβαρά τη δέσμευσή του στον σοσιαλισμό. Ορισμένοι σοσιαλιστές συμμερίζονταν μάλιστα την προσδοκία του Υπουργού Κοινωνικών Υποθέσεων Γκούσταβ Μέλερ ότι ίσως ακολουθούσε ένα κύμα επαναστάσεων με τη λήξη του πολέμου, το οποίο θα ωρίμαζε τις συνθήκες για ένα πιο παραδοσιακό σοσιαλιστικό πρόγραμμα.
Με την εκλογική δύναμη των Κομμουνιστών να τριπλασιάζεται φτάνοντας το 10%, η συνολική Αριστερά διέθετε την απόλυτη πλειοψηφία στις εκλογές του 1944. Και ακόμη και σε μια περίοδο με έκτακτους ελέγχους σε μισθούς, τιμές και κατανάλωση, ο κεντρικός σχεδιασμός ασκούσε τεράστια γοητεία. Παρά τις διαβεβαιώσεις του Βίγκφορς για τον συνεχιζόμενο ρόλο του ιδιωτικού κεφαλαίου, το πρόγραμμα του 1944 υποστήριζε την ανάληψη του ελέγχου βασικών βιομηχανιών και του χρηματοπιστωτικού τομέα από το κράτος, καθώς και τη συνολική κρατική ευθύνη για τη διαμόρφωση των επενδύσεων και τη διατήρηση της πλήρους απασχόλησης. Ο οικονομολόγος και Υπουργός Εμπορίου Γκούναρ Μίρνταλ έκανε λόγο για μια «εποχή θερισμού» για το εργατικό κίνημα, κατά την οποία οι καρποί της πρόσφατης οικονομικής ανάπτυξης θα κατέληγαν στους εργάτες. Ωστόσο, η ώθηση για εθνικοποιήσεις συνάντησε την αντίσταση μιας καπιταλιστικής τάξης που μπορούσε με αξιόπιστο τρόπο να απειλήσει με «απεργία» επενδύσεων. Αυτό το κλίμα, σε συνδυασμό με την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, μετρίασε τις διαθέσεις του SAP, το οποίο εγκατέλειψε μια πιθανή συμμαχία με τους Κομμουνιστές υπέρ ενός νέου συνασπισμού με το Κόμμα των Αγροτών.
Ισότητα Χωρίς Απαλλοτριώσεις
Με την πορεία προς την κοινωνικοποίηση μπλοκαρισμένη, το κόμμα τελικά υιοθέτησε ένα σχέδιο του 1951, το οποίο εκπονήθηκε από τους οικονομολόγους της LO (Σουηδική Συνομοσπονδία Συνδικάτων), Γκέστα Ρεν και Ρούντολφ Μάιντνερ. Οι δυο τους συμμερίζονταν την επιθυμία του SAP να προωθήσει και να επηρεάσει την οικονομική επέκταση, αλλά υποστήριζαν ότι αυτό έπρεπε να γίνει μέσω κεντρικών συλλογικών διαπραγματεύσεων, με την υποστήριξη ενός ενεργού κράτους.
Η αφετηρία της στρατηγικής Ρεν-Μάιντνερ ήταν η δέσμευση να χρησιμοποιηθούν αυτές οι κλαδικές διαπραγματεύσεις μεταξύ της LO και της SAF (Συνομοσπονδία Εργοδοτών) για να βοηθήσουν στην εξισορρόπηση των επιπέδων των αμοιβών για όλους τους εργαζόμενους. Αυτό δεν σήμαινε ότι όλοι έβγαζαν τα ίδια χρήματα, αλλά ότι το χάσμα μεταξύ των υψηλόμισθων και των χαμηλόμισθων εργαζομένων μειωνόταν. Η αρχή «ίση αμοιβή για ίση εργασία» σήμαινε επίσης ότι οι διαφοροποιημένοι μισθοί έπρεπε να καθορίζονται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας, και όχι από την ικανότητα του εκάστοτε εργοδότη να πληρώσει ή από τη διαπραγματευτική δύναμη ενός υπαλλήλου στον χώρο εργασίας του.
Αυτό έγινε για τρεις λόγους. Πρώτον, λόγω μιας ιδεολογικής δέσμευσης στην ισότητα: ακόμη κι αν οι μισθοί δεν μπορούν να είναι ίσοι, το λιγότερο που οφείλουμε να κάνουμε είναι να αυξήσουμε τα εισοδήματα των ασθενέστερων και να περιορίσουμε τα πλεονεκτήματα των πιο ευνοημένων. Δεύτερον, επειδή η συμπίεση των μισθών (μισθολογική σύγκλιση) ήταν πολιτικά χρήσιμη: μείωνε τις διαιρέσεις στο εσωτερικό της εργατικής τάξης και προωθούσε την αλληλεγγύη σε όλους τους κλάδους. Τρίτον, επειδή διαδραμάτιζε σημαντικό μακροοικονομικό ρόλο στο σχέδιο Ρεν-Μάιντνερ.
Οι μισθολογικές απαιτήσεις θα καθορίζονταν με τέτοιον τρόπο ώστε οι επιχειρήσεις με μέσο επίπεδο αποδοτικότητας να μπορούν να επιβιώσουν, ενώ οι λιγότερο αποδοτικές επιχειρήσεις θα πιέζονταν και θα αναγκάζονταν είτε να αναδιαρθρωθούν ριζικά είτε να χρεοκοπήσουν. Ωστόσο, οι πιο παραγωγικές επιχειρήσεις θα επωφελούνταν από τη μισθολογική αυτοσυγκράτηση των εργαζομένων τους και θα αποκόμιζαν υπερκέρδη. Αυτά τα κέρδη θα τους επέτρεπαν να επεκτείνουν την παραγωγική τους ικανότητα και, συνεπώς, να δημιουργήσουν περισσότερο πλούτο. Το σύστημα συνέβαλε στην ενθάρρυνση μιας βιομηχανίας έντασης κεφαλαίου, με υψηλούς μισθούς.
Αυτές οι διαπραγματεύσεις γίνονταν απευθείας μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, αλλά ο ρόλος του κράτους ήταν καθοριστικός: οι «ενεργητικές πολιτικές για την αγορά εργασίας» βοηθούσαν τους εργαζόμενους που απασχολούνταν προηγουμένως σε λιγότερο παραγωγικές επιχειρήσεις να απορροφηθούν ξανά σε αναπτυσσόμενους τομείς της οικονομίας. Οι κοινωνικές παροχές —για την υγειονομική περίθαλψη, την εκπαίδευση, την παιδική φροντίδα κ.ο.κ.— σήμαιναν ότι υπήρχε ένας διαρκώς αναπτυσσόμενος κρατικός τομέας που συνέβαλλε στη διασφάλιση της πλήρους απασχόλησης. Ήταν ένα πρόγραμμα «λειτουργικού σοσιαλισμού», με την έννοια ότι καθιστούσε σαφείς ορισμένες σοσιαλιστικές προτεραιότητες, αλλά επιδίωκε την επίτευξή τους διαμορφώνοντας τα αποτελέσματα της καπιταλιστικής επιχειρηματικότητας και όχι μέσω κρατικοποιήσεων.
Ένα τέτοιο μοντέλο, ωστόσο, ήταν κάτι στο οποίο οι καπιταλιστές θα συναινούσαν μόνο υπό καθεστώς πίεσης. Όπως το έθεσε ο Μάιντνερ, «η εργοδοσία προτιμά τις αποκεντρωμένες διαπραγματεύσεις» και τις «μισθολογικές διαφορές ως εργαλεία ελέγχου από την πλευρά της διοίκησης».
Παρόλο που οι καπιταλιστές επωφελήθηκαν από το σχέδιο Ρεν-Μάιντνερ από πολλές απόψεις, αυτό εφαρμόστηκε μόνο επειδή ένα ισχυρό εργατικό κίνημα και ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα το επέβαλαν. Παρ’ όλα αυτά, επρόκειτο για έναν «σοσιαλισμό» τον οποίο συνδιαχειρίζονταν με μια ισχυρή ομοσπονδία εργοδοτών, η οποία ήταν σε θέση να θέτει κόκκινες γραμμές σχετικά με το πόσο θα μπορούσαν να διαβρωθούν τα δικαιώματα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας.
Αυτή η αντίφαση έμελλε να αναδειχθεί μόνο αργότερα. Η Σουηδία άκμασε τη μεταπολεμική περίοδο. Δεν είχε ρημαχτεί από τον πόλεμο, και μια Ευρώπη που βρισκόταν σε φάση ανοικοδόμησης χρειαζόταν τις πρώτες ύλες που η χώρα εξήγαγε. Ό,τι ήταν καλό για τη Volvo φαινόταν να είναι καλό και για τη Σουηδία. Κατά τη διάρκεια της 23ετούς θητείας του Πρωθυπουργού Τάγκε Ερλάντερ, οι εταιρείες απολάμβαναν εκτοξευόμενα κέρδη και τα οφέλη αυτής της ανάπτυξης μοιράζονταν ευρέως στην κοινωνία.
Το όνειρο της οικοδόμησης του σοσιαλισμού μέσω εθνικοποιήσεων εγκαταλείφθηκε, και ακόμη και μέχρι το 1976, μόλις το 5% της σουηδικής βιομηχανίας βρισκόταν υπό δημόσια ιδιοκτησία. Όμως, τα αποτελέσματα ήταν αδιαμφισβήτητα. Το μοντέλο Ρεν-Μάιντνερ συνδύαζε, από τη μία πλευρά, τη δυναμική ισχύ του κεφαλαίου και του ελεύθερου εμπορίου με τη δύναμη ενός οργανωμένου συνδικαλιστικού κινήματος και ενός σοσιαλδημοκρατικού κράτους, από την άλλη, προκειμένου να διασφαλίσει εξισωτικά αποτελέσματα. Πέρα από τη δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος, το σύστημα επέτρεψε στους Σουηδούς να καλύπτουν βασικές ανάγκες εκτός της αγοράς μέσω των εγγυήσεων του κράτους πρόνοιας. Ήταν αυτό που ο Βίγκφορς ονόμασε «προσωρινή ουτοπία».
Διεθνείς παρατηρητές, όπως ο Άντονι Κρόσλαντ, άντλησαν βαθιά μαθήματα από το σουηδικό παράδειγμα. Ο Βρετανός βουλευτής των Εργατικών πίστευε ότι ο σοσιαλισμός ήταν συμβατός με την ιδιωτική ιδιοκτησία στη βιομηχανία. Το βιβλίο του, Το Μέλλον του Σοσιαλισμού (1956), ασκούσε κριτική στην παραδοσιακή σοσιαλιστική προσήλωση στα μέσα —για παράδειγμα, την προτίμηση στις εθνικοποιήσεις— αντί για τον τελικό στόχο της κοινωνικής ισότητας. «Η χειρότερη μορφή σύγχυσης», έγραψε, «είναι η τάση να χρησιμοποιείται [ο σοσιαλισμός] για να περιγράψει, όχι ένα συγκεκριμένο είδος κοινωνίας, αλλά συγκεκριμένες πολιτικές που αποτελούν, ή θεωρείται ότι αποτελούν, μέσα για την επίτευξη αυτού του είδους κοινωνίας». Ήταν το πιο επιδραστικό αναθεωρητικό έργο από την εποχή του Εξελικτικού Σοσιαλισμού του Έντουαρντ Μπέρνσταϊν, ιδανικό για μια εποχή όπου ο καπιταλισμός φάνταζε δυναμικός και τα περιθώρια μεταρρυθμίσεων στο εσωτερικό του σχεδόν απεριόριστα.
Ο Κρόσλαντ ήταν σαφής ως προς τις προθέσεις του, λέγοντας σε έναν φίλο του ότι «είχε εμπλακεί σε μια μεγάλη αναθεώρηση του Μαρξισμού και σίγουρα θα αναδυθεί ως ο σύγχρονος Μπέρνσταϊν».
Η σύγκριση ήταν εύστοχη. Ο Μπέρνσταϊν υπήρξε ένας εκ των συντακτών του Προγράμματος της Ερφούρτης και ένας από τους πιο σεβαστούς μαρξιστές της γενιάς του πριν αρχίσει, μέσα από μια σειρά άρθρων στα τέλη της δεκαετίας του 1890, να αμφισβητεί την ορθοδοξία του. Η κοινωνία δεν «χωριζόταν σε δύο μεγάλα εχθρικά στρατόπεδα», όπως υποστήριζε το Κομμουνιστικό Μανιφέστο· οι ενδιάμεσες τάξεις και οι μικρότερες επιχειρήσεις ήταν ζωντανές και ακμαίες, και η υλική κατάσταση των εργαζομένων βελτιωνόταν αργά αντί να επιδεινώνεται. Ο καπιταλισμός, υποστήριζε, είχε βρει τρόπους να αυτορρυθμίζεται και να αποφεύγει τις κρίσεις, και η εργατική τάξη είχε κατακτήσει τα μέσα, με τη μορφή των κοινοβουλίων, για να διαμορφώσει την ανάπτυξή του και να νομοθετήσει σταδιακά μεταρρυθμίσεις.
«Ο τελικός σκοπός του σοσιαλισμού δεν είναι τίποτα», έγραψε, «αλλά το κίνημα είναι το παν». Η σοσιαλδημοκρατία θα έφτανε σε νέα ύψη όταν θα απελευθερωνόταν από την «απαρχαιωμένη φρασεολογία» και θα ήταν «πρόθυμη να εμφανιστεί ως αυτό που πραγματικά είναι σήμερα· ένα δημοκρατικό-σοσιαλιστικό ρεφορμιστικό κόμμα». Ο Κάουτσκι και η Ρόζα Λούξεμπουργκ τέθηκαν επικεφαλής της αντίκρουσης, και το SPD αποκήρυξε επίσημα τον Μπέρνσταϊν το 1898.
Όμως θα έφτανε η στιγμή των αναθεωρητών. Ενώ ο Μπέρνσταϊν είχε μόνο κάποιες ενδείξεις για το πόσο ευέλικτος ήταν ο καπιταλισμός, ο Κρόσλαντ είχε αποδείξεις. Παρά την Ύφεση και τον πόλεμο των δεκαετιών του 1930 και του ’40, το σύστημα δεν είχε καταρρεύσει, αλλά αντίθετα μετασχηματιζόταν. Το βιοτικό επίπεδο βελτιωνόταν, και το ιδιωτικό κεφάλαιο βρισκόταν όλο και περισσότερο υποταγμένο τόσο στο κράτος όσο και στην εργασία. Αυτό συνέβαινε στη Βρετανία του Κλέμεντ Άτλι και ακόμη περισσότερο στη Σουηδία του Ερλάντερ. Η φορολόγηση των κερδών από την καπιταλιστική ανάπτυξη και η επέκταση των κοινωνικών δαπανών, αντί για την άμεση απαλλοτρίωση, φαίνονταν να είναι επαρκείς.
Προχωρώντας πιο πέρα από όσο έφτασε ποτέ ο Μπέρνσταϊν, ο Κρόσλαντ έγραψε: «Ο Μαρξ έχει ελάχιστα ή τίποτα να προσφέρει στον σύγχρονο σοσιαλιστή, είτε όσον αφορά την πρακτική πολιτική, είτε την ορθή ανάλυση της κοινωνίας μας, είτε ακόμη και τα σωστά εννοιολογικά εργαλεία ή πλαίσιο». Τρία χρόνια μετά τη δημοσίευση του Μέλλοντος του Σοσιαλισμού, ακόμη και το ιστορικό Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα εγκατέλειψε τη μαρξιστική έννοια της ταξικής πάλης στο Πρόγραμμα του Γκόντεσμπεργκ. Ο συμβιβασμός με τον καπιταλισμό, που η σοσιαλδημοκρατία είχε κάνει από καιρό στην πράξη, κωδικοποιήθηκε επιτέλους και στη θεωρία.
Ένας Απροσδόκητος Ριζοσπάστης
Ωστόσο, το 1969, όταν ο Ούλοφ Πάλμε ανέλαβε την πρωθυπουργία της Σουηδίας, ο ταξικός συμβιβασμός που στήριζε το σύστημα είχε αρχίσει να κλονίζεται. Το γεγονός ότι ο Πάλμε αναδείχθηκε στο προσκήνιο δεν αποτέλεσε μεγάλη έκπληξη — το ότι το έκανε, όμως, με όχημα την πολιτική της εργατικής τάξης ήταν. Γεννήθηκε σε μια αριστοκρατική λουθηρανική οικογένεια και πέρασε μεγάλο μέρος της παιδικής του ηλικίας σε εξοχικά κτήματα, περιστοιχισμένος από ιδιωτικούς δασκάλους. Οι θείοι του ήταν τόσο φανατικά δεξιοί που πολέμησαν στον Φινλανδικό Εμφύλιο Πόλεμο ως ξένοι εθελοντές, υποστηρίζοντας τον σκληρό «Λευκό Στρατό». Ένας από αυτούς, προς τιμήν του οποίου πήρε και το όνομά του, σκοτώθηκε από τους «Κόκκινους» στη Μάχη του Τάμπερε το 1918.
Ο Πάλμε ίσως να είχε ανέκαθεν κάποια εξισωτικά ένστικτα. Μετά τη δολοφονία του το 1986, μια παλιά οικιακή βοηθός θυμόταν ότι ήταν διαφορετικός από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του, ήδη από την ηλικία των οκτώ ετών: «πάντα βοηθούσε εμάς τις υπηρέτριες να μεταφέρουμε τα πιάτα και μας μιλούσε ως ίσος προς ίσες». Αλλά από όσα γνωρίζουμε για τα χρόνια του στο δημοτικό σχολείο και στον στρατό, ο Πάλμε ελάχιστα ασχολούνταν με την πολιτική, ενώ εμφάνιζε μάλιστα και κάποιες συντηρητικές τάσεις. Όσο απίθανο κι αν φαίνεται, ασπάστηκε τον σοσιαλισμό κατά τη διάρκεια της παραμονής του στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το 1947, ο Πάλμε έλαβε υποτροφία για να σπουδάσει για έναν χρόνο στο Kenyon College, μια σχολή ανθρωπιστικών σπουδών στο Οχάιο. Αγάπησε την Αμερική, γεμάτη καθώς ήταν από μεταπολεμική αυτοπεποίθηση και ένα δυναμικό συνδικαλιστικό κίνημα. Ο Πάλμε υπήρξε μέλος μιας σοσιαλιστικής ένωσης κατά τη διάρκεια των σπουδών του και μαθήτευσε κοντά σε προοδευτικούς καθηγητές. Έγραψε την πτυχιακή του εργασία για την Ένωση Εργατών Αυτοκινητοβιομηχανίας (UAW) και μάλιστα διεξήγαγε έρευνα σε ένα εργοστάσιο κατασκευής ρουλεμάν κοντά στο Kenyon. Εκείνο το καλοκαίρι, ο Πάλμε συνομίλησε επίσης με τον ηγέτη της UAW, Γουόλτερ Ρόιθερ, στο Ντιτρόιτ, θαυμάζοντας όσα είδε από το αμερικανικό σοσιαλδημοκρατικό κίνημα.
Ελεύθερος από τα αυστηρά οικοτροφεία και τη στρατιωτική πειθαρχία για πρώτη φορά στη ζωή του, ο Πάλμε έκανε ωτοστόπ και ταξίδεψε με τα υπεραστικά λεωφορεία σε όλη τη χώρα. Στην πορεία, ανακάλυψε πόσο εκτεταμένος ήταν ο ρατσισμός στην Αμερική των νόμων του Τζιμ Κρόου. Θυμόταν να κάθεται στο πίσω μέρος του λεωφορείου μαζί με τους μαύρους επιβάτες στον Νότο. Όταν κάποιοι λευκοί του ζήτησαν να μετακινηθεί μπροστά, εκείνος αρνήθηκε. Όπως έγραψε σε ένα γράμμα στην οικογένειά του, μάλλον γλίτωσε το ξύλο μόνο και μόνο επειδή «με πέρασαν για κάποιον παλαβό ξένο». Μέχρι να επιστρέψει ο Πάλμε στη Σουηδία, ο νεαρός που πριν από λίγο καιρό πίστευε ότι οι φορολογικοί συντελεστές στη χώρα του έπρεπε να μειωθούν στο μισό, πλέον έγραφε άρθρα για το Κομμουνιστικό Μανιφέστο.
Ο πρόσφατα πολιτικοποιημένος Πάλμε δραστηριοποιήθηκε στο SAP και το 1952 εκλέχθηκε πρόεδρος της σουηδικής φοιτητικής ένωσης. Πολλοί πρόσεξαν το χάρισμα και την ευφυΐα του, και σύντομα προσελήφθη ως βοηθός του Πρωθυπουργού Ερλάντερ. Ο ρόλος του στην κυβέρνηση έγινε τόσο ζωτικός που τα μέσα ενημέρωσης μερικές φορές απεικόνιζαν τον Πάλμε ως τον άνθρωπο που κινούσε τα νήματα πίσω από τον Ερλάντερ. Το κύρος και η προσοχή, ωστόσο, δεν άρεσαν σε ορισμένα μέλη της οικογένειάς του. Η γιαγιά του, περήφανη για τις θυσίες των δικών της παιδιών εναντίον των «Φινλανδών βαρβάρων», εξέφραζε τη λύπη της που ο αγαπημένος της εγγονός βρισκόταν «στην υπηρεσία ενός κόμματος που είναι απασχολημένο με το να καταστρέφει τη χώρα μας».
Όταν έγινε πρωθυπουργός σε ηλικία σαράντα δύο ετών, ο Πάλμε ήλπιζε να πάρει το μοντέλο που είχε χτιστεί επί Ερλάντερ και να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του. Οι φιλοδοξίες του πήγαζαν από τις δικές του απόψεις, αλλά αντανακλούσαν επίσης την αυξανόμενη πίεση από τη βάση της LO (Συνομοσπονδία Συνδικάτων) και του SAP. Όπως αποδείχθηκε, δεκαετίες ζωής υπό ένα ισχυρό κράτος πρόνοιας δεν ικανοποίησαν τα εξισωτικά αιτήματα, αλλά, αντίθετα, γέννησαν ακόμη πιο διευρυμένα. Έπειτα από ορισμένες εκλογικές υποχωρήσεις του SAP στις τοπικές εκλογές, ένα συνέδριο του 1967 δέσμευσε το κόμμα σε μια «επίθεση βιομηχανικής πολιτικής» που παρέπεμπε στις συζητήσεις περί κεντρικού σχεδιασμού της δεκαετίας του 1940. Μέχρι τότε, η σουηδική σοσιαλδημοκρατία είχε εμπλακεί ελάχιστα στον άμεσο βιομηχανικό σχεδιασμό, βασιζόμενη κυρίως στα αιτήματα των συνδικάτων και σε στοχευμένες παρεμβάσεις για τη διαμόρφωση των δυνάμεων της αγοράς. Τώρα, όμως, η κυβέρνηση ίδρυσε μια δημόσια τράπεζα επενδύσεων και επέκτεινε τις κρατικές επιχειρήσεις καθώς και τους μηχανισμούς συντονισμού αυτών των εταιρειών. Οι αλλαγές δεν ήταν απαραίτητα αντικαπιταλιστικές: οι επιχειρήσεις χρειάζονταν την εργατική ειρήνη και την κρατική υποστήριξη για να προσαρμοστούν σε μια μεταβαλλόμενη παγκόσμια αγορά. Όμως, αν και οι καπιταλιστές μπορούσαν να αποδεχτούν μια ενεργή βιομηχανική πολιτική, αντιστάθηκαν λυσσαλέα στην προσπάθεια για επέκταση της δημοκρατίας στους χώρους εργασίας.
Οι ηγέτες της LO κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν ένα κύμα ξαφνικών απεργιών από τη βάση και, ως αποτέλεσμα, ωθήθηκαν προς τα αριστερά στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Η συνομοσπονδία άρχισε να υποστηρίζει την επέκταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και σε μη οικονομικά ζητήματα. Οι εργοδότες, οργανωμένοι στη SAF, απέρριψαν κάθε τέτοια μεταρρύθμιση, οπότε η πλευρά της εργασίας (τόσο η LO όσο και οι ομοσπονδίες των υπαλλήλων γραφείου) κατέφυγε στην προώθηση των αιτημάτων της μέσω της σοσιαλδημοκρατικής νομοθεσίας. Με την υποστήριξη του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος του Πάλμε, οι εργοδότες αναγκάστηκαν να διαπραγματεύονται με τα συνδικάτα σχεδόν για κάθε εργασιακό ζήτημα. Η ισορροπία που είχε καθιερωθεί με τη Βασική Συμφωνία του 1938 αμφισβητούνταν ανοιχτά, με την εργατική πλευρά να ρίχνει τις πρώτες βολές.
Το Ζήτημα της Ιδιοκτησίας
Η πιο ριζοσπαστική στροφή ήταν η έγκριση, το 1976, από την LO (Συνομοσπονδία Συνδικάτων) ενός νέου Σχεδίου Μάιντνερ, μιας πρότασης για τη δημιουργία ενός «ταμείου μισθωτών» υπό συλλογική ιδιοκτησία. Δεκαετίες μισθολογικής αυτοσυγκράτησης στις παραγωγικές επιχειρήσεις είχαν περιορίσει τις πληθωριστικές πιέσεις και είχαν επιτρέψει την οικονομική επέκταση. Ωστόσο, αυτές οι πολιτικές οδήγησαν επίσης σε τεράστια «υπερκέρδη» —προϊόν των κεντρικών διαπραγματεύσεων και όχι μιας αδύναμης διαπραγματευτικής θέσης στους χώρους εργασίας— τα οποία δεν επενδύονταν πάντα παραγωγικά. Πολλοί εργαζόμενοι, ιδιαίτερα όσοι διέθεταν πολύτιμες δεξιότητες, ένιωθαν ότι οι μισθολογικές αυξήσεις που τους είχαν δοθεί ήταν μικρότερες από αυτές που δικαιούνταν. Τα συναισθήματα αυτά επιτείνονταν από τη διαπίστωση ότι ορισμένες από τις μεγαλύτερες εταιρείες της Σουηδίας αποκόμιζαν εξαιρετικά υψηλά κέρδη, σε μεγάλο βαθμό λόγω της προθυμίας της εργατικής πλευράς να περιορίσει τις διεκδικήσεις της. Ένας κομμουνιστής βουλευτής, ο Κ.Χ. Χέρμανσον, επισήμανε ότι, ακόμη και μετά από χρόνια αδιάλειπτης σοσιαλδημοκρατικής διακυβέρνησης, «δεκαπέντε οικογένειες» κατείχαν την πλειονότητα της σουηδικής βιομηχανίας. Η πρόταση της LO, η οποία δεν είχε προσυμφωνηθεί με το SAP (Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα), θα αντιμετώπιζε τόσο το ιδεολογικό όσο και το πρακτικό πρόβλημα του μονομερούς ελέγχου του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου από τους καπιταλιστές.
Η ιδέα των ταμείων μισθωτών είχε πέσει στο τραπέζι στη Γερμανία, την Ολλανδία και τη Δανία τα μεταπολεμικά χρόνια, αλλά το σουηδικό σχέδιο ήταν πιο φιλόδοξο. Μια μικρή ομάδα εργασίας, που συστάθηκε το 1973, αφιέρωσε δύο χρόνια στη διαμόρφωση μιας στρατηγικής για την ενίσχυση της αλληλέγγυας μισθολογικής πολιτικής της χώρας. Κατέληξαν στην παρουσίαση μιας έκθεσης που υποστήριζε μια μορφή συμμετοχής στα κέρδη: οι επιχειρήσεις με περισσότερους από πενήντα εργαζομένους θα έπρεπε να εκδίδουν νέες μετοχές, ίσες σε αξία με το 20% των ετήσιων κερδών τους, προς ταμεία μισθωτών που θα ελέγχονταν από τους ίδιους τους εργαζόμενους. Αν και η πρόταση αντιμετωπίστηκε αρχικά με αδιαφορία από την ηγεσία της LO, στην πορεία άρχισαν να τη βλέπουν ως μια πιθανή λύση στα προβλήματα που αντιμετώπιζε το σουηδικό μοντέλο. Η ανταπόκριση από τη συνδικαλιστική βάση ήταν πολύ πιο ενθουσιώδης, κυρίως λόγω των αντικαπιταλιστικών προεκτάσεων του σχεδίου. Μέσα σε μερικές δεκαετίες, αυτά τα ταμεία (ελεγχόμενα από τους εργαζόμενους μέσω συνδικαλιστικών συμβουλίων) θα μπορούσαν να αποσπάσουν την ιδιοκτησία από το ιδιωτικό κεφάλαιο. Όπως δήλωσε ο Μάιντνερ σε συνέντευξή του το 1975: «Δεν μπορούμε να αλλάξουμε ριζικά την κοινωνία χωρίς να αλλάξουμε τη δομή της ιδιοκτησίας της». Επρόκειτο για μια αριστερή αποκήρυξη του «λειτουργικού σοσιαλισμού».
Από την πλευρά τους, πολλοί εργαζόμενοι, που ασκούσαν έμμεσα πολιτική εξουσία μέσω του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, ένιωθαν ότι διέθεταν τις δεξιότητες και την τεχνογνωσία για να διοικούν οι ίδιοι τους χώρους εργασίας τους, χωρίς να συμβιβάζονται με το κεφάλαιο. Η έγκριση του ψηφίσματος στο συνέδριο της LO το 1976 συνοδεύτηκε από μια αυθόρμητη εκτέλεση της «Διεθνούς».
Η επιτροπή Μάιντνερ ανέμενε ισχυρή αντίσταση από τον επιχειρηματικό κόσμο και τόνισε ότι δεν γίνονταν απαλλοτριώσεις εις βάρος των εργοδοτών. Εκείνοι θα διατηρούσαν τις υπάρχουσες μετοχές τους, αλλά τα ποσοστά ιδιοκτησίας τους θα απομειώνονταν καθώς νέες μετοχές θα συσσωρεύονταν στα ταμεία. Και εφόσον αυτό το μερίδιο των κερδών δεν θα φορολογούνταν, το ίδιο το κράτος ουσιαστικά επιδοτούσε τα ταμεία. Το σχέδιο θα μπορούσε ακόμη και να είχε προωθήσει την περαιτέρω μισθολογική αυτοσυγκράτηση και λιγότερο συγκρουσιακές σχέσεις μεταξύ των εργαζομένων και της διοίκησης. Ωστόσο, μετά από μια αρχική εξέταση, οι επιχειρηματικοί ηγέτες είδαν το σχέδιο για αυτό που πραγματικά ήταν: μια υπαρξιακή απειλή.
Μια Πιο Ισότιμη Κοινωνία
Στο μεταξύ, ο Πάλμε προώθησε το ευρύτερο σχέδιό του καθ’ όλη τη διάρκεια των πρώτων επτά ετών της θητείας του. Του άρεσε να χρησιμοποιεί την ποίηση για να περιγράψει τον κόσμο που επιδίωκε να οικοδομήσει η σοσιαλδημοκρατία, έναν κόσμο που αναγνώριζε ότι «ο άνθρωπος, και όχι το φεγγάρι, είναι το μέτρο των πάντων. Μια ανοιχτή πόλη χωρίς οχυρώσεις είναι αυτό που χτίζουμε μαζί, το φως της οποίας λάμπει ενάντια στη μοναξιά του διαστήματος».
Ειδικά για τις Σουηδέζες, η σοσιαλδημοκρατία υπήρξε τεράστια ευεργεσία σε αυτό που κάποτε θεωρούνταν η πιο πατριαρχική χώρα της Σκανδιναβίας. Ιστορικά, οι σοσιαλιστές είχαν επιδείξει πολύ καλύτερη στάση στο ζήτημα της ισότητας των φύλων σε σύγκριση με τους αντιπάλους τους, καθώς οι περισσότεροι συμφωνούσαν με τον Άουγκουστ Μπέμπελ ότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει δίκαιη κοινωνία χωρίς «ισότητα των φύλων». Όμως, ριζοσπάστες όπως η Αλεξάνδρα Κολοντάι και ο Βλαντιμίρ Λένιν, που αναγνώριζαν τη «διπλή καταπίεση» που αντιμετώπιζαν οι γυναίκες —τόσο από το κεφάλαιο όσο και από τον σεξισμό—, θεωρούσαν ότι τα περιθώρια για μεταρρυθμίσεις εντός του καπιταλισμού ήταν περιορισμένα. (Στις αρχές της δεκαετίας του 1900, η Κολοντάι έφτανε στο σημείο να απορρίπτει το ίδιο το φεμινιστικό κίνημα ως «δηλητήριο».) Γενικά, οι σοσιαλιστές τάσσονταν υπέρ της καθολικής ψηφοφορίας, της απασχόλησης και άλλων ατομικών δικαιωμάτων, αλλά ήταν λιγότερο δραστήριοι σε άλλους αγώνες και αντιμετώπιζαν με καχυποψία τις διαταξικές φεμινιστικές διεκδικήσεις.
Η Σουηδία έδειξε πόσο πολύ θα μπορούσε να μειωθεί η έμφυλη καταπίεση στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Τα επιδόματα τέκνων, οι γονικές άδειες, η παιδική μέριμνα, ακόμη και η παροχή σχολικών γευμάτων — όλα αυτά ελάφρυναν τα βάρη που επωμίζονταν οι γυναίκες. Πέρα από αυτή τη νομοθεσία, η αρχή «ίση αμοιβή για ίση εργασία» και οι κλαδικές διαπραγματεύσεις, που ευνοούσαν τους χαμηλότερα αμειβόμενους τομείς, βοήθησαν τις γυναίκες σε δυσανάλογα μεγάλο βαθμό. Παρόλα αυτά, στα μέσα της δεκαετίας του 1960, περίπου οι μισές Σουηδέζες σε ηλικία εργασίας έμεναν στο σπίτι. Ένα δημοφιλές φυλλάδιο του 1961 επεσήμανε ότι πλέον οι γυναίκες είχαν μεν το δικαίωμα να ανταγωνίζονται τους άνδρες στην αγορά εργασίας, αλλά ταυτόχρονα έπρεπε να διατηρούν τα νοικοκυρικά τους καθήκοντα, καθιστώντας δύσκολο να κάνουν και τα δύο στην πράξη.
Εν μέσω των συζητήσεων για αυτό το ζήτημα, το κράτος έλαβε μέτρα για να διευκολύνει τη συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό. Δημιουργήθηκε ένα συμβούλιο για την ισότητα των φύλων, το οποίο συνεργαζόταν απευθείας με το πρωθυπουργικό γραφείο, με σκοπό να παράγει πολιτικές που ενθάρρυναν την «ελεύθερη ανάπτυξη» των γυναικών και αμφισβητούσαν τους παραδοσιακούς έμφυλους ρόλους. Ο Πάλμε αφοσιώθηκε ολόψυχα σε αυτή την προσπάθεια, γράφοντας σε ένα δοκίμιο με τίτλο «Η Χειραφέτηση του Ανθρώπου» ότι ο αγώνας των γυναικών για ισότητα σήμαινε την αναμέτρηση με την «πίεση παραδόσεων χιλιάδων ετών».
Μέχρι τα τέλη εκείνης της δεκαετίας, περίπου τα τρία τέταρτα των γυναικών στη χώρα βρίσκονταν σε αμειβόμενη εργασία — το υψηλότερο ποσοστό στον κόσμο. Σε συνδυασμό με τον ευρύτερο κοινωνικό και οικονομικό μετασχηματισμό που βρισκόταν σε εξέλιξη, η σουηδική κοινωνία άλλαξε ριζικά: η παραδοσιοκρατία υποχώρησε, η εκκοσμίκευση ενισχύθηκε και νέες μορφές σεξουαλικής απελευθέρωσης άνθισαν. Αυτό που κάποτε ήταν ένα ιεραρχικό έθνος, μια κουλτούρα που εξακολουθούσε να νοσταλγεί τα παλιά αυτοκρατορικά μεγαλεία, μπορούσε πλέον να υπερηφανεύεται ότι είναι μια δημοκρατία προσηλωμένη στην ισότητα στο εσωτερικό της και στους αντιαποικιακούς αγώνες στο εξωτερικό.
Το Κεφάλαιο Αντεπιτίθεται
Όταν έφτασαν οι γενικές εκλογές του 1976, οι Σοσιαλδημοκράτες βρίσκονταν στην εξουσία σχεδόν αδιάλειπτα για σαράντα τέσσερα χρόνια, περισσότερο από όσο είχαν ζήσει οι περισσότεροι Σουηδοί. Είχαν αντιμετωπίσει μια σκληρή πρόκληση το 1973, και μετά, το 1976, το σοσιαλιστικό μπλοκ δεν κατάφερε να συγκεντρώσει την πλειοψηφία. Η άμεση αιτία της ήττας ίσως ήταν η συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια. Οι Σοσιαλδημοκράτες την υποστήριζαν, αλλά το Κόμμα του Κέντρου αντιδρούσε, επεκτείνοντας το πολιτικό του πεδίο στην πράσινη πολιτική.
Η μεγαλύτερη πρόκληση προήλθε από το δομικό δίλημμα της σοσιαλδημοκρατίας. Όσο δημιουργικά κι αν εφαρμοζόταν, εξακολουθούσε να εξαρτάται από τα κέρδη του ιδιωτικού τομέα και από τον υπολογισμό των επιχειρήσεων ότι η διατήρηση της εργασιακής ειρήνης με ένα ισχυρό συνδικαλιστικό κίνημα άξιζε το κόστος. Πράγματι, οι εργοδότες απολάμβαναν σταθερότητα: από το 1938 μέχρι την έναρξη του κύματος των αιφνιδιαστικών απεργιών το 1969, τα επίπεδα απεργιών ήταν χαμηλότερα στη Σουηδία από ό,τι οπουδήποτε αλλού στην Ευρώπη. Όμως, η πολιτική αναταραχή και το τέλος της μεταπολεμικής οικονομικής άνθησης σήμαιναν ότι η ανακωχή δεν θα μπορούσε να κρατήσει για πάντα. Η Αριστερά άρχισε να έρχεται σε ρήξη με πτυχές της Βασικής Συμφωνίας του 1938. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτό ήταν μια ιδεολογική πράξη, όπως η αμφισβήτηση των διευθυντικών προνομίων της εργοδοσίας και η ώθηση για βιομηχανική δημοκρατία. Σε άλλες περιπτώσεις, όπως με τα ταμεία μισθωτών, ήταν ένα μείγμα πρακτικών και ιδεολογικών επιταγών.
Η ομοσπονδία των εργοδοτών (SAF), από την πλευρά της, ριζοσπαστικοποιήθηκε επίσης. Για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, η SAF ξεκίνησε μια εκστρατεία στα μέσα ενημέρωσης ενάντια στους βασικούς πυλώνες της σοσιαλδημοκρατίας. Επιτέθηκε στο Σχέδιο Μάιντνερ, παρουσιάζοντάς το ως μια προσπάθεια των συνδικαλιστών γραφειοκρατών να συγκεντρώσουν την εξουσία στα χέρια τους. Η συνδικαλιστική βάση της LO (Συνομοσπονδία Συνδικάτων) εξακολουθούσε να συσπειρώνεται πίσω από το σχέδιο, αλλά το SAP (Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα) δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα προσηλωμένο σε αυτό εξ αρχής. Το ίδιο ίσχυε και για τους υπαλλήλους γραφείου που ψήφιζαν την Αριστερά. Οι κατηγορίες βρήκαν πρόσφορο έδαφος. Περίπου εβδομήντα πέντε χιλιάδες άνθρωποι πραγματοποίησαν πορεία στη Στοκχόλμη ενάντια στο Σχέδιο Μάιντνερ στις 4 Οκτωβρίου του 1983, σε αυτήν που ήταν τότε η μεγαλύτερη διαδήλωση στην ιστορία της χώρας.
Παράλληλα, οι εργοδότες άρχισαν να αντιστέκονται ακόμη και σε μετριοπαθή αιτήματα για αυξήσεις μισθών. Εν μέσω ευρύτερων οικονομικών μετατοπίσεων που οδήγησαν στη διεθνοποίηση της σουηδικής οικονομίας, και εξελίξεων όπως η παγκόσμια πετρελαϊκή κρίση του 1973, η απειλή της ανεργίας και του πληθωρισμού αυξήθηκε. Έχοντας ακόμη το βάρος να απορροφήσει τις απώλειες θέσεων εργασίας του ιδιωτικού τομέα και να διατηρήσει ένα ευρύ δίχτυ κοινωνικής προστασίας, το κράτος άρχισε να γιγαντώνεται ραγδαία, με τις δημόσιες δαπάνες να αγγίζουν σχεδόν το 70% του ΑΕΠ.
Η σοσιαλδημοκρατία βασιζόταν πάντα στην οικονομική ανάπτυξη. Αυτή η ανάπτυξη προσέφερε στήριξη τόσο στην εργατική τάξη όσο και στο κεφάλαιο. Όταν όμως η ανάπτυξη επιβραδύνθηκε και οι διεκδικήσεις των εργαζομένων άρχισαν να ροκανίζουν σε μεγαλύτερο βαθμό τα κέρδη των επιχειρήσεων, οι ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων επαναστάτησαν ενάντια στον ταξικό συμβιβασμό.
Ο νεοφιλελευθερισμός —ένα σύνολο πολιτικών που χρησιμοποιούσαν την κρατική εξουσία για την αποκατάσταση των εργοδοτικών κερδών μέσω της άρσης των ρυθμίσεων και της αμφισβήτησης των συνδικάτων— ήταν ένας τρόπος για να λυθεί η κρίση της δεκαετίας του 1970. Οι υποστηρικτές του ισχυρίζονταν ότι ο κεϋνσιανός καπιταλισμός λειτούργησε μέχρι ένα σημείο, αλλά είχε συγκεκριμένα όρια: η περαιτέρω τόνωση της οικονομίας θα προκαλούσε πληθωρισμό χωρίς ανάπτυξη, και η επανεκκίνηση της ανάπτυξης σήμαινε όχι περισσότερες δαπάνες, αλλά συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας και περιορισμό της διαπραγματευτικής δύναμης των συνδικάτων. Εν ολίγοις, η εργατική τάξη θα έπρεπε να συμβιβαστεί με λιγότερα.
Η απόσπαση του ελέγχου των επενδύσεων από τα χέρια του κεφαλαίου αποτελούσε μια άλλη διέξοδο από την κρίση. Όμως οι σοσιαλδημοκράτες ήταν απροετοίμαστοι για αυτή την επιλογή. Πιστεύοντας ότι είχαν καταργήσει τον οικονομικό κύκλο μέσω της κρατικής παρέμβασης, ξέχασαν μια βασική αρχή του μαρξισμού: ότι οι αντιφάσεις του καπιταλισμού, καθώς και η τάση του προς την κρίση, δεν μπορούν να επιλυθούν εντός του ίδιου του συστήματος. Αφού προσπάθησαν ανεπιτυχώς να βγουν από την κρίση καταφεύγοντας στον δανεισμό, οι σοσιαλδημοκράτες τελικά απάντησαν στην κατηγορία ότι η ίδια η σοσιαλδημοκρατία βρισκόταν στη ρίζα της οικονομικής κρίσης, συμφωνώντας απόλυτα μαζί της.
Ίσως τα πράγματα να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά, εάν ο Πάλμε και το κόμμα του είχαν στηρίξει ολόψυχα το Σχέδιο Μάιντνερ τη δεκαετία του 1970. Ωστόσο, βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα άλλο μεγάλο δίλημμα της σοσιαλδημοκρατίας: οι σοσιαλδημοκρατικές ηγεσίες πρέπει να κερδίζουν εκλογές και να οικοδομούν σταθερούς θεσμούς. Δεν επιθυμούσαν απαραίτητα την κινητοποίηση της εργατικής τάξης έξω από την κάλπη. Προκειμένου να διατηρήσουν την εκλογική τους σταθερότητα, καθώς και την ικανότητά τους να διαμεσολαβούν μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας και να εφαρμόζουν μεταρρυθμίσεις, οι σοσιαλδημοκράτες απέφυγαν τις αριστερές λύσεις για την έξοδο από την κρίση. Με αυτή τους τη στάση, κατά ειρωνικό τρόπο, κατέληξαν να υπονομεύσουν την ίδια τους την εκλογική βάση, την πραγματική πηγή της δύναμής τους.
Παρά την εκλογική ήττα του SAP (Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος) το 1976, οι θεμελιώδεις αρχές της σοσιαλδημοκρατίας παρέμειναν στο απυρόβλητο για πολύ περισσότερο χρονικό διάστημα στη Σουηδία από ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη. Όμως, τη δεκαετία του 1980, οι πολιτικές και οι πρακτικές των κεντρικών διαπραγματεύσεων άρχισαν να καταρρέουν, και το Σχέδιο Μάιντνερ απογυμνώθηκε από τον μετασχηματιστικό του χαρακτήρα. Τα ταμεία μισθωτών, που θεσμοθετήθηκαν το 1984, αγόραζαν πλέον μετοχές στην αγορά, αντί να υποχρεώνουν τις εταιρείες να εκδίδουν νέες, ενώ οι περιορισμοί στα χαρτοφυλάκιά τους περιόρισαν τη δυνατότητά τους να αμφισβητήσουν τον ιδιωτικό έλεγχο. Μετά τη νίκη της κεντροδεξιάς το 1991, η νέα κυβέρνηση προχώρησε στη διάλυσή τους.
Οι πολιτικές πλήρους απασχόλησης εγκαταλείφθηκαν από τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση, καθώς η Σουηδία εισερχόταν στη δική της οικονομική κρίση στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Αν και η Σουηδία εξακολουθεί να παρουσιάζει καλύτερους κοινωνικούς δείκτες σε σύγκριση με σχεδόν οποιαδήποτε άλλη χώρα, το κράτος πρόνοιάς της αναδιαρθρώθηκε μέσω μεταρρυθμίσεων που ιδιωτικοποίησαν βασικές πτυχές της παροχής υπηρεσιών. Τέλος, η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 1995 επέφερε περαιτέρω πλήγματα σε ό,τι είχε απομείνει πλέον από το σουηδικό μοντέλο.
Η Μεγάλη Υποχώρηση
Παρόλο που άλλα σοσιαλδημοκρατικά πειράματα παραπαίουν και απέτυχαν, η Αριστερά δεν βρισκόταν παντού σε πλήρη υποχώρηση. Στη Γαλλία, σαράντα τρία χρόνια μετά την πτώση της δεύτερης κυβέρνησης του Λεόν Μπλουμ, η σοσιαλιστική κυβέρνηση του Φρανσουά Μιτεράν τη δεκαετία του 1980 ήταν μια ύστατη προσπάθεια αντίστασης στο φως που έσβηνε. Το πρόγραμμά του ήταν το πιο ριζοσπαστικό που είχε παρουσιαστεί από ένα κυρίαρχο κόμμα εδώ και δεκαετίες. «Μπορείς να είσαι ένας διαχειριστής της καπιταλιστικής κοινωνίας ή ένας ιδρυτής μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας», συνήθιζε να λέει ο Μιτεράν. «Όσον αφορά εμάς, θέλουμε να είμαστε το δεύτερο».
Όταν ο Μιτεράν ανέλαβε την εξουσία με την υποστήριξη των Κομμουνιστών το 1981, η Γαλλία αντιμετώπιζε ήδη αυξανόμενη ανεργία, οικονομική στασιμότητα και ένα δυσμενές διεθνές επιχειρηματικό κλίμα. Παρά τη ρητορική του, το άμεσο πρόγραμμα του Μιτεράν ήταν ένα ριζοσπαστικό κεϋνσιανό πρόγραμμα. Οι «110 Προτάσεις του για τη Γαλλία» πρότειναν ένα πρόγραμμα δημόσιων έργων και την κατασκευή κοινωνικών κατοικιών, παιδικών σταθμών και κλινικών. Οι πρώτες νομοθετικές νίκες της κυβέρνησης διεύρυναν τα συνδικαλιστικά δικαιώματα στους χώρους εργασίας, μαζί με μέτρα συνδιαχείρισης. Ο κατώτατος μισθός και οι συντάξεις αυξήθηκαν, ενώ η εβδομάδα εργασίας μειώθηκε στις 39 ώρες. Ένα νομοσχέδιο εθνικοποιήσεων του 1982 έθεσε υπό κρατικό έλεγχο πέντε βιομηχανικούς ομίλους, σχεδόν σαράντα τράπεζες, δύο εταιρείες χάλυβα και μεγάλο μέρος της αμυντικής και αεροδιαστημικής βιομηχανίας. Αυτές οι εθνικοποιήσεις, που καταγγέλθηκαν ως «Μπολσεβικισμός» από τον οικονομικό Τύπο, έγιναν λιγότερο για ιδεολογικούς λόγους και περισσότερο για να βοηθήσουν στη διατήρηση της απασχόλησης και στην επίβλεψη της οικονομικής αναδιάρθρωσης.
Παρόλα αυτά, η αντίσταση των επιχειρήσεων έφτασε σε πρωτοφανή επίπεδα, και 5 δισεκατομμύρια δολάρια χάθηκαν λόγω μαζικής φυγής κεφαλαίων. Λίγα μόλις χρόνια αφότου διακήρυσσε τα επαναστατικά του διαπιστευτήρια, ο Μιτεράν εκλιπαρούσε τους επιχειρηματικούς ηγέτες της Γαλλίας: «Αυτός θα είναι ένας από τους τρόπους για να τερματίσουμε την ταξική πάλη. Θέλουμε να αναπτύξουμε μια μικτή οικονομία. Δεν είμαστε επαναστάτες μαρξιστές-λενινιστές». Ίσως σε εκείνο το σημείο να θυμήθηκε αυτό που είχε πει σε έναν από τους συμβούλους του λίγους μόλις μήνες νωρίτερα: «Στα οικονομικά, υπάρχουν δύο λύσεις — είτε είσαι λενινιστής είτε δεν θα αλλάξεις τίποτα».
Το πρόγραμμα του Μιτεράν πυροδότησε πράγματι ένα κύμα λαϊκής υποστήριξης, αλλά ο ίδιος δεν μπόρεσε να αξιοποιήσει αυτή την ενέργεια ή να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την αντίσταση των εργοδοτών. Η επιλογή της υποχώρησής του έγινε ευκολότερη λόγω των περιορισμών που επέβαλε το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα, το οποίο συνέδεε το γαλλικό φράγκο με το γερμανικό μάρκο και άλλα ευρωπαϊκά νομίσματα εντός συμφωνημένων ορίων διακύμανσης των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Η Γαλλία υποτίμησε το φράγκο τρεις φορές μεταξύ 1981 και 1983, αλλά ο Μιτεράν τελικά επέλεξε τη λιτότητα προκειμένου να παραμείνει η χώρα στο σύστημα (σήμερα, η ευρωζώνη επιτρέπει ακόμη μικρότερη νομισματική ευελιξία). Οι τολμηρές «110 Προτάσεις» δεν μπόρεσαν να υπερνικήσουν την πειθαρχία που επέβαλαν τόσο οι εγχώριες ελίτ όσο και οι διεθνείς αγορές. Οι Γάλλοι σοσιαλιστές εξαναγκάστηκαν σε μια δραματική στροφή 180 μοιρών, όχι μόνο σταματώντας την πορεία τους προς τα εμπρός, αλλά ενστερνιζόμενοι πλέον τις πολιτικές της λιτότητας.
Ο Ούλοφ Πάλμε δεν έζησε αρκετά για να δει μια τέτοια υποχώρηση στη δική του χώρα. Όμως, μέσα σε λίγα χρόνια από τη δολοφονία του το 1986, τόσο ο κρατικός σοσιαλισμός όσο και η σοσιαλδημοκρατία κηρύχθηκαν ευρέως νεκροί. Οι σοσιαλδημοκράτες εξακολουθούσαν να κυβερνούν σε πολλά μέρη. Ωστόσο, ήδη από τα μέσα του αιώνα, είχαν εγκαταλείψει τη φιλοδοξία να οικοδομήσουν ένα σύστημα που θα διαδεχόταν τον καπιταλισμό, αρκούμενοι σε δόσεις σοσιαλισμού στο εσωτερικό του. Πλέον κατέληγαν, όπως και την περίοδο του Μεσοπολέμου, να ακολουθούν τον δρόμο των κυβερνήσεων του Ράμσεϊ ΜακΝτόναλντ και, στην καλύτερη περίπτωση, να «παντρεύουν» τα αναδιανεμητικά μέτρα με την οικονομική ορθοδοξία.
Ο Τόνι Μπλερ στη Βρετανία, ο Γκέρχαρντ Σρέντερ στη Γερμανία και οι Βορειοαμερικανοί ομόλογοί τους, συμπεριλαμβανομένου του Μπιλ Κλίντον και άλλων στελεχών του Συμβουλίου Ηγεσίας των Δημοκρατικών, συνέβαλαν στο να κωδικοποιηθεί η σοσιαλδημοκρατική υποχώρηση σε μια νέα ιδεολογία. Ο νεόκοπος «Τρίτος Δρόμος» υποσχόταν «ευκαιρίες, όχι κράτος» και «μια πολιτική συμπερίληψης», αντί για κράτος πρόνοιας. Οι σοσιαλδημοκράτες, που κάποτε αναζητούσαν μια μέση οδό μεταξύ κομμουνισμού και καπιταλισμού, όπως παραπονιόταν ο Γάλλος σοσιαλιστής ηγέτης Λιονέλ Ζοσπέν, πλέον πρότειναν μια μέση οδό μεταξύ σοσιαλδημοκρατίας και νεοφιλελευθερισμού. Τα όρια είχαν μετατοπιστεί προς τα δεξιά. Στο πλαίσιο αυτής της στροφής, ιστορικά εργατικά κόμματα μετατράπηκαν σε κοινωνικά-φιλελεύθερα, με τον πολιτικό τους λόγο να απευθύνεται περισσότερο στους επαγγελματίες της μεσαίας τάξης παρά στην παραμελημένη, εδώ και καιρό, εργατική τους βάση.
Αυτή η υποκατάσταση ήταν σκόπιμη. Μετά την ήττα των Εργατικών στις γενικές εκλογές του 1992 στη Βρετανία, η Εταιρεία των Φαβιανών εξέδωσε το Southern Discomfort (Νότια Δυσφορία), ένα φυλλάδιο που καλούσε το κόμμα να αναπροσανατολιστεί προς τους επαγγελματίες της Νότιας Αγγλίας. Τα συμπεράσματά του —έμφαση στις «ευκαιρίες», στον «ατομικισμό» και στη δημοσιονομική πειθαρχία— υιοθετήθηκαν από τον Μπλερ στην επιτυχημένη προεκλογική του εκστρατεία το 1997. Το εγχείρημα των «Νέων Εργατικών» (New Labour) αποσκοπούσε, τουλάχιστον εν μέρει, στο να μετατρέψει το Εργατικό Κόμμα από ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της εργατικής τάξης στην «πολιτική πτέρυγα του βρετανικού λαού» — νέα, κοσμοπολίτικη και δυναμική. Ο Κλίντον έπραξε σε μεγάλο βαθμό το ίδιο, προσεταιριζόμενος τους επαγγελματίες των προαστίων και τους «εργαζόμενους της γνώσης» για να αναπληρώσει τους χαμένους ψηφοφόρους του κόμματός του, βρίσκοντας παράλληλα νέες πηγές καπιταλιστικής στήριξης στον χρηματοπιστωτικό τομέα και τις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας (Big Tech). Ο Τσακ Σούμερ διατύπωσε αυτή τη λογική ξεκάθαρα την παραμονή των εκλογών του 2016: «Για κάθε εργάτη Δημοκρατικό που χάνουμε στη δυτική Πενσιλβάνια, θα κερδίζουμε δύο μετριοπαθείς Ρεπουμπλικάνους στα προάστια της Φιλαδέλφειας, και αυτό μπορεί να επαναληφθεί στο Οχάιο, το Ιλινόις και το Ουισκόνσιν».
Οι συνέπειες αποτυπώνονται στα εκλογικά δεδομένα. Σύμφωνα με το βιβλίο Political Cleavages and Social Inequalities (Πολιτικές Διαιρέσεις και Κοινωνικές Ανισότητες), σε επιμέλεια των Amory Gethin, Clara Martínez-Toledano και Τομά Πικετί, τη δεκαετία του 1950 η εργατική τάξη στις δυτικές δημοκρατίες ψήφιζε την Αριστερά σε ποσοστό 31 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από τους ψηφοφόρους άλλων τάξεων. Μέχρι το 2020, η διαφορά αυτή είχε μειωθεί στις 8 ποσοστιαίες μονάδες. Οι πλούσιοι διατήρησαν την αφοσίωσή τους στα κόμματα της Δεξιάς, ωστόσο οι επαγγελματικές τάξεις μετατοπίστηκαν σε ανταπόκριση προς την κοινωνικά-φιλελεύθερη στροφή των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων.
Τα εργατικά κόμματα έγιναν κόμματα των μορφωμένων. Στο πέρασμα των δεκαετιών, η σοσιαλδημοκρατία εγκατέλειψε τους εργάτες· και στη συνέχεια, οι εργάτες εγκατέλειψαν τη σοσιαλδημοκρατία.
Το βιβλίο του Άντονι Κρόσλαντ, Το Μέλλον του Σοσιαλισμού, γινόταν ίσως πιο συγκινητικό και διεισδυτικό όταν διεκδικούσε «όχι μόνο υψηλότερες εξαγωγές και συντάξεις γήρατος, αλλά περισσότερα υπαίθρια καφέ, πιο φωτεινούς και χαρούμενους δρόμους τη νύχτα… πιο φωτεινά και καθαρά εστιατόρια, περισσότερα καφέ στις όχθες των ποταμών, περισσότερους κήπους αναψυχής στο πρότυπο του Μπάτερσι». Το κράτος πρόνοιας σίγουρα δεν θα έπρεπε να αποτελεί το απόγειο των ανθρώπινων φιλοδοξιών. Όμως, εκείνοι που ενστερνίστηκαν τη μετριοπαθή κληρονομιά του Κρόσλαντ, στην προσπάθειά τους να εκσυγχρονίσουν τα παλιά τους κόμματα, αποδείχθηκαν πιο ικανοί να κάνουν πραγματικότητα τα όνειρά του για πράσινη αστική ανανέωση παρά για κοινωνική ισότητα.
Πέρα από το Κράτος Πρόνοιας
Σημαίνει αυτό ότι οι δεκαετίες προσπαθειών για την οικοδόμηση της σοσιαλδημοκρατίας πήγαν χαμένες; Μπορούμε να θυμηθούμε τη σύγκριση που έκανε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, στην πολεμική της το 1899 εναντίον του Μπέρνσταϊν, παρομοιάζοντας τον ρεφορμισμό με το «μαρτύριο του Σίσυφου», του βασιλιά της ελληνικής μυθολογίας που καταδικάστηκε να σπρώχνει έναν βράχο στην ανηφόρα για όλη την αιωνιότητα, μόνο και μόνο για να τον βλέπει να κατρακυλά ξανά προς τα κάτω όταν πλησιάζει στην κορυφή. Χωρίς μια αποφασιστική ρήξη με τον καπιταλισμό, υποστήριζε, το μόνο που θα μπορούσαν να κερδίσουν οι μεταρρυθμίσεις ήταν η στιγμιαία «καταστολή των καταχρήσεων του καπιταλισμού αντί για την καταστολή του ίδιου του καπιταλισμού».
Όμως, ακόμη και μετά από χρόνια διολίσθησης, ο βράχος δεν έχει κατρακυλήσει μέχρι τους πρόποδες. Στις προηγμένες κοινωνίες που διαμορφώθηκαν από τους σοσιαλδημοκράτες, οι βασικές νίκες της εργατικής τάξης έχουν αποδειχθεί ανθεκτικές και οι άνθρωποι απολαμβάνουν προστασία από τις πιο ακραίες μορφές φτώχειας και ανασφάλειας. Η δημοκρατία εμποδίζει τον καπιταλισμό να επιστρέψει στη χειρότερη εκδοχή του, στον «πόλεμο όλων εναντίον όλων». Ωστόσο, για όσους εξακολουθούν να προσβλέπουν σε μια εποχή αφθονίας και αλληλεγγύης, η υπεράσπιση των υφιστάμενων κεκτημένων ή η διαπραγμάτευση των όρων της ήττας δεν αρκεί.
Πριν από μια δεκαετία, τα κινήματα γύρω από τον Τζέρεμι Κόρμπιν και τον Μπέρνι Σάντερς έμοιαζαν με μια απρόσμενη αμφισβήτηση του Τρίτου Δρόμου. Ο Κόρμπιν παραμένει η ηθική φωνή που ήταν πάντα, αλλά αυτή η φωνή βρίσκεται πλέον και πάλι στο περιθώριο της βρετανικής πολιτικής. Ο Σάντερς διανύει τα μέσα της όγδοης δεκαετίας της ζωής του και είναι προορισμένος να περάσει στην ιστορία ως ένα μεγάλο «τι θα γινόταν αν» της αμερικανικής ιστορίας.
Όμως, μια «σοσιαλδημοκρατία της ταξικής πάλης» αναδύεται αλλού. Διαθέτει πλέον έναν δήμαρχο στη Νέα Υόρκη, τον Ζοράν Μαμντάνι, μια ισχυρή ομάδα πολιτειακών νομοθετών και δημοτικών συμβούλων σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες, και μια νέα γενιά οργανωτών που επιδιώκουν να χρησιμοποιήσουν τα δημόσια αξιώματα για να οικοδομήσουν οργανωμένη εργατική δύναμη.
Αλλά αν πετύχουν με τρόπους που τώρα μπορούν μόνο να ονειρεύονται, θα αντιμετωπίσουν τις ίδιες δομικές προκλήσεις που αντιμετώπισαν και οι Σουηδοί: την εξάρτηση από την κερδοφορία του κεφαλαίου και τις οικονομικές αντιφάσεις που συνοδεύουν τους ενδυναμωμένους χώρους εργασίας και την πλήρη απασχόληση. Η επίλυση αυτών των ζητημάτων θα οδηγήσει σε ένα από δύο μονοπάτια, αν και διαφορετικά από εκείνα που πρότεινε ο Πάλμε — είτε πίσω στην οικονομική ορθοδοξία είτε προς μια πιο ριζοσπαστική, δημοκρατική σοσιαλιστική παράδοση.
Jacobin
Πηγή – Commonality








